h1

Σε καταλαβαίνω

Ιανουαρίου 23, 2012

Τι να πεις τέτοια ώρα

δεν είναι μεσημέρι για να βρεις δικαιολογία

δεν είναι καν βράδυ

για να κοιμηθείς

να ξεχαστείς, καλή μου ιστορία

h1

Με την τηλεόραση ανοιχτή

Ιανουαρίου 6, 2012

Περνάνε εικόνες παλιών εποχών

τότε που αγοράζαμε μανικετόκουμπα

κι ήταν εύκολο να μεθύσεις σ’ ένα μπαρ

Άνθρωποι με σακούλες τυπωμένες

λογότυπα στο στέρνο και στον κρόταφο με γράμματα χρυσά

πήγαινε προς το ένα και το άλλο

απόκτησέ με

Ζηλεύω την εποχή της αθωότητας

τότε που ζούσαμε με μόνες έγνοιες

πώς θα χωρίσουμε το χωράφι και πού θα μπει το τέρμα

h1

Αυτοτελής ακολουθία

Ιανουαρίου 4, 2012

Να διαβάσω τα παλιά, ενώ έχω έναν πολλαπλό κίνδυνο;

α) ν’ αρχίσω να διορθώνω, να κόβω και να ράβω

β) να περιφρονήσω την αφέλεια που αποτυπώθηκε κάποτε, να επιτεθώ σ’ ένα παλιό μέρος του εαυτού μου, μιας και με τα τωρινά μάτια μου το εντοπίζω ως αφέλεια, αυτό που κάποτε ειπώθηκε με σάρκα και με αίμα

γ) ν’ απολαύσω τη μουσικότητα, όπου αυτή συναντάται

δ) να γίνω άλλος

ε) να είμαι ξένος

στ) να είμαι αναγνώστης

ζ) να είμαι εκφωνητής σ’ ένα ραδιόφωνο

η) να το λέω σ’ ένα παιδί

θ) ν’ αρχίσω την αρίθμηση

ι) να μάθω το δέκα

κ) ν’ αρχίσω τις σφηνοειδείς προσθήκες

λ) παραπομπές και παραλείψεις

μ) να καλλιγραφήσω μηχανικά ένα γράμμα, όταν η σκέψη του κειμένου κάνει παύση κι η δική μου προχωράει ανενόχλητη στο

ν) και

ξ) να πονέσει ο αριστερός μου καρπός

0) να γράψω κάτι άλλο

π) να κάνω αρκετά διαλείμματα για τσιγάρο

ρ) να διψάσω

σ) να νιώσω ρίγος

τ) να χτίσω μοναξιά

υ) ένα κύπελλο κρασί

φ) μια στροφή του τραγουδιού

χ) επομένως, ναι

ψ) θα ψαρέψω πολλά ωμέγα.

h1

Στο έβγα του Οκτωβρίου

Οκτωβρίου 29, 2011

Προτιμώ να κατευνάσω την πείνα μου

και να διαμαρτυρηθώ με τους ήχους του στομαχιού

Η πείνα φέρνει κι άλλες λέξεις για χώνεψη

h1

Καλοκαιρινά κατορθώματα

Αυγούστου 13, 2011

Φεγγάρι μαρμάρινο κρύσταλλο πάει τόσος καιρός που ήταν ο κόσμος αληθινός και πολλές συζητήσεις στη γειτονιά ξάναβαν ιστορίες για την πανσέληνο και τους μύθους των αστεριών, πάει καιρός που οι καλοί τρόποι σε υποχρέωναν να βγάζεις το καπέλο σου μπαίνοντας σ’ ένα σπίτι.

Μια γριά με το σώμα τρεμάμενο με δυσκολία πολλή σηκώνεται για να δει τον γεμάτο κύκλο που περνάει μόλις τώρα πάνω απ’ την αυλή και το είχε ξεχάσει πως υπάρχει τόσα χρόνια στη ζωή της. Τα μωρά μπουσουλάνε στο δάπεδο, κάνουν αγώνες δρόμου στο μωσαϊκό που το ζηλεύουν για την δροσιά του οι σκύλες και τα πόδια μας τα γυμνά

μετά την πυροβασία του μεσημεριού

πολύ μετά την λάβρα του χρώματος

ακόμη πιο μετά

ένα τζιτζίκι κοιμάται πάνω στη μπουγάδα και περιμένει ένα φως αλλιώτικο

επικρατεί μια σύγχιση

κάτι δεν πάει καλά κι είναι νύχτα για να τραγουδάει κανείς μαζί με τα τριζόνια.

Κάποιον φώναξαν από την πόλη και παίζει μουσική το μπαρ στην παραλία

fullmoon party ως το ξημέρωμα που σε σκοτώνει και νομίζεις ότι ξύπνησες μέσα στο όνειρο που το βαρέθηκες μα δεν μπορείς να βγεις από αυτό

είναι μια ώρα δύσκολη που ζητάει καφέ πριν επικρατήσει η περιπέτεια

το μεγάλο μπέρδεμα του ύπνου.

 

 

 

 

h1

Σάββατο των Απόκρεω

Μαρτίου 5, 2011

Προτιμώ να βάλω μόνο τον τίτλο. Τούτο το κείμενο περιμένει τον συγγραφέα του, έχει στη διάθεσή του πέντε σελίδες κι απαιτεί να γραφτεί με 007 μαρκαδόρο.

Ο συγγραφέας, έχει ήδη δηλώσει πως συμφωνεί με τον αριθμό των λέξεων, θα προτιμούσε όμως μαύρο στιλό 0,5. Πρόκειται για τεράστια διαφορά κι ακόμη δεν έχει προκύψει συμβιβασμός, ώς εκ τούτου έκαστος παραμένει στις ανακοινώσεις του, ενίοτε και με πανό αναρτημένο.

Κάπου στη μέση ο Ρεξ πηγαινοέρχεται και γαυγίζει στις μολότοφ και λυσσάει με τα δακρυγόνα. Πού και πού κοιμάται στην Αμαλίας και κανείς δεν ξέρει πώς επιβιώνει κι αν υπάρχει ακόμα.

Εγώ τον είδα στην πλατεία του, στο δικό του περίπτερο να μυρίζει άδειες Mars, τώρα που κοντοζυγώνει η νηστεία και ξεσαλώνουν τα παπαδοπαίδια.

Και πώς άλλαξε έτσι ο κόσμος, σκέφτεται ο Ρεξ, πώς πέρασε έτσι ένας χρόνος και το ψυγείο της κόκα – κόλα γουργουρίζει ξεφυσώντας χαρτοπόλεμο.

Τα μωρά τον ζαλίζουνε. Τον πειράζουν μες στα μάτια με τις σερπαντίνες και τις γυάλινες φωνές, οι εξατμίσεις, ευτυχώς, υποβαθμίζονται στο ρόλο του ισοκράτη.

Οι σκόνες αναμειγνύονται κι οι νοικοκυρές τινάζουν τα χαλιά του πάρτυ, ρουθούνια μου σφραγιστείτε, μην ακούτε τα τύμπανα των αφορισμών, την κατάρα για το πετούμενο στον κάλαθο των αχρήστων.

Μην με κοιτάτε κι επιτέλους μη με φωτογραφίζετε, αφήστε με να δω τον δρόμο.

Φέιγ-βολάν, θέλω να μάθω γαλλικά, χιλιάδες παπούτσια ανά δυο και λιωμένα νεράντζια, κιμωλία και περιγράμματα περιοχών, οδός Ιωαννίνων.

Μη μου μιλάτε, αν έχω πλατεία στη διάθεσή μου δεν σημαίνει πως είμαι διαθέσιμος. Τα χάδια και τα λόγια της δικής σας θαλπωρής δεν θα κληρονομηθούν ποτέ από εμένα.

Νομίζω, πως πάψανε τα πυρά, είπε ο Ρεξ, βρίσκοντας τρόπο να βάλει μια παύλα στις συρράξεις των εγωισμών.

Εδώ, το κείμενο παίρνει τον λόγο και λέει πως ότιδήποτε εκφράσει δίχως τον συγγραφέα του να καταχωρηθεί στα πρακτικά και να μην χρησιμοποιηθεί ποτέ ως μέρος του συνόλου.

Ο Ρεξ στρογγυλοκάθεται. Δεν περιμένει απολύτως τίποτε στον λόφο του Κολωνού.

Οι υπόλοιποι ετοιμάζουμε τα κάρβουνα των συμπερασμάτων, περπατάμε πάνω τους φορώντας κουδούνες, αναβάλλουμε για λίγο την ετυμηγορία του κοινού.

h1

Μια λεζάντα για τον Κλιμτ

Φεβρουαρίου 22, 2011

Για τα φιλιά θα μπορούσα να μιλάω με τις ώρες

κι εκείνο το πρώτο πρώτο

κι αυτό που τ’ αποφάσισα εγώ

εκείνο που δεν ήθελε μπουφάν μέσα στο κρύο

Θα μπορούσα να σου λέω για τις ώρες

με κίνδυνο να γίνω φλύαρη και νανουριστική

με πιθανότητες πολλές να γίνω βαρετή

κι ακατανόητη

παράλογα εγωφανής παράλογα ιππότης

Θα μπορούσα να σου πω για την γλώσσα

που μπορεί και στρίβει βόλτες στα ούλα σου

να ανατρέξει στον Ησύχιο

να αρθρώσει τα μη λεγόμενα των ανθρώπων

Είναι βέβαιο πως βρίσκομαι στην Αθήνα

και στα ίχνη του Επίκουρου

τότε που οι πρόθεση “δια”

μεταβάλλεται κι εξαφανίζεται

στο στόμα μου που προεκτείνεται εντός σου

Τώρα θέλω μια τελεία

για να καταλάβω το οχυρό του χρόνου

είμαι ο Λάνσελοτ της μνήμης

της Δορυλαίων ο Δον Κιχώτης.

Με μεγάλο κίνδυνο σταματώ

εγώ γωνία και Αναγνωστοπούλου

σε φιλώ

σε χαιρετώ

ο ανώνυμος άγιος στο σάλιο των ημερών σου

h1

Ευκαιρία είναι

Φεβρουαρίου 10, 2011

Να γυρίσω τα ψάρια από την άλλη κι ύστερα να ρίξω ένα χαμόγελο στην αγάπη μου, περίπου δώδεκα βήματα ως το πιάνο. Έχω γύρω στα τρία λεπτά μπροστά μου, λίγο χρόνο στο περιθώριο να κεντήσω, να μεταφερθώ σε μία πράξη μέσα, να απαντήσω.

h1

Σημειώσεις για την “ποίηση”

Φεβρουαρίου 8, 2011

(Μόλις έμαθα τα αποτελέσματα του Διαγωνισμού Ποίησης, που διοργάνωσε το Μικρό Πολυτεχνείο, ο κινηματογράφος Μικρόκοσμος και η Clip art films. Με αφορμή την προβολή της ταινίας και τον διαγωνισμό αυτό, ξεκίνησα από τα Σκόρπια σκηνοθετικά ευρήματα και  ακολούθησαν διάφορα κείμενα με το πέρασμα του χρόνου. Το πιο πιθανό είναι, το ποίημα για την ποίηση να μην έχει γραφτεί ποτέ. Αλλά και η ευτυχία του στίχου, όπου κι αν σταθεί, είναι αναπόφευκτο δικαίωμα των απανταχού ποιητών.  Τα αποτελέσματα, εκ πρώτης όψεως με εντυπωσίασαν: 7 κορίτσια επιλέχθηκαν, με τον Γ. Ιατρίδη να είναι ο μοναδικός άντρας στο σύνολο των 8. Δεν πρόκειται περί στατιστικής, ούτε περί φυλετικών διακρίσεων, όμως εγώ ένιωσα τιμή για τον πλούτο της θηλυκής παρουσίας που προέκυψε, είμαι βέβαιη πως είναι ενδιαφέρουσες όλες οι συμμετοχές, θέλω να διαβάσω τι γράψαμε όλοι μας  κι ανυπομονώ να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να διαβάσουμε κάπου τα κείμενα, τα ποιήματα που υποβλήθηκαν στο κοινό πλαίσιο του διαγωνισμού αυτού. Ένιωσα τον πυρετό της εξωστρεφούς συμμετοχής κι ήταν σπουδαίο. Καθόμουν, να πιω ένα ποτό στον Μικρόκοσμο παραμονή πρωτοχρονιάς, κι έβλεπα αγωνίες, φιγούρες βιαστικές, κορίτσια στην εφηβεία με την λάμψη στο βλέμμα, “πού να αφήσω το ποίημα;” λέγανε και δεν ξέρανε και πώς να αφήσουν απ’ τα χέρια τους τον φάκελο, σαν πούπουλο το κρατούσαν μεσα στο χέρι. Εφόσον, πια, τα λόγια έχουν κριθεί, μπορώ να δημοσιεύσω τα δικά μου, αυτά δηλαδή που πρόλαβα να γράψω ώσπου να λήξει ο διαγωνισμός. Το Τέσσερις με πέντε που ακολουθεί με την σειρά του, είναι μιας ενδιάμεσης εποχής, από τότε έως σήμερα. Τα εισαγωγικά στην λέξη ποίηση του τίτλου, σηματοδοτούν μόνο την αφορμή, δηλαδή την ίδια την ταινία, πέρα από οτιδήποτε άλλο. Όσο για το περιεχόμενο των εισαγωγικών, ανήκει απαρέγκλιτα στον καθένα. Η ποίηση λέω πως είναι ο καθένας.)

Σκόρπια σκηνοθετικά ευρήματα

Να φτιάξω λίγο αυτό το σίγμα

πώς βγήκε έτσι αδιόρθωτο

και τέρας παρεξηγήσεων

Οι συνηχήσεις με το ταυ το τσακίζουν

πώς να τ΄αφήσω να φύγει έτσι

είναι κρίμα τέτοιο σίγμα να μην το μπορείς

Κι έπειτα, ένα – ένα, όλα τα υπόλοιπα:

Πράσινη στίξη στον δρόμο με τις λεμονιές

Μια εξήγηση για το σώμα

του τιτιβίσματος

Και μετά αναρωτιέμαι:

πού πήγε η φωτογραφία του θύματος

και πώς ξεχάστηκε το έγκλημα από τους θύτες;

Περιπλανιέμαι στον μικρόκοσμο των στιγμών:

τελείες τα πρόσωπα

που έμειναν να σε κοιτούν ή τα κοιτάς αφηρημένος

Βαριέμαι:

τις ερωτήσεις που μόλις έκανα

και το λαμπύρισμα της οθόνης

Ένα πανί:

για  να κάτσω και να γράψω το ποίημα

10.12.10

 

Υστερόγραφο

Και πότε ξέρει ο ποιητής πότε είναι ετοιμοπαράδοτο το σώμα της έμπνευσής του και πότε σταματά το ποίημα ακριβώς;

Τουλάχιστον να αισθανόμαστε

 

Επομένως

Ο δρόμος του ποταμού της ήταν αναπόφευκτος, έπρεπε να νιώσει την διαδρομή του κι εκείνη

να συγκρουστεί στο ίδιο βάθος

και να βρεθεί σε μια από τις όχθες του

Πώς, άραγε, να είναι

μονάχα αυτή η περιέργεια, λοιπόν

η τελεσίδικη ερώτηση του μήλου την έπεισε:

καλοφάγωτος ο πειρασμός της συμπόνιας μας

20.12.10

h1

Τέσσερις με πέντε

Φεβρουαρίου 7, 2011

Είναι πράγματι ευκαιρία να γράψω τώρα, δεν μπορώ να βάλω ηλεκτρική σκούπα μες στο μεσημέρι. Όλα τ’ άλλα έγιναν και μπορώ να χαζέψω το μήλο.

Νοσταλγώ την εποχή που το καταβρόχθιζα με τα υγιή μου ούλα. Το ανακρίνω, το καταψύχω, το φουρνίζω και το λιώνω, τ’ αφήνω να σαπίσει στο συρτάρι του ψυγείου. Μπορώ να το απεικονίσω πια και να φύγω από το σχήμα του κι ίσως να μπω στη χώρα των συμβολισμών του. Αχ, αυτό το μήλο με την Εύα, μας κατέστρεψε. Αλλά είναι ωραίος κι ο κόσμος που βάζει στα σκοτεινά τη γύμνια, το σκοτάδι την ομορφαίνει και την εξυμνεί.

Κι εκείνο της έριδος, μας αφήνιασε. Στέλναμε τους μισθοφόρους για να επικρατήσουμε στην τελευταία κουβέντα που θα ειπωθεί.

Είναι, όντως μια ευκαιρία, τώρα που όλοι κοιμούνται για λίγο. Να θυμηθώ το τραγούδι με το μήλο στην επιλαχούσα του ποδιά, μήλο κόκκινο, ρόϊδο βαμμένο της Ζαγοράς, στοιβαγμένο στον πάγκο της  Δευτέρας.

Απομένουν τα μήλα που στολίζαμε στα δέντρα της ζωγραφιάς, τώρα που λίγο μεγαλώνουμε και καλλωπίζουμε τα εκφραζόμενα. Περιορίζουμε και τις εκφράσεις μας σταδιακά και μας ξεφεύγουν κινήσεις μηχανικές, που μας προδίδουν σε μια συνομιλία.

Κι εκείνα που έπεσαν κάτω απ’ τη μηλιά τους κι εκείνα του βιβλίου με τα ζώα του δάσους κι είναι το σπίτι ένα μήλο, με παράθυρο και πόρτα για το ένοικο σκουλήκι και την κάμπια.

Τα μήλα που έψαχνε ο Ηρακλής, που ήταν στο τέλος χρυσά πορτοκάλια και τα γεώμηλα, οι συνειρμοί, οι βολβοί και οι σπόροι, τα γογγύλια.

Όλοι οι καρποί του χώματος και οι εναέριοι απάνω στα κλαδιά τους και λυγίζουν απ΄το βάρος οι αχλαδιές κι οι καρυδιές, όλοι οι καρποί της τάφρου με τα βατόμουρα κατακόκκινα ως το μαβί απόγευμα. Κι όλοι οι καρποί του αφρού: οι καρύδες που τις έφερε η θάλασσα στη Γαύδο, τα κυδώνια κι οι γυαλιστερές, τα αγκαθωτά κάστανα της ακτής κι οι αχινοί του βουνού, όλα τα μαργαριτάρια μες στο κέλυφος του αυγού μας.

Μπορώ να χαζέψω το μήλο μου και να θυμηθώ την στιγμή που το απέκτησα.

-Είναι βαλτίσιο, κοπέλα μου.

Είναι, δηλαδή, μεγαλωμένο σε ελώδες έδαφος με πολλά βατράχια ολόγυρα.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.