
Σημειώσεις για την “ποίηση”
Φεβρουαρίου 8, 2011(Μόλις έμαθα τα αποτελέσματα του Διαγωνισμού Ποίησης, που διοργάνωσε το Μικρό Πολυτεχνείο, ο κινηματογράφος Μικρόκοσμος και η Clip art films. Με αφορμή την προβολή της ταινίας και τον διαγωνισμό αυτό, ξεκίνησα από τα Σκόρπια σκηνοθετικά ευρήματα και ακολούθησαν διάφορα κείμενα με το πέρασμα του χρόνου. Το πιο πιθανό είναι, το ποίημα για την ποίηση να μην έχει γραφτεί ποτέ. Αλλά και η ευτυχία του στίχου, όπου κι αν σταθεί, είναι αναπόφευκτο δικαίωμα των απανταχού ποιητών. Τα αποτελέσματα, εκ πρώτης όψεως με εντυπωσίασαν: 7 κορίτσια επιλέχθηκαν, με τον Γ. Ιατρίδη να είναι ο μοναδικός άντρας στο σύνολο των 8. Δεν πρόκειται περί στατιστικής, ούτε περί φυλετικών διακρίσεων, όμως εγώ ένιωσα τιμή για τον πλούτο της θηλυκής παρουσίας που προέκυψε, είμαι βέβαιη πως είναι ενδιαφέρουσες όλες οι συμμετοχές, θέλω να διαβάσω τι γράψαμε όλοι μας κι ανυπομονώ να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να διαβάσουμε κάπου τα κείμενα, τα ποιήματα που υποβλήθηκαν στο κοινό πλαίσιο του διαγωνισμού αυτού. Ένιωσα τον πυρετό της εξωστρεφούς συμμετοχής κι ήταν σπουδαίο. Καθόμουν, να πιω ένα ποτό στον Μικρόκοσμο παραμονή πρωτοχρονιάς, κι έβλεπα αγωνίες, φιγούρες βιαστικές, κορίτσια στην εφηβεία με την λάμψη στο βλέμμα, “πού να αφήσω το ποίημα;” λέγανε και δεν ξέρανε και πώς να αφήσουν απ’ τα χέρια τους τον φάκελο, σαν πούπουλο το κρατούσαν μεσα στο χέρι. Εφόσον, πια, τα λόγια έχουν κριθεί, μπορώ να δημοσιεύσω τα δικά μου, αυτά δηλαδή που πρόλαβα να γράψω ώσπου να λήξει ο διαγωνισμός. Το Τέσσερις με πέντε που ακολουθεί με την σειρά του, είναι μιας ενδιάμεσης εποχής, από τότε έως σήμερα. Τα εισαγωγικά στην λέξη ποίηση του τίτλου, σηματοδοτούν μόνο την αφορμή, δηλαδή την ίδια την ταινία, πέρα από οτιδήποτε άλλο. Όσο για το περιεχόμενο των εισαγωγικών, ανήκει απαρέγκλιτα στον καθένα. Η ποίηση λέω πως είναι ο καθένας.)
Σκόρπια σκηνοθετικά ευρήματα
Να φτιάξω λίγο αυτό το σίγμα
πώς βγήκε έτσι αδιόρθωτο
και τέρας παρεξηγήσεων
Οι συνηχήσεις με το ταυ το τσακίζουν
πώς να τ΄αφήσω να φύγει έτσι
είναι κρίμα τέτοιο σίγμα να μην το μπορείς
Κι έπειτα, ένα – ένα, όλα τα υπόλοιπα:
Πράσινη στίξη στον δρόμο με τις λεμονιές
Μια εξήγηση για το σώμα
του τιτιβίσματος
Και μετά αναρωτιέμαι:
πού πήγε η φωτογραφία του θύματος
και πώς ξεχάστηκε το έγκλημα από τους θύτες;
Περιπλανιέμαι στον μικρόκοσμο των στιγμών:
τελείες τα πρόσωπα
που έμειναν να σε κοιτούν ή τα κοιτάς αφηρημένος
Βαριέμαι:
τις ερωτήσεις που μόλις έκανα
και το λαμπύρισμα της οθόνης
Ένα πανί:
για να κάτσω και να γράψω το ποίημα
10.12.10
Υστερόγραφο
Και πότε ξέρει ο ποιητής πότε είναι ετοιμοπαράδοτο το σώμα της έμπνευσής του και πότε σταματά το ποίημα ακριβώς;
Τουλάχιστον να αισθανόμαστε
Επομένως
Ο δρόμος του ποταμού της ήταν αναπόφευκτος, έπρεπε να νιώσει την διαδρομή του κι εκείνη
να συγκρουστεί στο ίδιο βάθος
και να βρεθεί σε μια από τις όχθες του
Πώς, άραγε, να είναι
μονάχα αυτή η περιέργεια, λοιπόν
η τελεσίδικη ερώτηση του μήλου την έπεισε:
καλοφάγωτος ο πειρασμός της συμπόνιας μας
20.12.10