h1

Νυχτοβασία

Νοεμβρίου 3, 2009

Μου είπαν πως μια νύχτα χώρισα τα μαξιλάρια ενός βασιλιά και του είπα “αυτά δικά σου, αυτά του αδερφού μου”. Κάποιος ήρθε εντωμεταξύ, να βοηθήσει στην επίλυση του ζητήματος, μόλις είχα βγει από ένα όνειρο, στο οποίο απαιτούσα την ίση κατανομή του ύπνου, τα ίδια δικαιώματα στην ανάπαυλα του κόσμου. Ξυπνούσα από το παραμιλητό μιας δικής μου διαδήλωσης και διεκδικούσα την αμοιβή του ζωντανού: να απλωθεί το μαύρο στερέωμα πίσω από τα βλέφαρα, να γίνουν τα λόγια ζωή, καθώς ξαναρχίζουν οι ρόδες να τσουλάνε στην πολιτεία πίσω από το κούτελο. Μια λεωφόρος ανάμεσα στα μάτια εκείνου που ζει μια ζωή εδώ, μια ζωή εκεί, ένα σπίτι για τη μάνα μου, ένα σπίτι για την αγάπη μου, ένα πεζοδρόμιο για τον έρωτα, που περιμένει κάτω από το φροντιστήριο ή μέσα στο πρώτο σου αυτοκίνητο ή στο κατώφλι μιας παλιάς κλωστής, θεία που ήταν ό,τι είμαι, στη μορφή της το μέλλον μου ονειρεύομαι. Μπορώ να κοιμηθώ σε αυτό της το δωμάτιο, με τα σκουρόχρωμα συνολάκια κρεμασμένα μεθοδικά, πλάι στις φούστες που μυρίζουν αχρησία και ιστορική συνέπεια. Μέσα από την ντουλάπα βγαίνουν οι αφηγήσεις για την κάθε ραφή, όλα αυτά που άκουσαν οι γιακάδες, όλα αυτά που κρύφτηκαν στο πέτο.

Μια πλατεία το στέρνο του ανθρώπου. Τώρα που υφαίνεται το κέντημα απ’ την ανάποδη, οι χτύποι της καρδιάς θεσπίζουν μια αναγκαία χρονική ροή, απαραίτητη για την επιβίωση σε αυτόν τον τόπο. Μόλις τώρα, χρειάστηκε να απωθήσω με κλωτσιές και μπουνιές έναν διαρρήκτη, μου είπαν πως κοιμόμουν, αλλά εγώ διέφυγα με ένα παραπέντε κι ας είχα προσευχηθεί να πετάξω δίχως φτερά. Απέδρασα και πέρασα τα σύνορα.

Στο μαξιλάρι που θεσμοθέτησα τον ύπνο μου, μια μικρή Ασία κατοικοεδρεύει και μου ζητάει, κάθε φορά, το ίδιο διαβατήριο, την ίδια φωτογραφία μου, την ώρα που κοιμήθηκα και πότε σκοπεύω να ξυπνήσω. Κάθε φορά της απαντώ “δεν ξέρω” και βάζει μια σφραγίδα επάνω στις βλεφαρίδες μου. Για όσο είμαι εκεί, απαρνούμαι τις ιστορίες του ματιού και προσδοκώ έναν βίο που θα λησμονηθεί δια ζώσης, μου είπαν πως έλεγα κάτι ακαταλαβίστικα, μα κοιμόμουν, απάντησα. Μόνο τότε ξέρω σανσκριτικά.

Μια συνοικία με σπίτια ρηχά, μονόπατα και μικρά, το πρόσωπο του κοιμισμένου. Ίσα που να δρασκελάς και ν’ ανεβαίνεις στις ταράτσες τους, να φωνάζεις μέσα από κεί όλα σου τα συνθήματα, κάτω από το μάγουλο οδύρεσαι ή ειδοποιείς τους συγχωριανούς, βαράς τις καμπάνες του προφήτη κι αντιλαλείς ως τους πόρους του δέρματος, κάτω απ’ την ανάσα του κοιμώμενου πλάσματος μια ζωή που καταδιώκεται και βροντοχτυπά, εφευρίσκεται από στιγμή σε στιγμή, μια βάρκα που πλέει ανάποδα τα ρουθούνια, δυο σπηλιές και δυο ζώα που κάνουνε έρωτα. Άκου τον πυροβολισμό του πάθους, όσο μαίνονται οι οδομαχίες στους κροτάφους. Πίσω απ’ τα δόντια τα χαρακώματα, στο κάτω χείλος ένα δωμάτιο φτιαγμένο για την προσμονή. Επάνω στο πηγούνι μια μισοτελειωμένη μακέτα, “Η αυλή των ονείρων εις την Καισαριανή” ή κάπως έτσι λέγεται το έργο της αποψινής επιθεώρησης, δεν προλαβαίνουμε τώρα να το παίξουμε, το ζήσαμε άλλωστε και τι άλλο να ζητήσει κανείς;

h1

Εφεύρεση

Νοεμβρίου 1, 2009

Το τσέλλο τρίζει. Παράπεσε πολύ ρετσίνι στις τρίχες του δοξαριού. Κι ο αντίχειρας που βαστιέται πίσω από το μάτι του καβαλάρη, φίλντισι και νύχι πλάι – πλάι κι ένας ήχος στριγκός, όλα τα φιλιά που τα αρνήθηκες μέσα σε τέσσερις χρόνους χωρέσανε. Ίσαμε την αρχή του δοξαριού ως το τέλος, παράγεται ένας φθόγγος που βήχει στο μέσα του αγκώνα, τότε που στοιβάχτηκες σε ένα κίτρινο λεωφορείο.

Πήγαινες στον πρώτο σου προορισμό. Μ’ ένα ξύλινο μωρό στην πλάτη.

Αν σε ήξερε κανείς, θα ‘λεγε πως ανηφορίζεις για το Ωδείο.

 

h1

Στην άκρη του θρανίου

Οκτωβρίου 30, 2009

Μια κατσαρίδα μαύρη μπήκε μέσα στην τσάντα μου.  Την ώρα που χτενιζόμουν και σκεφτόμουν πότε θα ρθει το μεσημέρι, κρύο νερό στο πρόσωπο, να ξυπνήσει το κορμί πρωί – πρωί. Χτενιζόμουν και δεν σκεφτόμουν, η παραζάλη της μάνας, η πολεοδομία του σπιτιού, ο φαρδύς νιπτήρας που ακόμη αντέχει το βάρος μου, θρονιάζομαι πάνω του για να ετοιμάσω εμένα. Μπήκε, που λες, ανάμεσα στα βιβλία μου, τρύπωσε μέσα στον στάβλο με τα ψίχουλα, είμαι λιγόφαγη, τ’ αφήνω και τρίβεται το φαϊ και σκορπίζεται, μέσα στο πρώτο τεύχος των ασκήσεων προγραφής μια σπανακόπιτα, που ξέμεινε στο ελάχιστο ξεραμένο φύλλο πλάι στη γραμμή. Μπήκε μέσα και περίμενε. Την στιγμή. Την τελεία εκείνη που θα την εξωθούσε κάποτε να βγει. Η στιγμή η τέλεια, ήταν εκείνη που δεν δίδασκε ο κύριος Αντωνίου, ούτε και ‘κείνη η Παριζιάνα με τα λόγια που παραδέχονται, ούτε κι ο μαθηματικός με την κουτσουρεμένη άρθρωση, μουτζούρα έξυπνη στο φετινό μας σινεμά. Ήρθε την ώρα που δε συνέβαινε τίποτα, η καθηγήτρια, ξανθιά με μπούκλες την θυμάμαι, κάποτε μες στη ραστώνη της αχανούς παρατήρησης που βυθίστηκα, τσίριξε, εκπαραθυρώθηκε σκυφτή επάνω στην έδρα, οι συμμαθητές τσιρίζουνε, κάνουν όπως εκείνη, μάλλον έτσι είναι το σωστό, την μιμούνται, μα αν θέλουν κιόλας το παραπιστεύουν το θέατρο που καλούνται να παίξουν, καθρεφτάκια μαγικά της αλήθειας. Χάθηκε να ‘χα μια μαϊμού; Στον ώμο, να ισορροπεί στο δισάκι μου, κατάλαβες, να κρέμεται από το κοντάρι που κρατώ, καθώς πηγαίνω στην ζωή μου, δευτέρα, κατά τις 10 η ώρα. Σκύβω και τώρα και συνδυάζω  το πανικόβλητο παραλήρημα  με τη μισάνοιχτη τσάντα μου, που μυρίζει λάπατα και τραχανά, το ταγάρι μου παραμελημένο χάσκει τα χείλια του στο πάτωμα, μια κατηφόρα και βγήκε έξω, που πήγε, τρέχω στα μάτια τους να δω πού κοιτάζουνε, γνωρίζω την προέλευση της αιτίας, αλλά δεν ξέρω πού είναι αυτήν την ώρα, εύχομαι μόνο να δω πού είναι κι αν υπάρχει πιθανότητα να φύγει από εδώ μέσα γρήγορα, πριν καταλάβει κανένας από πού ξεφύτρωσε και μου φορτώσουν τη μισή ποινή. Την άλλη μισή η κατσαρίδα, που ουδέποτε άλλοτε δεν μπόρεσα να την αγαπήσω τόσο, τώρα που περνάει ξυστά από το πρώτο θρανίο, γωνία 60 μοιρών με το σκαλοπάτι της έδρας.

Ο λάρυγγας εκείνης που ποτέ δε μου θύμισε τίποτα, εκτός από όλα αυτά, είχε παραδοθεί αυτούσιος στο παραλήρημα, ένα άγαλμα με τεντωμένο το πρόσωπο, με πιάνει ξάφνου μια αγωνία για την κατσαρίδα μου, ήταν εκεί, σ’ ένα βήμα σημειωτόν, να ανέβει πάνω ή να κάνει αριστερά προς την πόρτα; Η καθηγήτρια στο μεταίχμιο της απόφασης του λαθραίου επισκέπτη, ίσα που τολμάει ν’ ανοίξει τα μάτια, να δει έστω την κατάληξη του γεγονότος, πριν καταλυθεί η στιγμή. Η άνω στιγμή. Εκείνη που μπαίνει υπό του κειμένου και σταματάει τον χρόνο, η χαρά της ανακάλυψης μιας ανθρώπινης αποτύπωσης, λέω από μέσα μου φύγε γρήγορα από δω μέσα, να τελειώσει αυτό το μαρτύριο, ντρέπομαι κιόλας και συμφωνώ και μαζί τους, δίκιο δεν έχουν που τρομάζουνε τόσο με μια κατσαρίδα που τρέχει και ψάχνει ιλιγγιωδώς την διέξοδο; Τώρα μια μουσική, έτσι όπως ουρλιάζουνε στη μέση του μαθήματος, ο Τζουφά κι ο Σεβάχ, σκοντάφτουν καθώς τους κυνηγούν, ένα μπερδεμένο γαϊτάνι οι φωνές, μου ‘ρχεται να της πω “τι θες εδώ, μωρε”, μα λίγο χώμα ήθελε και κάπως έτσι τα ‘φεραν τα βήματα και ζούμε το γοτθικό ταγκό με τον υπόνομο να σηματοδοτείται στην περαστική κατσαρίδα της γειτονιάς, που βρέθηκε στα ξαφνικά στο δάπεδο της Ιστορίας.  Ό,τι πιο σιχαμερό θα μπορούσαμε να γίνουμε, βρίσκεται εκεί, στη μαύρη τρεχάμενη κουκκίδα, στα δυτικά του μωσαϊκού.  Στη ράχη ενός εντόμου, που ακόμη δεν έλεγε να εξαφανιστεί, να δώσει την θέση του στην πρέπουσα τάξη. Σαν άγαλμα που έκλαιγε εκείνη, με τα ανθρώπινά της αναφιλητά και την ακινητοποίηση που την έκανε να πετρώνει επάνω στην έδρα, ο εαυτός της αλμυρός σαν αλάτι κοιτούσε εκείνη τη φορά, που τίποτε δεν συνέβη κι όλα ήταν ψέμματα, κι ήταν μια καθηγήτρια που κανείς δεν την θυμότανε, απούσα από τούτη τη σκηνή.

Όχι, δεν ανέβηκε στην έδρα, τι να κάνει άλλωστε εκεί, λίγο χώμα σαν αυτό που έχει η αυλή μου, δεν θέλει καν να είναι εκεί κι εγώ το ξέρω, την καταλαβαίνω που δυσαρεστείται  όσο ο Θοδωρής προσπαθεί να την πετύχει με τη βαρειά του σόλα. Έκανε κατα ‘κει και δεν θυμάμαι παραπέρα.

Ήταν που βρήκα μια παρένθεση να κοντοστέκομαι, να φτιάξω λίγο το κέντρο της φωτογραφίας.

h1

1 κάψουλα προ του ύπνου

Οκτωβρίου 29, 2009

Τι ερημιά, μαζευτείτε κοντά μου. Γύρω – γύρω από μένα, να σας βλέπω και να με βλέπετε όλοι, δεν είναι καλό να κάθεται κανείς πίσω από τον ομιλούντα. Αρκεί να κοιταζόμαστε και θα  συνεννοηθούμε, γύρω -γύρω όλοι, στη μέση κανείς να τονε κοροϊδεύουμε, ακούτε παιδιά; Κανέναν δεν τον κοροϊδεύουμε, ακόμη κι αν χρειαστεί, ακόμη κι αν δεν γίνεται να το αποφύγεις. Ν’ ακουμπάτε ο ένας στον άλλον, όσο ακούτε αυτήν την ιστορία, πλαγιάστε στα πλαϊνά του διπλανού θώρακα, είναι τόσο βολικά εκεί.  Οι ανάσες σας σιγά – σιγά θα ξεχαστούνε, όσο θα τρομάζετε θα κόβονται, όσο νανουρίζεστε θα βαθαίνουν. Η αλήθεια είναι ότι μαζευτήκαμε όλοι εδώ για να σας πω μια ιστορία, προσπαθώ τόση ώρα να σας βάλω στις ιδανικές συνθήκες ώστε να ακούει κανείς μια ιστορία, αλλά, αλήθεια είναι, δεν έχω κάτι να σας πω. Έτσι το είπα, για να κοιταχτούμε.

h1

Τα παιδιά της γειτονιάς σου με πειράζουνε

Οκτωβρίου 27, 2009

Με κλειδώσαν στο δωμάτιο μ’ ένα κουβάρι κατακόκκινο, δεν είμαι αράχνη, δεν ξέρω να πλέκω, μόνο να βγάζω νύχια ξέρω, να γραπώνομαι ξέρω, να κρέμομαι ξέρω, να έρπομαι σχεδόν ξέρω, να σκαρφαλώνω ξέρω, να ξύνω τα παιχνίδια μου με μία εμμονή. Μ’ αφήσανε μέσα στην φωλιά της γάτας, που ποτέ τους δεν την έσκισαν στα δυο, παρά μονάχα, όταν η αφεντιά της είχε όρεξη, την κάνανε Λήσταρχο Καραμπούμ, διεκδικούσε με λύσσα το μικρό δαχτυλίδι που ‘ταν δεμένο στην άκρη της κλωστής. Ήτανε ένας πειρατής ανίκητος κι όταν έχανε την μάχη στα μισά, ήξερε πολύ καλά να κρυφτεί, να ορμήσει ξανά στην κατάλληλη στιγμή και να μας παραλύσει. Το μούτρο του. Έτσι όπως δρέπει το λάφυρο οργιάζει μέσα στην ίριδα του ματιού η λάμψη της ύπαρξής του, το κυνήγι των προπατόρων του αφυπνίζεται, καθώς εξωθείται από ένα τόπι και γίνεται δωρικός πολεμιστής ενός ευγενικού σκακιού, ανιχνεύει τις πιθανότητες μιας αιφνιδιαστικής του εξόρμησης σαν πολυ -αισθαντικό ραντάρ με όψη αιλουροειδούς. Τι μούτρο, τι ιππότης. Τα παιδιά της γειτονιάς μου με σπαράζουνε, μ’ έχτισαν μες στην κουβαρίστρα των αντι – ιστοριών, είπανε στις σειρήνες να μου πουν παραμύθια που δεν τρομάζουνε, θέλω να τις ρωτήσω διάφορα, να κάτσω να τα πούμε. Θαλασσοπνίγομαι με τρόπο γελοίο, αν με βλέπει κανείς, μα νομίζω πως τα παραμύθια του τίποτα είναι πολύ πιο θρεπτικά από μια ακτή. Μια κουτή που βουλιάζει απ’ τις φωνές των άλλων, όσο παραμυθιάζεται καταμεσής του πέλαγου, καταμεσήμερο κι οι μεγάλοι κοιμούνται.

Τα παιδιά της γειτονιάς σου, με γεννήσανε, πώς να μην με καμαρώσουν, κλέφτρα, ψεύτρα, σαγηνεμένη από μια γλώσσα που δε λέει να πάψει, σα χταπόδι έντρομο που βαστιέται από μια λέξη, μια πανικόβλητη καρικατούρα στην επιφάνεια της εργασίας της. Πώς να μην με ιστορήσουν, πώς να με περιγελάσουν, τα παιδιά της γειτονιάς σου, πίστεψέ με, με μοιράζουνε.

h1

Απρόσμενη

Οκτωβρίου 23, 2009

Κορυφή.  Αντε,  Μεγάλη Άρκτε μου, άντε και πες μου πού βρίσκομαι, σε πονώ. Μοναχή μου, μοναχή εσύ

Αντε και το παράθυρο με καλεί, με πλαισιώνει

Αντε και τα μαλλιά μου μάκρυναν, βρε θεά, πόσος καιρός είναι αυτός που σε έχω δει; Αντε έλα, θα ‘θελα να με λέγανε Αντέλα.  Είμαι στο μοναστήρι της μάνας μου και περιμένω, πες μου λοιπόν εσύ

Ένα κομμάτι χαρτί για τον Αμζίτ, ξέρει να γράφει μια διεύθυνση αρκετή, βράδυ. Ο γκιώνης σκούζει και σε λιώνει, θέλεις να ξαναπάς στην Οικοδομή. Βροχή και βρέχει, μα βρήκα μια τρύπα στα σύννεφα και βλέπω την άγια αρκούδα μου, την μόνη γνωστή μέσα στο σύνολο, πιστή περισπωμένη

Την βλέπω και βρέχομαι και στα λασπόνερα προσέχω μη γίνει μούσκεμα το παντελόνι μου, ένα χαρτί αφομοιώνεται στα πρώτα μπετά που έπεσαν για να στρωθεί το γιαπί. Λέει για μια κατεύθυνση, δίχως κλαδιά και δίχως υπομονή, κατακόρυφο -τι λέξη, τι λέξη- ρίζωμα, μες στο μεδούλι μια πυγμή, πεινάω

Αχ, αγόρια μου και κορίτσια μου, γιαγιάδες που γίνονται μπουμπούκια μέσα στα μάλλινα τα φασκιά, κοιτάω μές στα γηρατειά και βλέπω την τελευταία μας άγνοια, αφέλεια επίμονη και σοφία απαρέγκλιτη, τι όμορφο τραπεζομάντηλο χορεύει στη σκιά

Η μπουγάδα δεν επιτρέπεται να απλώνεται το βράδυ, μα έχει τώρα τόσο φως, σ’ έχασα στο πλήθος και πορεύομαι μόνη μου, προσπερνάω τις λίμνες του δρόμου κι εδώ αντί για σαλιγκάρια ξεπετάγονται εκατομμύρια βατραχάκια τόσο μικροσκοπικά

Ανεβαίνουν στις κάσες, χοροπηδάνε στο μονοπάτι μου κι υποφέρω μην τα τσαλαπατήσω, δεν έχω καμμία όρεξη για τον θάνατο αυτή τη στιγμή

Να εξηγούμαι: πάω στην Οικοδομή γιατί με περιμένει ο Μπίλυ, που ευχήθηκα στο πρώτο άστρο μου να τα φτιάξει μαζί μου. Φιδογυρίζοντας στων βατράχων τα τερτίπια δεν με λένε Φανή και δεν έγινα το τραγούδι της δικαίωσης, ο Μπίλυ με περιμένει κι αδυνατεί

Δεν ήταν ποτέ του ο Σιμό*, έπρεπε να είναι ο Σιμό αλλιώς δεν θέλω τίποτα, έπρεπε να με δει μόνο ο Σιμό ή έπρεπε να γίνω αυτή που θέλει ο Σιμό; Να κάτσει εκεί. Στα κρύα τούβλα που στοιβάχτηκαν βιαστικά, για να μπει του χρόνου το ζευγάρι στο σπίτι. Να κάτσει εκεί και να λιώσει τα δάχτυλα στην τσακμακόπετρα, τόσο που φυσάει απόψε και θα σβήσει το κερί. Να κάτσει εκεί, σ’ ένα τελάρο και να με δει να λέω και να λέω, να μην ξέρει πού να με μαρτυρήσει

Ίσως και να μην ήμουν τίποτα, ποιος μου λέει ότι έτσι είναι τα πράγματα, ποιος μου λέει ότι είμαι εκεί;

Παραδέξου το, μου είπε, τι, της είπα, αυτό που έχεις για ζωή, ασε με να μετρήσω την ουρά σου, της είπα, θέλω να βρώ τον Πολικό, ο βόρειος πόλος είναι πολύ πιο όμορφος, έλα να πάμε εκεί. Μου είπε. Όχι, θέλω να διώξω το Μπίλυ και να γίνω χορεύτρια στην Αργεντινή, της είπα

Έλα να σου δείξω έστω πόσο δυνατός είναι ο ελέφαντας, τον έχω κρυφά ερωτευτεί, έτσι μου είπε, όχι θα πάω στην Αίτνα, τι θα κάνεις εκεί, με τρομάζεις

Θα σκορπίσω μια λέξη στον κρατήρα της, να δούμε πότε θα καεί, η λέξη δεν καίγεται μην είσαι τόσο ρομαντική. Έτσι μου είπε. Κι όμως θα την κάνω στάχτη, όλες στάχτη και σκόνη στον άνεμο, και τι θα μείνει, εκλιπαρούσε, τι θα μείνει;

Μοναχή θα μείνεις, μου είπε, είχε έρθει η ώρα του καυγά του σοβαρού, εκεί που λέγονται όσα πρέπει να λέγονται, όσα είναι να λέγονται, μοναχή θα μείνεις κι εσύ

Δεν με πίκραναν τ’ αστέρια μου, τι φταίνε κι αυτά, τη δουλειά τους κάνουν, σε τι να φταίξουνε στην τελική; Πάνω στην κορυφή του εαυτού σου κόσμου τ’ αστέρια κουτσομπολεύουν τα τεκταινόμενα, τίποτε το ουράνιο και το θεσπέσιο σε τούτη την συναλλαγή. Ο ουρανός ανήκει στους στεριανούς, πολυπόθητος και ακλόνητος, κυρίαρχος του περιβάλλοντος χώρου. Τ’ αστέρια δεν έχουν ονόματα παρά τα ξεχωρίζεις απ’ το πόση ζάχαρη θέλουν στον καφέ. Τα ξεδιακρίνεις από το φλόγισμα, αν είναι τρεμάμενο ή συνεχές κι αν αλλάζει καθόλου το χρώμα τους ολόγυρα, τα χαρακτηρίζεις απ’ τη φωνή τους όταν μαλώνουνε κι όταν παρηγοριούνται, ίσως και να ‘μαι εδώ, ποιος να το φανταζότανε πως είδα τον ελέφαντα στη βόρεια Αμερική;

Το παράθυρο με κουράστηκε, θα το αφήσω να αποσιωπηθεί για λίγο. Έχω κάτι κολιούς στον φούρνο και δεν είναι Αύγουστος, είμαι εκεί

Στο λάδι που καίγεται, μια λάβα στο ταψί, να σκορπίσω μια άλλη λέξη μαζί με τη ρίγανη

h1

Ορισμός

Οκτωβρίου 21, 2009

Και γιατί δεν είμαι εγώ ποιήτρια, όταν νιώθω αμηχανία μπροστά στο ζευγάρι που δρομολογείται;

Γιατί να σηκώνω από το λασπωμένο χώμα τους ζοχούς, δεν είμαι ένα ποίημα μες στη βροχή, δεν είμαι το φάντασμα του πρωινού σου κάμπου;

Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει μια Σαπφώ, να μη βρεθεί κι η Σύλβια Πλαθ, μια άλλη Καλλιόπη Σκαρίμπα*; Δεν είμαστε με τα καλά μας. Αναμένουμε το ιδανικό κατ’ επανάληψιν, ιδρύουμε τα μέτρα κι οι σταθμοί επεκτείνονται, η θλιβερή κουβέντα που δεν κατανοήθηκε παλεύει ορφανή. Άσε με κι εσύ κι ο άλλος, που θα μου πείτε πως δεν είναι ποιήτρια η ντροπή. Γένους θηλυκού και σε κοριτσίστικο μάγουλο περιεκτική.

Γιατί, δεν είναι ένας δεκαπεντασύλλαβος το μακρόσυρτο διόρθωμα του κραγιόν, λιπόσαρκη γριά που καμπουριάζει στο τρεμάμενο καθρεφτάκι της κι υποκλίνεται στο ευαγγέλιο που λένε τα χείλη της, στα μισά της Ευριπίδου;

Το έπος γράφεται από τα χέρια που πλένονται για να διώξουν το κολλημένο ζυμάρι από τα δάχτυλα, απ’ τον παράμεσο που σκεβρώνει όσο ορίζει το χαρτί.

Το διήγημα βρίσκεται στο πρόσωπο που σκέφτεται την ώρα που κοιτάει την σκοτεινή σήραγγα μες στα σπλάχνα της πόλης. Μικρά χρονογραφήματα στα παράθυρα του μετρό. Κι οι γέροι που εκστασιάζονται από μια γάμπα φανερωμένη κι οι υποχόνδριοι που θέλουν, ντε και καλά, να ισιώσουν τον γιακά του διπλανού και τα λόγια που δεν είπε το κορίτσι στο αγόρι και τα μυστικά που μαρτύρησαν και τα καρβέλια που ταξίδεψαν τσουλώντας τον δρόμο, ένας στίχος γεωμετρείται στον κόσμο κι εμείς είμαστε εδώ μονάχα για να τον επιβεβαιώσουμε, ποια γραφή και ποια ανάγνωση θα μπορέσει να τον βρει;

Ν’ αποδεχτούμε την ανημπόρια του ποιητή: Δημιουργεί όσο και δημιουργείται.

*Ποιήτρια από την Χαλκίδα, αδερφή του Γιάννη Σκαρίμπα, που της έλαχε η “βαρειά σκιά του αδερφού” τόσο για την ίδια ως άνθρωπο, όσο και για την ποίησή της. Μπορείτε να δείτε σχετικά με τις πρόσφατες εκδόσεις που την αφορούν ένα κείμενο εδώ. Δυστυχώς, λίγα πράγματα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν, αγαπώ βαθειά ένα της ποίημα, που ποτέ δεν κάθισα να μάθω απ’ έξω -κακώς. Μια δασκάλα μου πάντοτε έλεγε “τα ποιήματα που αγαπάς, να τα αποστηθίζεις”. Το βιβλίο είναι αρκετά μακριά αυτήν την στιγμή, όταν το έχω θα σας το παραθέσω.

Υ.Γ. Το κείμενο αυτό λειτουργεί και ως απάντηση στην δήλωση του συγγραφέα Θ. Κοροβίνη, στη στήλη Best of Verbatim του Lifo, στο τεύχος 175, “περί  γυναικών, λογικής κι ευαισθησίας”. Η απάντηση περιορίζεται μόνο στην δήλωση αυτή, καθώς δεν γνωρίζω το περιεχόμενο όλης της συνέντευξης και πού έχει δημοσιευθεί.

h1

Σπειροειδής εξομολόγηση

Οκτωβρίου 3, 2009

Αν είχα ακούσει όλους τους εισβολείς, δε θα ‘χα τώρα τα λόγια για να πω τις αμαρτίες μου, θα σας έλεγα ένα τραγούδι και θα γλίτωνα. Δηλαδή, όλα πάλι θα σας τα ‘λεγα, μα θα ‘ταν ο τρόπος εκείνος που σε κάνει να συγχωρείς και να δικαιούσαι την συγχώρεση συνάμα. Έκπτωτος καραγκιόζης με τις λέξεις, φάπες που μου τις δώσανε, άγαρμπες κλωτσοπατινάδες και κωμικές κραυγές. Παλιογράμματα, δεν είστε θαύματα, είναι μόνο το φεγγάρι του Πολάνσκι, η αρχέγονη συνείδηση της σάρκας πριν γίνει κορμί. Θέλω να τελειώνω, δίχως την ενσυναίσθησή σας, δίχως την άφεση των επιθυμιών. Σας λέω, μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκα, στέριωσα στους τριγμούς ολόκληρου του κόσμου. Χοροπηδάει το έδαφος, πώς να είναι κανείς υγιής; Τι να κάνουν τα θαύματα, της βροχής η υπενθύμιση σε καλεί καπου στον αιώνα. Πώς να ξεπλυθείς; Η ομπρέλλα σου πιστή στον καιρό της, είναι τόσο γοητευτική. Υπάρχω κι αμαρτάνω, που όλο θέλω να ζω διαλέγοντας, είναι αλήθεια, είμαι κανόνας της Φυσικής. Παραλογίζομαι από τ’ αλώβητα τα τραύματα, πώς να ξεχάσει κανείς; Αναγκάζομαι να γίνω λακές του ονείρου, σε τελική ανάλυση, μόνο εκεί μπορείς να λογαριαστείς. Ευλογήστε με, επιτέλους, είμαι αξιόποινη πράξη, είμαι εσύ.

h1

Ο λυγμός του δρόμου

Σεπτεμβρίου 30, 2009

Ο ‘δυσσέας ήξερε τι έκανε. Ο δούρειος ίππος είχε στρογγυλοκαθίσει μέσα του, παρόλο που λέγεται ότι τα άλογα ποτέ τους δεν ξαπλώνουν, κοιμούνται όρθια και πέφτουν καταγής, μόνο όταν πεθαίνουν. Όχι,  ο δούρειος ίππος του καταφρονεμένου μας Οδυσσέα, οξυδερκής από τον Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ενστικτώδης από τον Πόε. Τρομακτικός, όσο κι ο Λουί Ντε Φινές, σπουδαίος όσο κι ο Θανάσης Βέγγος. Τιμή του και κανένα καμάρι δεν παίρνει από τον περαστικό. Στο μετρό αγνοείται από τα τηλέφωνα, χάνουν το σήμα και δημιουργούν τη νεύρωση της απώλειας στους ανθρώπους, μικροί θάνατοι αποτυπωμένοι σε ρυτίδες των εκπλήξεων. Στη σκάλα, σαγηνεύεται. Δυο πόδια γαζέλας ακούγονται σαν τον Αγιο Νείλο. Σωπαίνει κι η πόλη εξυπακούεται, στο πεζοδρόμιο την διαπιστώνουν τα παιδιά της. Λάσπη και βροχή κι είναι βράδυ. Ονειρεύεται ένα ατμόπλοιο στον Ιλισσό, ο Πουαρό τον υποδέχεται στο γυαλισμένο κατάστρωμα άκαπνος, φρεσκοξυρισμένος κι ορεξάτος για κολύμπι. Η Μαδαγασκάρη του μέλλοντος είναι η καταγωγή του, σπουδαίος, σπουδαίος, άξιος και τόσο λυπημένος. Ψάχνει την επαγγελία του κι ας ξέρει, ο παρών, ότι στο τέλος είναι η ιστορία που γυρνάς στο σπίτι. Κι οι τσέπες, τι να πεις στη μάνα σου, είναι τρύπιες και θέλουν μπάλωμα κι είσαι χαζός που δεν την έβλεπες, τότε που έβλεπε κι όλο γάζωνε, ήσουνα τόσο ηλίθιος που δεν έκατσες να μάθεις την τέχνη της τεχνικής: όλα χρειάζονται. Κι όλα πρέπει να εφευρεθούν. Όλα οφείλεις να τα έχεις, να τα δώσεις, άκλαυτε άγιε, όταν σου ζητηθεί. Προσφέρεις δανεικό κρασί, πώς να σε χαστουκίσω εγώ μετά, πώς να σε τοποθετήσω; Η μάνα σου τώρα θέλει μα δεν μπορεί, είν’ η σειρά σου να καταπιείς το στυλιάρι του καθήκοντος, βάλε την εξυπνάδα σου, παιδί μου και συνάνθρωπε ακαθόριστε, καθηλώνεις το απρόσμενο στη γωνία της Αμερικής. Φόρεσε το κοστούμι του πιθανού -όσο κι αληθινού- εαυτού σου. Σου ταιριάζει, μην ανησυχείς, έχει σταυρωτό δέσιμο και κόβει στη μέση, είσαι γύφτος εσύ. Του τίποτα και του παντού, ποτέ στο πάντα. Μα δεν σε χωράει η οικουμένη, σε ποιο παγκάκι να ερωτευτείς, σε ποιο συντριβάνι να λογοδοτήσεις; Και πού να πας πώς να σου πω εγώ, έλα μαζί μου, τι άλλο να πω κι εγώ, έχω φτιάξει ρεβυθόριζο άμα θες, να σου βάλω για τον δρόμο. Όταν φύγεις, κλείσε την εξώπορτα, καραδοκούν οι ελπίδες του γιασεμιού πάνω στο κεφάλι της νύφης. Ο ματωμένος γάμος μιας Ισπανίας σε περιέχει δίχως το μελόδραμα και δίχως το ψέμμα της αναπαράστασης, στα χαρακώματα μυρίζεις τη βιασύνη. Ο κόσμος σε κατατρώει κι η ψυχή σου κατατρώγεται με σένανε, τι άτυχος και τι αλήτης.  Δικαιολογείσαι κι όχι, δεν κλαις. Παραμερίζεις στην ενιαία μοίρα των φτωχών, σοφός ανήξερος, ο Κλουζό μπουρδουκλώνεται κάπου στο Παρίσι. Λιγουρεύεσαι λίγη σιγουριά απ’ τις βιτρίνες, σε καλύπτει το νόημά τους, σε παρηγορεί. Όλα τα φώτα κι η νύχτα που βρέχτηκε, τώρα κρυώνει. Σε μια κυρία που τουρτουρίζει, εσύ να το προσφέρεις το σακάκι σου, είναι αυτό που μιλάει για όνειρα που μετοίκησαν στις τσέπες του, όλοι κάπου πάμε. Μην ανησυχείς, η μάνα σου ακόμη ακούει κι ο δρόμος είναι πάντα ίδιος για το σπίτι.  Δεν κλαις, μην κλαις, ποτίζεις τον κήπο της Φροσύνης. Θα ανθίσουν κάποτε τα γιασεμιά και δεν είναι εύκαιρη να τα περάσει στην κλωστή. Μην ξημερώνεσαι ακόμη, η ανατολή είναι πάντοτε υπομονετική.

h1

Στα γρήγορα

Σεπτεμβρίου 29, 2009

Σκέφτομαι γιατί είναι τόσο απαραίτητος ο ύπνος στο κορμί που κουράζεται και γιατί όλο θέλω να ξεχνάω τους τόνους και γιατί να είναι σωστό να γράφεται το “σωστό” με ωμέγα και όμικρον γράφεται με σίγμα και σίγμα ταυ στο τραπέζι του αρχιτέκτονα της ψυχής μου στο πιάτο της γιαγιάς κι όλο θέλω να μιλάω για τις γριές χωρίς όμως να τις προσφωνώ παρά με τ’ όνομα που είναι και τους έδωσα εγώ πόσο σ’ αγαπώ π’ ανάθεμά σε δεν με λυπάσαι με τις ομοιοκαταληξίες σου και τις δομές και όλους τους χάρακες που μέτρησες την τιμωρία μου σε δεύτερη ώρα της έκθεσης ιδεών και στα βλέφαρα που δεν θέλανε με τίποτα να κοιμηθούνε και στα χείλη που δεν μαλώσανε και στα χέρια που μουτζώνανε την αγία εν αγνοία και σ’ όλες τις σιδερένιες σκάλες τις ριγέ έξω απο το σπίτι φίδια διάτρητα μας συνοδεύουν ως το πάνω πάτωμα ως το παράθυρο το βορεινό της σωτηρίας που ποτέ δεν θέλαμε να φύγουμε μια φυλακή ζεστή της επιθυμίας σε μια σοφίτα του κάμπου. Ξεφλουδίζω κι αλατίζω τον δρόμο στον διάβα μου και σκέφτομαι αν το νι μπορεί να προηγείται του δέλτα