
Μεταξωτή φυλακή
Απριλίου 2, 2009Λοιπόν, εγώ φεύγω, ε;
Φύγε.
Όχι, σου λέω πως φεύγω.
Σου λέω, πως πρέπει να με κοιτάς, καθώς φεύγω, πρέπει να τρεκλίζεις, που φεύγω τραβώντας πίσω μου το χαλί των κοινών αποδοχών μας. Σου λέω, πως θα φύγω τόσο αργά, τόσο μακάρια ώσπου το κιλίμι των ευχών μας να γίνει σεντόνι σε ζευγάρι κουλουριασμένο, θα είναι σπειροειδές το ξετύλιγμα των νημάτων, μισά δικά σου, μισά δικά μου, δεν φεύγω μόνο, φεύγεις κι εσύ.
Λοιπόν, ήρθε η ώρα της απόλυτης παραδοχής, τίποτε δεν έχει αλλάξει, εσύ και ο αυτοδύναμος εαυτός σου, ποτέ φυγόκεντρος, ελκύεις το μέλι απ’ τα κελιά των αιώνιων αγαπημένων σου. Περιφέρεσαι σε δρόμους, που δεν με έχουν ούτε για ζωγραφιά, πρέπει να φύγω, να πάω για να βρω τα παλιά μου.
Είμαι στο παράθυρό μου και πλέκω, ξεφλουδίζοντας ένα χάρτινο κιμονό, φτιάχνω αυτήν που ξέρεις κι αυτήν που μου έμαθες, μια Πηνελόπη αντί για την Κλυταιμνήστρα. Μέσα σε ένα δωμάτιο χαρτογραφώ τις αποτυχημένες φωτογραφίες, πάπλωμα των ιστοριών, που μαζί μου δεν έζησες.