h1

Δηλαδή

Ιούλιος 6, 2008

Τι εύηχη λέξη. Μπορείς να γράψεις τραγούδι “Δηλαδή”.

Δηλαδή, δεν είναι αστείο;

Δεν είναι για πλάκα,

δεν είναι ψέμμα, δηλαδή;

Και τι είναι, δηλαδή,

κάτι τρομερό;

Κάτι να φοβόμαστε, δηλαδή;

Δηλαδή, τι θες να πεις;

Ότι είμαι ένα τίποτα,

ότι η νηφαλιότητα μου αξίζει,

δηλαδή;

Δηλαδή, με κάνεις ό,τι θέλεις.

Κι εσύ κι ο άλλος κι όλοι, δηλαδή.

Δηλαδή, εμείς δεν αναπνέουμε,

είμαστε το χώμα, δηλαδή.

Θέμε δε θέμε, θα βλέπουμε συνέχεια τις σόλες σου,

δηλαδή,

μας φιλάς όταν τυχαίνει να προσκυνάς.

Δηλαδή, προηγούμαστε και δεν το ξέρεις.

Δηλαδή, δεν είσαι αστείος,

είσαι γελοίος.

Είσαι για κλάμματα, δηλαδή.

h1

Θέλω να γράψω

Ιούλιος 6, 2008

Για τον αφρό της Αθήνας. Αυτό το ελαφρώς κυματιστό πάπλωμα, που χαϊδεύει τις κορφές των πολυκατοικιών, που χτενίζεται στις κεραίες των ταρατσών. Αυτό το χαλί το απροσδιόριστο που απλώνεται, αν είχα αγαπήσει περισσότερο τον Μπορίς Βιάν, θα το περπατούσα.

Σκονίζονται οι ραχοκοκκαλιές μας, τα ρινίσματα των γλυπτών σε μας φωλιάζουν, γίναμε κιόλας εγκυκλοπαίδεια, στοιβαζόμαστε ο ένας πλάι στον άλλον. Κρυβόμαστε από τους εαυτούς μας, για να βγούμε στο κυνήγι του φωτός, εμάς να θρέφει, το κυνηγάμε και του σφυράμε, του τραβάμε την προσοχή, σε μας να κάτσει, με μας να γητευτεί.

Θα ‘κανα βόλτες πάνω σ’ αυτό το πάπλωμα, θα σουλατσάριζα κάτω απ’ τα αστέρια και θα ‘βλεπα μονάχα τα φώτα των ρετιρέ, μέχρι τον τέταρτο το πολύ, αν είχαν την καλοσύνη να φωτίσουν το μπαλκόνι με κεράκια.

Τίποτ’ άλλο, παρά μόνο οι μυρωδιές από τα χαμηλά στρώματα, γεμιστά στη γωνία, τσίκνα χειμωνιάτικη στην Αλεξάνδρας, στην Αρδηττού βρεγμένο χώμα, ένα δάσος μακρόσυρτο στην Καισαριανή. Να ‘χα τη μνήμη να τα προλάβω όλα, να ‘μουν η στίξη στο κείμενο, θησαυροί κάτω απ’ το στρώμα, μια μέρα που κάναμε γενική με τα ιδρωμένα μας φακιόλια.

Θα ‘θελα να γράψω στη μέση ενός δρόμου, μουσκεμένο το κορμί μες στον καύσωνα, να στήνω τις πλάτες των περαστικών, να διευκολύνουν το τρέμουλο της ύπαρξής μου.

Θα ‘θελα να κράταγα τη σκέψη μου γερά και να μην τρέχει σταγόνα. Να γράψω πάνω στο πλατάνι “Συγγνώμη. Ό,τι έκανα το έκανα επίτηδες”.

h1

Βρε, δεμπανά;

Ιούνιος 30, 2008

Δεν πα’ να τα σπάσεις όλα; Ποσώς. Εγώ γύρισα σπίτι με μια σικάτη βέσπα, καλογυαλισμένη και χαμογελαστή. Γύρω οι δρόμοι του Αντονιόνι σε γρήγορη κίνηση. Ένιωθα τον αέρα να ξεραίνει τα χείλια, χαλάλι, μόλις μου ξεσκόνισε την ψυχή.

h1

Ταβανοσκόπηση

Ιούνιος 30, 2008

Του περιβολιού: Είναι εκείνο με τις μακρόστενες, ξύλινες τάβλες, να θηλυκώνουν η μια με την άλλη, σα παρκέ επικλινές που ποτέ δε θα το χορέψω.

Του χωριού: Φαρδιές τάβλες με καδρόνια, που μοιάζουν με κορμούς. Πού και πού το φως διαπερνά τις χαραμάδες. Πέφτουν και πετραδάκια από ‘κει, τα σπρώχνουν με τα νύχια τους οι ποντικοί κι οι γάτες. Καμμιά φορά, και τα πουλιά ψάχνουν για οικοδομικά υλικά στη ράχη της σκεπής, ξεγλιστρούν και κλωναράκια επάνω στο κρεβάττι.

Του σπιτιού: Έχει πάντοτε μια χάρτινη μπάλα, τυλιγμένη μ’ ένα κόκκινο, ημιδιάφανο, μαντήλι. Κεντημένο με πούλιες, δώρο απ’ την πρώτη γυναίκα του Αμζίτ.

Του παιδιού: Διακόπτεται η άπλα του ταβανιού εκείνου. Από κεφάλια, χέρια και πρόσωπα. Έναν ζωγράφο, παρακαλώ, να μου φτιάξει τη Γυναίκα σκυμμένη από πάνω μου και να ψυθιρίζει “κοκκόνα”.

Του σφενταμιού: Το πιο ακατάδεκτο. Δεν το ένοιαζε που ήταν εκεί, συνεπώς δεν το ένοιαζε που ήμουν εκεί. Γι’ αυτό βαριόμουν κι έδινα μάχες εγκλωβίζοντας τα μυρμήγκια σ’ ανάποδο ποτήρι.

Του γραφείου: Το τέλειο πάτωμα.

Της Άννας: Χάρτινη μπάλα κι εκεί. Γεφυρώνομαι με μια πατρίδα.

Του σπιτιού μου: Χάρτινη μπάλα κι εδώ. Γεφυρώνομαι με την πατρίδα. Τυλιγμένη διαδρομές αναμονής πονεμένες. Έχει σύνορα η μπάλα, κοψίδια σε πιατέλα συμποσίου νομοθετών. Τρώνε και ξέχασαν πως η δουλειά τους είναι μία και απλή: να μας θυμίζουν το δίκιο του ζώου, του ποταμιού και του φύλλου.

Του κόσμου: Δεν υπάρχει ή εγώ δεν πρόλαβα να το κοιτάξω.

h1

Να ‘ναι καλά το WordPress

Ιούνιος 29, 2008

Δεν ξέρω για ποιο λόγο, απευθύνθηκα στους bloggers ολόγυρα, όταν είχα κάποιο πρόβλημα με τα σχόλια..Για κάποιον μισο-απροσδιόριστο λόγο, εκτίμησα ότι δε θα έβρισκα άκρη ενημερώνοντας το WordPress, αποφάσισα να ρωτήσω κάποιους πιο κοντά, το WordPress, λες και δεν το διαχειρίζονται άνθρωποι, μούρλα κανονική.

Μη παίρνοντας απάντηση, αποφάσισα να στείλω μέηλ στο support του WordPress, μέσα σε μία ώρα το πρόβλημα λύθηκε από τη Marianne.

Marianne, thank you!!

h1

Δε θέλω να γράψω

Ιούνιος 29, 2008

Θέλω να αρκεί ένα βλέμμα.Μια ματιά στην ύπαρξή μου και να μην υπάρχεις. Δηλαδή, να υπάρχεις, αλλά μόνο δια της παρουσίας σου. Όλος ο υπόλοιπος αφανής, ομιχλώδης, μακρινός, σα βάλτος στο φόντο του πίνακα. Όλος ο υπόλοιπος είναι δικός σου, ταίζει κείνο το κομμάτι που βρίσκεται μαζί μου, βρίσκονται και τα στόματά μας σ’ εκείνο το μαζί. Διάπλατα κι αχόρταγα για σάρκα κι ανάσα. Μονίμως πεινασμένα κι αδίστακτα, καταβροχθίζουν τα πάντα αρκεί να υπάρχουν. Κι είναι δίπλα - δίπλα. Ενίοτε, ενώνονται, γίνονται βεντούζες ταυτόχρονα, πλοκάμια που θρέφονται με την ευχαρίστηση της έλξης. Υπάρχουμε, δίχως να μας νοιάζει να υπάρχουμε, απουσιάζουμε κι είμαστε εκτός Αθηνών και πάσης συνειδήσεως, μόνο και μόνο γιατί βγήκαμε για το κυνήγι της τροφής.

Θέλω να αρκεί ένα βλέμμα για να καταλαβαίνω. Να περισσεύουν περιφρονημένα τα λόγια, να ‘ναι τόσο γελοία η κάθε επεξήγηση, τόσο σιχαμερή, τόσο αναμενόμενη η διευκρίνηση. Να ‘ναι τα πάντα τόσο φυσικά, γιατί όχι, μπορεί να είναι κι έτσι. Κι όλα τα περίπλοκα, όλα όσα ζητιανεύουν την προσοχή μας, να ‘ναι κι εκείνα σαστισμένα, λάθος. Δεν μας ζητούν να τα προσέξουμε, είναι και τα ίδια απελπισμένα, θέλουν βοήθεια, να μάθουν γιατί επιτέλους πρέπει να τα προσέξουμε, ποιος είναι ο λόγος, πού βρίσκεται το ζουμί.

Θέλω να αρκεί ένα βλέμμα στο πιάτο μου. Να δεις αν είναι επαρκές, αν θα με στυλώσει και σήμερα, να με κοιτάς ευχαριστημένος απ’ την γεύση και το γλυκάνησο, να κυλά το ούζο στις φωνητικές χορδές, να εξατμίζεσαι αμέριμνος στην παραλία. Ποιος θόλος και ποιος ουρανός, τι λες τώρα; Εδώ μιλάμε για έναν νόμο που ρέει ταυτόχρονα σε όλο το περιβάλλον, σε διαπερνά αφού πρώτα πέρασε από τον σχίνο. Αφού παχνίδισε ανάμεσα απ’ την ψάθα της καρέκλας, φώλιασε στην κοιλιά σου και κοιτάει το αρσενικό απέναντι.

Θέλω να αρκεί ένα βλέμμα. Και μέσα εκεί ο δικός μου ο Αη Προκρούστης, άγιος κι όχι δήμιος, με διαφεντεύει ικανοποιώντας τις επιθυμίες μου, “πόσο να το μεγαλώσω τούτο το δευτερόλεπτο, κυρά”; Να το κάνεις, όσο χρειάζεται να πάρω μια βαθιά ανάσα, του λέω, όσο χρειάζεται για να πάρω την απάντηση από εκείνον. Ή, κάντο έναν αιώνα πίσω. Να ξυπνήσω στα χέρια του “Περλιμπλίν”*, μ’ έναν διακορευτή να αρχειοθετώ τις προσκλήσεις του γάμου.

Αρκεί ένα βλέμμα στο πρόσωπό μου. Για να καταλάβω κάθε πρωί ότι υπάρχω και σ’ έναν καθρέφτη. Ποιος μου λέει ότι όταν σβήνω το φως του μπάνιου, εγώ δε συνεχίζω να με ψαχουλεύω για ρυτίδες ή για ένα διάλογο; Ποιος μου λέει ότι όταν κοιμάμαι, εκεί δεν είμαι για άλλη μια παράσταση για τα μπουκαλάκια μου τα αραδιασμένα; Ποιος μου λέει ότι το αφρόλουτρο Γιασεμί** δεν είναι παρά η γκρινιάρα της ιστορίας; Ποιος μου λέει, ότι ενόσω ονειρεύομαι, τα σφουγγάρια δεν πετούν γαργαλώντας με παντού, πως τα υγρά χαρτομάντηλα Χαμομήλι*** δεν απλώνονται πάνω μου για να με δροσίσουν; Ποιος μου λέει ότι δεν είσαι εκεί, κοιτώντας το ρολόι που κοντεύει να σημάνει; Ποιος μου λέει, ποιος τολμά να μου πει ότι  υφίσταμαι μόνο δια της ύπαρξής μου, ποιος μου λέει ότι κι όταν υπάρχω, αντικειμενικά και κοινώς αποδεδειγμένα, είμαι όντως εδώ; Ποιος μου λέει ότι η απουσία δε συμβαίνει κάθε που υπάρχεις, κάθε που ξυπνάς με το όνειρο στη μνήμη φρέσκο;

Θέλω να αρκεί ένα βλέμμα για να χορτάσω. Θέλω λίγα πράγματα, μ’ ένα βλέμμα καθάρισες.

*”Περλιμπλίν και Μπελίσα”, Θεατρικό έργο του Φ.Γ.Λόρκα. Μάθημα από τη Σχολή Φωτιάδη.

**Αφρόλουτρο Γιασεμί, Κορρές. Δώρο από τη Μάτζικα.

***Υγρά χαρτομάντηλα Cien, Lidl.

h1

Θέλω να πω και κάτι ακόμα

Ιούνιος 28, 2008

Αλλά σκέφτομαι πως είναι μεσημέρι και θα κοιμάσαι.

Αλλά φοβάμαι μη μας ακούσουν.

Αλλά μην περιμένετε τίποτα.

Αλλά ίσως είμαι και τρελή.

Αλλά δεν ξέρω.

Αλλά μήπως να σε κεράσω πρώτα ένα περγαμόντο;

Αλλά σίγουρα θα θέλεις να πιεις ένα παγωμένο νερό.

Αλλά περίμενε.

Αλλά ο καφές φούσκωσε και θα χυθεί.

Βρίσκεσαι στην 28η φουσκάλα, εκεί που ράγισε η αναπνοή σου το καϊμάκι.

h1

Με λίγο Milko

Ιούνιος 28, 2008

Υπάρχει μια άγρια κατάσταση τελευταία. Όλη η παρέα θέλει να γαμηθεί και να γαμήσει ασυστόλως. Ρίχνεται συχνά η πρόταση για μια ταυτόχρονη εκτόνωση, αλλά κάποιοι εκείνοι τη στιγμή θέλουν να μιλήσουν για έρωτα, κάποιοι άλλοι να τον διαβάσουν, έστω σ’ έναν Τροπικό του Καρκίνου.

Είναι καλοκαίρι. Όλα βράζουν πρώιμα φέτος. Ο καύσωνας δείχνει αλύπητος κι όλες οι αφορητότητες του καθενός κάθονται σαν εγκαύματα που αλλοιώνουν το πρόσωπο. Ξέρεις, είναι και κάποιοι στην παρέα, που δεν εκπλήσσονται ποτέ.

Και τώρα πίνω Milko. Θα το ‘θελα χωρίς ζάχαρη και με μια καλή τυρόπιτα, αλλά αφού δεν βρήκα χωρίς ζάχαρη, είπα να με γλιτώσω έστω από την τυρόπιτα. Τραγικό, τώρα που το σκέφτομαι, να μετριάζεις πάντα την όρεξή σου, δεν πρέπει να είσαι παχιά, είναι απαράδεκτο, το πάχος είναι η αρρώστια των φτωχών, λέει.

Μωρ, τι μας λες; Μας πέρασες για χτεσινούς μου φαίνεται, το ‘χω δει το έργο προ δεκαπενταετίας.

Κι όμως τότε, πιο φτωχή από τώρα, είχε η ψυχή μου μια αγριότητα. Το κορμί μου ανέκαθεν ήταν οκνηρό, μα τότε, τουλάχιστον, όλες οι πρώτες φορές με γεννούσανε, με βγάζαν καινούργια ολοένα.

Έδινα τις αρχικές απαντήσεις στα έως τότε τεκταινόμενα. Και στον άλλον που με κλείδωσε μεσημεριάτικα. Και σ’ εκείνον τον αφελή, που νόμιζε ότι θα με ρίξει με τα κομπλιμέντα. Στον ηλίθιο που βιάστηκε να ενηλικιωθεί πριν από μένα και τώρα ιδρώνει πάνω από ένα ακονιστήρι πριονιών. Μηνά, όσο εσύ με θεωρούσες ανάξια του έρωτα, εγώ κοιτούσα όλο ζήλεια το μπαλκόνι σου, ίσαμε να ακούσω το “εμπρός” και μετά στο έκλεινα τρομαγμένη. Αχ, τι άσχημος που είσαι τώρα. Τα βράχια που πρωτοσκέπασαν τα μικρομέγαλα χάδια σου, ανήκουν στο μακριά από μας, πάνε μόνο τα πρεζάκια.

Τότε που ζούσα την απόλυτα δικαιωμένη εποχή μου, έφτασα να απαντώ στο παρελθόν όχι κάθε που με ρωτούσαν, αλλά όταν ήθελα να μιλήσω εγώ. Γι’ αυτό έδωσα το τηλέφωνό μου σ’ εκείνο το λεωφορείο. Ούτε να πληκτρολογήσω δεν μπορούσα από τον πυρετό, τού δωσα το τηλέφωνο για να καλέσει εκείνον, τον έβαλα να αυτοπροσκληθεί, δεν τον τίμησα με κανένα νάζι. Εκεί κι αν ήμουν ανυποψίαστη για την ομορφιά του παρόντος, μες στα ζαλισμένα μου παραμιλητά ερωτευόμουν.

Τι σημασία έχει τι έγινε παραπέρα. Θα μπορούσε να έχει γίνει οτιδήποτε, ή να είχα σταθεί περισσότερο στο ότι σιχαινόμουν τη φωνή του, ώστε να θελήσω κάτι παραπάνω.

Καίνε τα πάντα γύρω κι ευτυχώς φυσάει αυτές τις μέρες. Κάτι στιγμές δημιουργώ έναν χειμώνα και με βλέπω να κουκουλώνω τη μοναξιά μου και να πιάνεται ο όμως μου, έτσι όπως προσπαθώ να γράψω. Θέλω τη δικαιολογία της ακινητοποίησης, ένα μέτρο χιόνι στην πόρτα μου, αλλά να μην κρυώνω. Να συνεχίζω το μακρύ καλοκαίρι μου μέσα στη νύχτα.

Κάτι άλλες στιγμές, θέλω να γυρίσω στο παρελθόν, ν’ αλλάξω τα αυλάκια, να τρέξουν αλλού τα νερά, να ποτιστούν άλλα δέντρα. Την ώρα που η παρέα είναι έτοιμη για όλα, εγώ είμαι έτοιμη για το τίποτα του πάντα.

h1

Ναι

Ιούνιος 24, 2008

Θα σε φορτώσω, μέρα - μέρα, μέσα στη συνείδησή μου,

δάκρυ και ρακή,

ρακή και ξεδίπλωμα,

στο πάπλωμα ράβεις τους ουρανούς σου.

Δεν σου εύχομαι, μόνο λέω,

πως τούτα τα καλά που αισθάνομαι υπάρχουν.

Δεν έγιναν για να δοθούν, δεν έχουνε αιτία,

υπάρχουν και δεν υφίστανται ακριβώς,

αλλά καλύτερα να μη σου πω.

Θα τα δείς, είναι σίγουρο, είναι βέβαιο, είναι προδιαγεγγραμμένο, είναι τυχαίο, είναι επιλεγμένο. Είναι εκεί.

h1

Να σε βλέπω

Ιούνιος 24, 2008

Όταν αντικαπνιστής πλέον, ως οτιδήποτε αντί, γίνεσαι περισσότερο πολέμιος προς ό,τι αναίρεσες. Γίνεσαι αυτός που σ’ όλα του τα επιχειρήματα ξεχνά τη γλύκα του χρόνου, ξεχνά τα υποβρύχια που ξεπροβάλλουν απ΄την υγρασία του ποτηριού, ξεχνά τα ατοπήματα, γίναν μαθήματα κι έχει ήδη πάρει 10.

Σε βλέπω, μες στην πίκρα σου, με τον ασυνόδευτο καφέ τον κυριακάτικο, να ξεγελάς σε στενά τη σκύλα σου, της λες “θα σε αφήσω εδώ” και θα κλαίει μετά, η σκύλα σου. Πάντα βρίσκει τον τρόπο να σε βρίσκει, κι ας μη σε ακολουθεί. Σε βρίσκει στην επόμενη γωνία, να κοιτάς τα είδη προς πώλησιν.