h1

Προσδοκώ ανασύσταση ζωντανών

Δεκεμβρίου 17, 2009

Αλλιώς, πού είναι το νόημα ακριβώς,

στην ανάρτηση της πραγματικότητας επάνω σε ένα τοίχο;

Ο τοίχος είναι η κραυγή των εγκλωβισμένων.

Ο μέσα τοίχος του κελιού τι διαφορά έχει από τον έξω;

Ο σοβάς ποτίζεται το ίδιο, όταν πέφτει το μελάνι.

Ο τοίχος είναι το περιθώριο της ιστορίας, μας αθωώνει πάραυτα.

Ξέρει καλά τι λέει ο κόσμος για τα περιθώρια, όταν μεγαλώνουν χωράνε πολλή αμαρτία, όταν μικραίνουν και στενεύουν αποτελούν την ύψιστη δικαιολογία στην αδυναμία μας, τι τέλειο δεκανίκι.

Για την ιστορία του τοίχου μιλάμε, κι όχι για την ιστορία που γράφεται επάνω σε αυτόν.

Εκείνου που πέρασε κι έγραψε “κάθε πρωί αυγό”, γιατί το έγραψε και για ποιο λόγο μια τέτοια φράση θα μπορούσε να είναι κυριολεκτική, σε ποια γειτονιά αναγκάστηκε κανείς να ανακοινώσει στους άλλους κάτι τέτοιο, μια πόλη προαύλιο κι εμείς καταγράφουμε δραπετεύοντας τις εντυπώσεις. Λίγο – λίγο το μελάνι, κάποτε στο τέλος θα σκαφτεί. Και τότε θα περάσουμε ή κάποιος θα βγεί ή κάποιος θα μπει, γράψαμε τόσο που αξίζουμε μια ζήση.

h1

Παραμένοντας με τον Godot

Δεκεμβρίου 13, 2009

Ελπίζω, κάποτε να καταλάβεις πως δεν ξαναχειρονόμησε εκείνο το παραλυμένο χέρι, στο υπόγειο ενός απροσδιόριστου αστικού κέντρου και βάλε.

Έμεινα να πίνω Hennessy, στη θεωρία τουλάχιστον, διότι στην πράξη έχω μείνει στην ίδια στάση. Να κοιτώ εσένα, το άλλο, το είδωλο που μου χορεύει και με πιστεύει απόλυτα, είμαι εγώ χωρίς να το αντιλαμβάνομαι πως με βλέπω να φεύγεις, παρά λες πριν φύγεις “μόνο εγώ μπορώ να παραλύσω έτσι, να όπως εσύ, ολοζώντανος και το χέρι μου νεκρό, κοίτα πώς κρέμεται”, με κοιτώ κι είσαι εσύ, πώς να το κάνω πιο κατανοητό, έτσι είναι, πώς αλλιώς να είναι, με κοιτούν. Ο μπάρμαν πάλι, ο θαμώνας που ξεχάστηκε κι αυτός μεσημεριάτικα, δεν καπνίζω, αναπνέω τον χώρο, το γύρω μου. Κι έχει γεύση σαν αυτή που μοιραστήκαμε, μια γλώσσα κοινή, που κρέμεται από το υποθετικό μας το καπέλο. Είπες γεια και δε χειροδίκησα, τίποτα, ούτε μια παλάμη δεν φίλησα ξανά, έμεινα μετέωρη σ’ εκείνο το καθρέφτισμα και στο δώρο να βρεθώ απέναντι κι είναι τόσο μεσημέρι, δεν έχει νύχτα να μας θολώσει την κίνηση, δεν έχει ούτε ένα στέκι για τη σκιά. Είμαι ολοζώντανη κι όμως το χέρι, που μου το ζήτησες σαν να ‘ναι δικό σου, περπατάει μονάχο του, σαν το Αραπάκι του Πάπου και ξοπίσω εγώ.

Κοίτα τι μου θύμισες: Φεύγεις σαν εκείνον. Στ’ αριστερά σου η πόλη. Στα δεξιά σου η θάλασσα. Είσαι σεβάσμιος και πιστός στη βόλτα σου, στην τσέπη μόνο ρεβύθια ξερά, στραγάλια και καραμέλες, να μην ξεχνιέται η γεύση. Μαζί και τα σκυλιά, χωρίς λουριά. Στο μονοπάτι του Δέλτα* πηγαίνετε ένας- ένας, εσύ, εγώ, η Τσίτα και το Αραπάκι κι είμαστε σιωπηλοί σε τούτη την παρέλαση, δεν έχει περιθώριο για κάποια συνεννόηση, χωράμε ίσα-ίσα. Λοιπόν, κατηφορίζουμε για την πόλη κι έχει η γειτονιά αυτή ένα δικό της ηχόχρωμα, κάπου-κάπου ένα πικάπ, της νοικοκυράς που ορέγεται σήμερα, της θυρωρού που πλέκει το ραδιόφωνο, η πίκρα στα σεντόνια που απλώνονται κι εκτίθενται, πότε-πότε ματωμένα. Ίσαμε πενήντα χρόνια πίσω η εικόνα σου, πριν γεννηθώ. Στου παλιού ταξιδιώτη την φιγούρα βαθαίνεις και σωπαίνεις κι αποχωρείς και το χέρι μου, Αραπάκι τρελό, σ’ ακολουθεί, είμαστε θρίλερ μιας στοργής, μιας αγάπης που φλόγεψε, λικνίστικε μπροστά στα μάτια μας, οι αθεόφοβοι, οι ανύπαρκτοι, οι ατελείς, εξόχως λησμονημένοι.

Μια μνήμη αδιαπέραστη παρακινεί τα δάχτυλα να προστρέξουν, να μην σε χάσουν τώρα που θα στρίψεις στη γωνία, το κονιάκ παγώνει στο ορφανό του ποτήρι, δεν το πίνω, δεν το ακουμπώ, δεν με ενδιαφέρει και τόσο. Σ’ ακολουθώ και τρέμω μην τρομάξει ο κόσμος, στέκω στον καναπέ σαν να ‘μαι στην ετοιμότητα μιας απάντησης, μα το χέρι μου εκεί, ξαπλωμένο στην κόχη του κορμιού μου, στην θαλπωρή του οικείου, μένω στο σπίτι κι όταν έρθει το βράδυ το μπαρ θα ζεσταθεί από τις παρουσίες, την πραγματικότητα, τους τολμηρούς με τα χρώματα, τις ναζιάρες με τα αρώματα, τα μεθυσμένα γέλια, τα καμάκια που αλλάξανε πλευρό, την πόρτα της τουαλέτας, που αναβοσβήνει κι ανοιγοκλείνει από μέσα ένα άσπρο φως, να βλέπουμε τι κάνουμε εδώ ή τι δεν κάνουμε, να ξέρουμε κι είναι λίγο θλιβερή η αναλαμπή που έρχεται από εκείνη την πόρτα. Ωστόσο, ο κόσμος θα περνάει καλά και σχεδόν με αγνοεί, που είμαι στην ίδια θέση. Οι βάρδιες αλλάζουν, το χάραμα έρχεται κι εσύ ξεπορτίζεις για το σήμερα κι έχω μπλέξει με κάτι καμώματα της ψυχής, χύνω μελάνι με τον ήχο της κλειδαριάς να σφαλίζει το υπόγειο, μπαίνει και λίγο φως απ’ έξω. Είμαι ακόμη εκεί, τα πράγματά μου εκεί, η τσάντα μου τόσο άθικτη, το παλτό, το τασάκι μου, το πικρό κρασί που απέμεινε, κι αυτό εκεί, άσπρο πάτο, λοιπόν.

Μπορώ τώρα να χειροκροτήσω ελεύθερα κι ακόμη δεν έφυγες, είσαι εδώ και με είδες που σηκώθηκα να πάω κι εγώ στα ενδότερα. Εισχώρησα μέσα στο άσπρο το φως και κάτι είπα, κάτι έκανα, με τόση θέαση δεν μπορείς να καταλάβεις και πολλά τελικά. Κάπως έπεσε το νερό στο μέτωπο, κάποιο κοίταγμα που με βρήκε πάλι απέναντι, υποτίθεται πως φρεσκαρίστηκα, πως διορθώθηκα και βγαίνω με το χαμόγελο της συνύπαρξης, που ξέρω λίγο να το περιορίσω στα ευγενικά πλαίσια της κατανόησης και να μην παρεξηγηθώ. Προσπερνάω τις πλάτες που σκύβουν για να μιλήσουν στο αυτί του διπλανού, τους αγκώνες που εξέχουν σαν κλαδιά στο στενό και υπόγειο διάδρομο, προγραμματικές δηλώσεις ζευγαριών ακούγονται, ένα δάσος άνθρωποι κι εδώ το ξέφωτο θέατρο. Λοιπόν, αν κανείς άλλος μπόρεσε να γίνει αόρατος σαν κι εσένα κι εμένανε, μάλλον με είδε. Σε κοιτούσα να με περιμένεις όσο έρχομαι να σε ξαναβρώ, παραμονές κι ανήμερα του ίδιου παρόντος.

*Δέλτα: γειτονιά της Χαλκίδας, στο βορειοανατολικό μέτωπο της πόλης προς την θάλασσα.

h1

Word count 704

Δεκεμβρίου 10, 2009

Αν υποθέσουμε πως η γραφή είναι κάτι δυνατότερο από τον συγγραφέα, τότε επιδιώκουμε να μεταφερθούμε στον χώρο της θεολογίας.

Κι ακόμη κι αν θέλουμε να συγκαταλεγόμαστε στους ορθολογιστές, πιάνουμε τον εαυτό μας να μην ξέρει πώς να εξηγήσει αυτά που έγραψε, άρα; Είμαστε το όχημα του λόγου, ο δίαυλος του μηνύματος, που στην καθομιλουμένη μας ύπαρξη αγνοούμε τις τεχνικές του;

Πρόκειται, μάλλον, περί βάθους. Στον πάτο του εγώ βρίσκονται τα στοιχεία της ποίησης ή -αν προτιμάτε- του κόσμου. Κι εκεί, στον βυθό, είναι αδύνατον να λειτουργήσεις με τα ίδια τεχνάσματα, οι λέξεις εννοούνται, τα γράμματα είναι άγραφα, η σημειολογία κοινή. Όλα αυτά φαίνονται, όμως, να χαρίζονται επιλεκτικά. Δεν είναι έτσι. Η γλώσσα που αναπτύσσεται εκείνη τη στιγμή αλληλοεδραιώνεται, μιας κι όποιος βρεθεί εκεί, από τις ίδιες συνθήκες περιβάλλεται. Εκτός του εαυτού απλώνεται ο αρμός του νερού ή του αέρα, μιλάμε για το αυτονόητο και τίποτε άλλο.

Δεν είναι ότι εδώ περισσεύουν τα λόγια, είναι ότι δεν μπορείς να πεις και πολλά, καθώς τα λόγια βιώνονται εντός σου και μοναχά, μα με την παράλληλη επίγνωση πως νιώθεις ό,τι και οι άλλοι, γνωρίζεις πως τούτο που υπάρχει αφορά όλα όσα το ζουν. Μιλάς για όλους και δε χρειάζονται τα λόγια τα πολλά.

Η γραφή είναι ο εαυτός. Κι αν εκείνος ονειρεύεται και μετά από λίγο ξυπνάει, δεν μπορούμε να τον κατηγορήσουμε που δεν θυμάται τις λεπτομέρειες του ονείρου του, μια βόλτα κάπου είναι η σελίδα που γράφεται, δίνεις την δυνατότητα στον εαυτό σου να αντικρύσει τα μιλούμενα, που τώρα ψιθυρίζουν. Όσο σωπαίνουν τα μιλούμενα και κάνεις μια-δυο πεταλιές μες στο νερό, χάνονται οι ήχοι της πόλης. Έχεις μια ησυχία που σου επιτρέπει την εκφώνηση της σκέψης κι είναι τώρα η κυρά σου σε ταξίδι κι όχι, όχι, δεν υπνοβατείς όσο την βλέπεις να σου τραγουδά, αήττητη σειρήνα.

Κι άμα το ‘γραψες το χαρτί, δεν έχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, πέτα το κιόλας, είναι το εκεί σου παρόν, εδώ, στο σχολείο της ημέρας. Στη συνισταμένη του ξύπνιου ύπνου και με τα μάτια σου ανοιχτά, ταξιδεύεις μέσα από τους άλλους, μα είσαι εσύ, που όσο δε σε νοιάζουν οι αντωνυμίες, άλλο τόσο βεβαιώνεσαι πως είσαι αρμόδιος μόνο για να ονειρεύεσαι. Ούτε για να καταγράψεις όσα ονειρεύεσαι, ώστε να τα απεικονίσεις -αυτό είναι μια απόλαυση κι αν σου κάνει κέφι, μόνο μερακλή θα μπορούσα να σε πω, είναι μια πολυτέλεια που σου επιτρέπεται. Ούτε και για να εξηγήσεις είσαι εδώ, ούτε κιόλας να νομίσεις πως μόνο εσύ κατέχεις την τέχνη της ανακάλυψης. Ανά-καλύπτεις το νόημα με την δική σου φλούδα, παραδίδεις τον πολυκαιρισμένο καρπό στο χώμα του, εκεί δηλαδή που το βρήκες. Πέτα το κι άστο, να βρεθεί ή μη, να λιώσει στη βρεγμένη ακτή όσο εσύ, παντοτινός κολυμβητής, επιστρέφεις από την άλλη σου την όχθη.

Κι αν θέλουμε να μιλήσουμε με τους όρους της θεολογίας, ας το καταλάβουμε, η γραφή είναι και πάλι ο εαυτός. Μόνο που τώρα κραδαίνει το σκήπτρο της διαβίβασης, μεταξύ του νοήματος και των άλλων ο συγγραφέας, τι πιο ενοχλητικό; Μου εμποδίζουν την θέαση κάτι τέτοιες παρεμβολές, ακόμη και τότε μόνο η σημασία με ενδιαφέρει, δεν έχω χρόνο να σταθώ σε υπερβολικές ερμηνείες.

Εκτός κι αν κάποιος θέλει να πιστεύει πως είναι ο ιερέας του εαυτού του -αν νομίζει ότι είναι το εργαλείο της όποιας αναμετάδοσης- ψέλνει με τρόπο μυσταγωγικό τα λόγια. Ακόμη κι αν βρει αυτό που ανήκει στους πάντες, σπεύδει να συμπληρώσει πως εκείνος μας το ‘πε, άδραξε την έννοια και μας τη μεταφράζει κιόλας, άμα του το ζητήσουμε. Όπως και να το δεις, ό,τι κι αν πιστεύεις, εμείς βλέπουμε εσένα να προσηλώνεσαι επάνω σε αυτό που γράφεται, τα δικά σου γράμματα, το δικό σου προφίλ. Είσαι πάλι εσύ κι αν το ξεχνάς, εμείς εξακολουθούμε να σε βλέπουμε. Εκπληρώνεις τις τελετές σου κι όσο το ξεφωνίζεις εμείς σε κοιτάζουμε, στο ίδιο μπαρ, θεατές της αυτο-δήλωσής σου.

Αν έχεις τον εαυτό σου για θεό, πες το πρωτύτερα. Η ειλικρίνεια και η εφεύρεση της πίστης σου, ίσως να μας προετοιμάσουν μια συμπάθεια, εάν θελήσουμε να σε ακούσουμε παραπάνω.

Όλα τα υπόλοιπα είναι αφήγηση, όπου και πάλι είσαι εσύ και πάλι είμαστε εμείς και μην τολμήσεις να παινευτείς πως ξέρεις καλά το παραμύθι, το ξέρουμε ήδη και γι’ αυτό το αντιλαμβανόμαστε, η ζωή της ιστορίας δεν διαβιβάζεται ποτέ. Μονάχα διασαλεύεται απ’ τους αυτόκλητους βασιλείς κι όσους σταματούν, για να υποκλιθούν στην θλίψη αυτής της σκευωρίας.

h1

Μελλοντικός αόριστος

Δεκεμβρίου 8, 2009

Θα ξαναγυρίσουμε μια σελίδα και θα ξαναγράψουμε. Θα τοποθετήσουμε κάθε σημείο τήξης του λόγου, θα στιγματίσουμε μια επιφάνεια σε χρόνο οριστικό. Όλα αυτά θα γίνουν, οπωσδήποτε. Κάθε χρόνο, κάθε μέρα η επέτειος του δολοφονημένου μας παρόντος.

h1

Cafe των μαέστρων

Δεκεμβρίου 5, 2009

Το μπαντονεόν το έχω δει στα χέρια του γύφτου να γελάει κανονικότατα και μετά σουφρώνει τα χείλια του και σφυρίζει τον σκοπό που θέλω τώρα να σου πω, το ξέρεις έτσι; Αυτόν τον καιρό μου αρέσουν πολύ οι ερωτήσεις κι ο μαέστρος το ξέρει, ορμηνεύει την κομπανία για κείνο το τραγούδι που κατηγορεί το θηλυκό, για τα δεινά και τις καταστροφές, τις περιστροφές, την εξάλειψη της ψυχής και μύρια όσα.  Η γυναίκα απουσιάζει από την ώρα που γράφτηκε τούτο το τραγούδι, ήταν τόση η τραγωδία των στίχων που δεν άντεχε και οι άντρες αναπαριστούσαν -τότε- τα κορίτσια, έπρεπε να επωμιστούν την επίδειξη του καβαλιέρου. Η γυναίκα, αναδομείται από τις τεχνικές όλων εκείνων, που τελικά την τραγουδούν αυτήν την ώρα. Ή, μήπως, είναι ο πόθος; Λες; Όχι, μάλλον η ευχή που ξορκίζει είναι, ευχή και κατάρα στο ίδιο πρόσωπο και ιδού ο στεναγμός. Ένας χορός μες στο ρεμπέτικο, το τάνγκο της προσφυγιάς. Ξέρει ο μαέστρος τι θέλω να πω, ορμηνεύει ένα βαλς δίχως χτες, μια σονάτα μισοτελειωμένη για το αύριο

h1

Παρεξήγηση

Δεκεμβρίου 2, 2009

Να το πάλι.

Εκεί που ακούς μηχανή, τιτιβίζει ένα ποτάμι. Των δακρύων

Κι εκεί που νόμιζες ότι είσαι εσύ, η ζωή σε έχει εφεύρει. Με περιθώρια αλλαγών και μορφοποίησης

Κι εκεί που έλεγες χαίρω πολύ

Κι όταν έβλεπες τον δρόμο, ένα ξημέρωμα διαπιστώθηκε

Κι όσο γελάς, μια τύφλωση. Συνέπεια της οικουμένης

Και τότε που ρωτάς, μπουλούκι παράλογο σου αποκρίνεται

Κι εσύ που μιλάς, η μνήμη της αρχόμενης κοινωνίας μας υποχρέωσε. Να σ’ ακούσουμε

Ή μήπως είναι πρωταρχικό το στίγμα του ανθρώπου; Ίσως

Στα λόγια που ζωγραφίστηκαν, πριν συνεννοηθούμε, υπάρχει ο λόγος της βίωσης. Εντός κι εκτός

Στα μαμούθ που απεικονίστηκαν με στραβωμένους χαυλιόδοντες -αν είχαν- στα τέρατα που πτοήθηκαν από την κλίμακα της γραφής

Ένας άνθρωπος περιγράφει σκωπτικά το δέος του, διπλάσιος από τους φόβους του. Πάνω στον τοίχο της σπηλιάς μια ανακοίνωση

Πριν απομυθοποιήσουμε την σιωπή, πριν μιλήσουμε, υπάρχει η συλλογικότητα της μοναξιάς. Μονάχος με την εντύπωση

Άλογος Άνθρωπος, κένταυρος που λογαριάζει μίξεις, προσμίξεις κι αποτελέσματα. Κάπου εκεί

Λύθηκε η παρεξήγηση, αρθρώσαμε το α και τα κανονίσαμε. Πώς να σταθείς ξανά σε μια εικόνα;

Και πώς τελικά να εκτιμήσουμε το σήμερα, τούτο που λέμε και καταλάβαμε; Έπρεπε να βοήσουμε λίγο αργότερα

Αφού η εξήγηση αφοπλιστεί

Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό στ’ όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ
κι εγώ από την άλλη
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ ήμουνα εγώ κι από την άλλη
έτοιμος να μου αποκριθώ και να ρωτήσω πάλι
κι ύστερα χάθηκα μακριά χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας

Κι είδα ένα παιδί μικρό παιδί που έπαιζε και μου ‘ριχνε στα ζάρια
το ύστερο του πόθου μου φιλί τα πρώτα παιδικά μου χάδια
κι εκεί- εκείνη τη στιγμή άκουγα να τραγουδάν εντός μου
ο ύπνος με το θάνατο μαζί
τραγούδια του ερωτός μου
κι ύστερα πάλι ξαφνικά χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας

Κι είδα τις ελπίδες μας σκιές βάδιζαν αμίλητα εμπρός μου
σύμβολα σημεία και μυστικές μορφές αυτού του μάταιου κόσμου
και είκοσι αιώνες σκοτεινοί έφταναν στο τέλος τους πια τώρα
κι από έναν κόσμο σ’ άλλονε τελικά εμείς περνάμε λέει ώρα την ώρα
κι ύστερα πάλι ξαφνικά χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό στ’όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ κι εγώ από την άλλη
πες μου τι είν’ αυτά που βλέπω εδώ πρόφτασα να πω στον εαυτό μου
μη μιλάς μον’ κοίτα και περνά λέει αυτός
και βγήκα από τ’ όνειρό μου


h1

Εννοώ

Νοεμβρίου 29, 2009

Ό,τι πρέπει να το εξηγήσω, υπάρχει στον αντίποδα μιας αμφιβολίας.

Τα λόγια που διευκρινίζουν, δεν μπαλώνουν τα χάσματα των εννοιών.

Εννοώ, άξιζε να συγκρουστούμε.

h1

Αίνιγμα αδιόρθωτο

Νοεμβρίου 21, 2009

Ποτέ δεν ήξερα αν ο ήρωας γυρνάει ή γερνάει στην Αριστοτέλους, ωστόσο τραγουδούσα πότε το ένα, πότε το άλλο κι έλεγα ότι έπεφτα πάντοτε μέσα. Αν κάποιος ήθελε να έχει ενστάσεις επ’ αυτού, θα το ήξερα μόνο εγώ κι εκείνος, θα ‘νιωθε -ίσως- λίγο σαν τον ποιητή, που κρατάει το χρέος του πρώτου στίχου. Ήξερα μόνο να γίνομαι παιδί στην πόρτα μιας επαρχιώτικης μπουάτ, εκεί που εκπνέει για τα καλά το κάθε κίνημα, εκεί που πρόλαβε η δημιουργία να γίνει τελετουργική επανάληψη. Όταν όλοι οι αστοί -ίσως “αστοί” περισσότερο, παρά οτιδήποτε άλλο- οριοθετούσαν τον τρόπο εκείνο της ζωής που θα κατέληγε στα ρεπορτάζ της αγοράς, εμείς πιάναμε να νιώσουμε ναυτικοί, ακούγοντας και τραγουδώντας Καβαδία . Στην άκρη της πόλης ακριβώς, το πάλκο νομιζόταν για τόσο σπουδαίο, όσο κάποτε όντως ήτανε, με τα λόγια πρωτογενή, την μουσική που αφοπλίζει τις απορίες κι όμως, είμαι αρκετά παιδί. Μέσα στη λάμψη του παραποταμιού, ό,τι διέρρευσε ανενόχλητο απ’ την ροή της πρωτεύουσσας, μας ήρθε εδώ και νομίζουμε, τόσο παρα-αστικοί, ότι εμείς, μόλις τώρα δα, αυτήν την στιγμή σμιλεύουμε το ωδικό νόημα, κάποια βλάχα απ’ τη Στενή, αναρωτιέται τι σημαίνει ασετυλίνη και σπεύδουν μερικοί ακμαίοι Χαλκιδέοι να της κάνουν τους καμπόσους, να της πουν για τα φανάρια του καταστρώματος, μα σώπα και μερακλώνουνε κι ίσα που δακρύζουνε για το “παιδί του Μοντιλιάνι”. Χάθηκε λίγη ταπείνωση, να βρουν τον τρόπο να μιλήσουν εκτός του τραγουδιού, να ξέρουν τι να πουν στην ανερχόμενη επαρχιώτισσα ποιος είναι ο Μοντιλιάνι ή τι -έστω- είναι αυτός ο Μοντιλιάνι, χάθηκε να τολμήσουν και να πάνε ώς το καβαλέτο; Να ζωγραφίσουνε και κάτι από μόνοι τους, παρά μεθάνε και βυθίζονται και οικειοποιούνται τον ποιητή, ημιμαθείς με απόλυτα καλές προθέσεις όμως και εντελώς κινηματογραφικά κωμικοί.

Ακούω τα ευκόλως εννοούμενα, αυτά που βαρέθηκαν να πάνε πιο μέσα, εκεί, στην κουζίνα, όπου ο μετρ ψιλοκόβει κρύο ρολό κοτόπουλο ως να ‘ταν μπάτλερ υπεύθυνος μονάχα για να καλημερίζει κι όμως κόβει κοτόπουλο για τους προύχοντες της παραποτάμιας ακτής, πώς να μοιάσει θάλασσα ο Εύριπος όταν νομίζεις πως τα ίδια νερά πηγαινοφέρνει; Κι όμως, θα άξιζε να βγούμε μια φωτογραφία αναμνηστική. Όσοι δεν πιάσανε το νόημα όταν δόθηκε, έχουν άλλη μία ευκαιρία. Να ‘ρθουν εδώ και να δουν πώς ακριβώς λαμπυρίζουνε τα καινούργια στους ιθαγενείς, να θυμηθούνε -άλλωστε- την ανακάλυψη τη δική τους.

Ο Καβαδίας κρατιέται μην κλάψει. Τα καρνάγια που θα τον τραγουδούσαν επάξια, πέθαναν πολύ πριν τους πιάσει την κουβέντα  με το ημερολόγιο πορείας ανοιχτό. Δεν κλαίει, μόνο γελάς άμα βλέπεις τους μελλοντικούς μαφιόζους να συγκινούνται. Θα περάσει η μόδα, θα ρθούν τα πρώτα τραπέζια στην οικτρή τους πίστα. Θα ξεπλύνουν τα κρίματα μες στα μπουζούκια ίδιοι, οι ίδιοι, που κάποτε έβγαλαν λεφτά, δια στόματος του ποιητή.

Είμαι παιδί ακόμη. Και περνώ τα τεμαχισμένα φρούτα σε σουβλάκι, πιάνω συζήτηση με το μπάρμαν, που είναι πάντοτε καλό παιδί. Κοροϊδεύω την πείνα μου ως το ξημέρωμα, θα τελειώσει το πρόγραμμα, όταν τρως πατσά με τους συντελεστές της παράστασης, νιώθεις -το λιγότερο- επαρκής. Έξω από το θέατρο των ευαίσθητων θαλασσόλυκων, τα πατσατζίδικα της παλιάς αγοράς κρέμονται, ερείπια της μελλοντικής τους κατεδάφισης, αφού στο τέλος, θα προτιμήσουμε τα φρέσκα μας απόνερα, θα τρώμε κρέπα με πολλή μαγιονέζα. Την ίδια ώρα ο Εύριπος ξημερώνεται ολόιδιος, πώς τα κατάφερε πάλε, μήτε μια στάλα αλλιώτικη κι ας χύσαμε τόσα δάκρυα όλο το βράδυ. Είναι ίδιος και δεν βρήκαμε δυο στίχους να τον βαλσαμώσουμε, να τιμήσουμε την απαράλλαχτη ιδιότητά του. Ούτε Τίγρης, ούτ’ Ευφράτης, ούτε κι Άγιος Νείλος. Μονάχα τα νερά κι εμείς υπνωτισμένοι απ’ τα νεφούρια* των συναντήσεων, τα νερά μας και τα νερά των άλλων, η πόλη μας κι η άλλη πόλη, εμείς κι ό,τι μπορέσαμε να υποθέσουμε πως είμαστε, παραποτάμιοι κι ιθαγενείς.

* α) Το σημείο όπου συναντιούνται δύο αντίθετα ρεύματα και β) κάθε θαλάσσιο ρεύμα αντίθετο προς ένα άλλο

h1

Αποβάθρα τώρα

Νοεμβρίου 20, 2009

Περιμένουμε να φύγουμε. Ο καθένας με την βαλίτσα του κι όμως άγνωστοι μεταξύ μας. Θα ‘πρεπε να υπάρχει ένας τρόπος, ώστε οι αποσκευές να έχουν όνομα και το περιεχόμενό τους, ορατό σ’ εκείνον που τo κουβαλά, κρεμασμένο στα σκουλαρίκια της κοπέλας όσο σέρνει τα ροδάκια κι είναι βέβαιο πως πάει στα υπεραστικά της Λιοσίων. Έτσι κι ο κύριος που περνά, αφήνει να εννοηθεί πως κρατά κάποια συμπεράσματα κάτω από την μασχάλη, ο ιδρώτας της βίωσης τον μαρτυράει, καθώς μόλις βούτηξε από τον κάδο των αχρήστων ένα μάτσο παλιά γράμματα. Απευθύνονται σ’ εκείνον που τα πέταξε, αλλά δεν διαφεύγουν από τούτη την αποβάθρα, επιμένω να τρυπάω τις εκφράσεις των άλλων, λίγο κάτω από την επιφάνεια, όσο η κρούστα φουσκώνει απ’ τον ατμό, όλες οι ανάσες που δεν προλάβανε, κάτω από τα πρόσωπα. Αποκτώ διαμιάς έναν κόσμο, όπου όλοι γνωρίζουμε αρκετά ώστε να απουσιάζουμε, σέβεσαι τα τιμαλφή, δεν τα κλέβεις, τα μπαγκάζια έχουνε μιλιά κι ορκίζονται, πως είναι αλήθεια τούτη η διαδρομή, έχει μάρτυρες πολλούς η ιστορία. Κατά κάποιον τρόπο, είμαι παρούσα, έτσι μου λένε, καθώς καταφτάνει στον τερματικό η φουρνιά των ανθρώπων, από εδώ προς τα εκεί, όσοι πρόλαβαν και να χωθούν μέσα στο επόμενο λεπτό της αναμονής μας. Εμείς, είμαστε απέναντι και περιμένουμε, να κάνουμε στα γρήγορα ένα ταξίδι στο μέρος απ’ όπου ήρθαν, να εξιχνιάσουμε τους λεκέδες, τα ακουμπισμένα βλέμματα, τις έγνοιες που αγνοήθηκαν, τα τυπικά που τηρήθηκαν, κάθε πειστήριο πως, όντως, πέρασαν, κάθε αντωνυμία που ειπώθηκε, στον δρόμο εκείνο που θα τον πάμε ανάποδα.

Φτάνουν τεθλιμμένοι, οι απέναντι, το μετρό τους ξέβρασε κατηφείς, τελείωσε το ραχάτι που σ’ έχωσε στο κάθισμα κι είχες την τύχη να συναντηθείς μ’ ένα καινούργιο άρωμα και μ’ ένα παλιό, που σου θυμίζει τι δεν πρόκειται ποτέ ή τι στο καλό συμβαίνει με σένανε, φτάνεις στον τερματικό κι οφείλεις την αποβίβαση, τόσο οικτρή και τόσο πολλά υποσχόμενη για τα επόμενα, τα αφού πατήσεις το πόδι σου στο οδόστρωμα και πρέπει να βιαστείς. Λοιπόν; Κάποιοι απ’ αυτούς, πιο άτυχοι και πιο τυχεροί, ξεχάσαν να κατέβουν εκεί που έπρεπε, έρχονται να μας βρουν, μπαιλντισμένοι μα και παρηγορημένοι από την μαγεία του βαγονιού, ένας φίλος μου βλέπει το μικρό αγόρι που δέεται, με τα μάτια του δίνες ρουφάει την αμαξοστοιχία που καταφτάνει, τα φώτα της, αχ τα μάτια της τον κοιμίζουνε σε όνειρο περιπέτειας, πόσο περισσεύει τώρα ο φακός. Εμείς χειρονομούμε χαμογελώντας, στους απέναντι, που φεύγουν και μας παραδίδουν το ίδιο βαγόνι που μπήκανε κι εκείνοι. Ναι, όσο να πεις “εικοσιένα”*, το σκουλήκι ή το ολόλαμπρο φίδι πήγε και γύρισε, κιόλας μας άνοιξε την δυνατότητα μιας κάποιας κατεύθυνσης, αλλά οφείλεις μια επιβίβαση κι εσύ.

Και προσοχή στις αποσκευές: Αν τις ξεχάσεις πουθενά, μπορεί να θεωρηθούν ως βόμβες. Να τις σέβεσαι πιο πολύ, είναι τα πειστήρια της διερχόμενης ζωής, κιβωτοί που περπατούν μπροστά μας τώρα.

Άραγε, να ‘χανε μιλιά ή, καλύτερα, ποτέ να μην υπήρχαν; Ποιος ξέρει. Η μάνα μου έλεγε να μην σπαταλάω τον χρόνο μου και την άκουσα. Από τότε όλο και ονειρεύομαι κι άλλο τόσο αναρωτιέμαι κι όλο πρέπει να βγάζω κόλλα και χαρτί στον ίδιο τον εαυτό μου καθηγητής, ηγούμενη της παρουσίας μου κι όσο να πεις ταβανοπαγκόταβλα** η οδηγός φαίνεται καθιστή μέσα στο κουβούκλιο, στο δικό της κουτί κι έχει ένα κουμπί για να μας ανοίξει τις πόρτες κι άμα δεν ανοίξουν πώς εμείς θα μπούμε, πώς θα πάμε εκεί που θέλουμε, λες και παίζει το μικρό παιχνίδι της εποχής που διάλεξε κι αναρωτιέμαι, μιας και δεν θέλω να χαραμίζω τον χρόνο μου, σκέφτομαι, άραγε να ‘θελε ένα τσιγάρο πριν την αφετηρία της, μια γουλιά καφέ λες να πρόλαβε ή σιχτιρίζει την ώρα και την στιγμή, που το άλλο σκουλήκι έφτασε γρηγορότερα και ξέρασε άλλους θλιβερούς και θλιμμένους, πρέπει να του αδειάσω την γωνιά και πώς αλλιώς θα συνεχίσουμε να γυρίζουμε όλοι γύρω – γύρω;

Μα, ωστόσο, μπήκα. Ήταν ήσυχα, ως να πεις Πανεπιστήμιο έφτασες εδώ.

* Από το βιβλίο “Η Μυρτώ και ο λήσταρχος Καραμπούμ”, Ντιμίτερ Ινκιόφ, Εκδόσεις Πατάκη, 1984, σελ. 38, κεφ. Η κούκλα μαθαίνει πόσο κρατάει μια βδομάδα. (Η Μυρτώ, είναι μια πολύ ακριβή κούκλα, που έχει παράπονο μεγάλο, να ‘ρθει η μέρα που κάποιος θα την αγοράσει, ένα κοριτσάκι, που θα γίνει η μαμά της. Με τα πολλά, ας τα διαβάσετε, συναντά την Ανίτα, που της υπόσχεται πως θα κάνει οικονομίες και θα πηγαίνει κάθε εβδομάδα να την βλέπει, ώσπου να μαζέψει τα λεφτά, περίπου στα Χριστούγεννα. Της έδωσε το όνομα Μυρτώ και με το που έφυγε, η κούκλα μες στην τρελή χαρά πανηγυρίζει, αλλά κι αυτομάτως αγχώνεται, θέλει να μάθει πόσο κρατάει μία εβδομάδα. Έχει έναν καλό φίλο εκεί, τον ληστή Καραμπούμ, η Ανίτα, έχει ήδη υποσχεθεί, πως θα τον αγοράσει κι εκείνον μαζί, για να μείνουν παρέα. Τώρα, πως τα κανόνισαν όλα αυτα; Θα τα μάθετε, ελπίζω και θα τα διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι. Πάντως, τώρα που η Μυρτώ θέλει να μάθει πόσο κρατάει μια εβδομάδα, ο φίλος της ο Καραμπούμ, προτείνει να ρωτήσουν τον κούκο του ρολογιού και ιδού τι τους είπε):

” – Κουτή ερώτηση. Μια βδομάδα, κούκλα μου,  κρατάει μια βδομάδα. Ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο. Δηλαδή, εφτά μέρες. Από Δευτέρα ως την Κυριακή. Η κάθε μέρα έχει είκοσι τέσσερις ώρες. Η κάθε ώρα κρατάει εξήντα λεπτά και το κάθε λεπτό έχει εξήντα δευτερόλεπτα. Κατάλαβες τώρα;

-Όχι! είπαν η κούκλα κι ο ληστής μαζί.

-Τότε θα σας το ξαναεξηγήσω από την αρχή. Ξέρετε πόσο κρατάει ένα δευτερόλεπτο;

Όχι!

-Τότε πείτε είκοσι ένα.

-Είκοσι ένα.

-Ώσπου να το πείτε το είκοσι ένα, πέρασε ένα δευτερόλεπτο. Ένα λεπτό έχει εξήντα δευτερόλεπτα. Μια ώρα έχει εξήντα λεπτά. Ένα μερόνυχτο έχει είκοσι τέσσερις ώρες. Μια βδομάδα έχει εφτά μερόνυχτα. Το καταλάβατε τώρα;

-Όχι!

-Καλύτερα δεν μπορώ να σας το εξηγήσω. Ο κούκος ήταν όλο νεύρα. Πρέπει να μετρήσετε ως το εξήντα.

-Και τότε θα έχει περάσει μια βδομάδα;

-Όχι, θα χει περάσει ένα λεπτό. Όταν μετρήσετε εξήντα φορές ως το εξήντα, τότε θα ‘χει περάσει μια ώρα. Αν αυτό το επαναλάβετε είκοσι τέσσερις φορές, θα χει περάσει ένα μερόνυχτο. Κι όταν όλα αυτά που είπαμε τα επαναλάβετε εφτά φορές, τότε θα ‘χει περάσει μια βδομάδα. Το καταλάβατε τώρα;

-Όχι!

-Αμάν πια! απελπίστηκε ο κούκος. Εγώ βγαίνω κάθε ώρα και λέω τι ώρα είναι κι εσείς δεν έχετε ιδέα τι είναι χρόνος. Γιατί, λοιπόν, κουράζομαι;”

**Γλωσσοδέτης: Τάβλα καλή ταβανοπαγκόταβλα.

h1

Αν σ’ αγαπάω;

Νοεμβρίου 16, 2009

Ναι. Και το ξεχνάω. Δηλαδή, το ξεχνάω συνεχώς, δεν μπορώ να σου εξηγήσω το πώς, οτιδήποτε έχει σημασία, εκτός από σένα εκείνη την στιγμή, την στιγμή που, πώς να το πω, την στιγμή που μπορεί να ‘σαι κι εγώ και μπορείς, έχεις την δυνατότητα να καταλάβεις απόλυτα για ποιον λόγο είμαι αυτή που είμαι, όταν είμαι, την ώρα εκείνη που δεν ξέρω αν είσαι, ξέρω ότι είμαι κι αυτό μου φτάνει κι εσένα, δηλαδή, σου φτάνει αυτό το πράγμα. Μόνο σου μέλημα να ζήσω, πώς να μην σε αγαπήσω, πώς εγώ να μην ξεχνώ;