Η μνήμη της γης αφυδατώνεται, η θάλασσα αφαλατώνεται, ο ουρανός καταργείται. Οι λέξεις άχρηστες, περισσευούμενοι και πολύγλωσσοι συνθέτουμε το ογκώδες μεταφραστικό σύστημα μεταξύ των νοημάτων. Σε ποια γλώσσα να πεις “βάστα το παιδί μέχρι να χτυπήσω το είσιτήριο;”

Η μικρή κατανόηση
Σεπτεμβρίου 27, 2009Έχω κι ένα μολύβι που με διαψεύδει. Κάποτε είχα μια πιο ισότιμη σχέση μαζί του. Με κάρφωνε και το άντεχα. Ήξερα πώς να το περιφρονήσω. Του έδινα και όνομα. Του έδινα και φωνή. Αυτό που θυμάμαι καλύτερα, είναι ο Mr Pen.

Πρέπει να γράψω
Απριλίου 22, 2009Είναι καθήκον και δεν μπορώ να καταλάβω, ποιος ήταν αυτός που με έχρισε υπεύθυνη για τούτο το πράγμα. Μάλλον ο εαυτός, αλλά κι εκείνος κάπου ανήκει, μέχρι την απόδειξη του ενάντιου, μάλλον στον κόσμο ανήκει. Κι αν δεν ανήκει, απαρτίζεται ως μόριο του συνόλου, τελεία και παύλα, είμαι εδώ.
Και τώρα θα σας σαγηνεύσω, είναι η ώρα που χαμογελώ. Το ξέρω πως είμαι αποτελεσματική τώρα, ανασηκώνεις τις άκρες των χειλιών σου κι εσύ και όλοι μαζί. Ένα ζευγάρι πάνω σε μπλε παπί τρέχει με παγωτό χωνάκι στα χέρια και ο άνεμος στάζει βανίλια λιωμένη στα γόνατα, που και πού φράουλα σορμπέ στο πίσω παρμπρίζ. Τα φάσκελα χάσκουν ανάμεσα σε γαλάζιο ουρανό και πευκοβελόνες, παραλία κι επαρχία, φωνές ασυδοσίας μες στο έρμο το καταμεσήμερο. Η τραγωδία του παραθερισμού έρχεται την ώρα που γυρίζεις στο γρανάζι σου και στο σκαρπέλο. Μα εκείνη την ώρα που σαν γυφτάκι λερώνεσαι, κάτι μύγες ζουζουνίζουν γύρω από τις λιωμένες σταγόνες σου, το ψιχουλιασμένο φουντούκι της γαρνιτούρας σου πετάει και προσγειώνεται στην αποθήκη του μυρμηγκιού και τα μαλλιά σου δεν βρίσκουν άλλη παρομοίωση για να ξενοιάσουν: το μαλλί της γριάς σε εκπροσωπεί απόλυτο και εδραιωμένο. Εγώ κι εσύ κι ένα μεγάλο, μεγάλο πανηγύρι, που τα παιδιά δεν σε πίστευαν κι εσύ ο άσχετος δεν ήξερες τι να προσφέρεις, όταν σου ζητούσαν σαμπάνια.
-Σσαμμμ-πάνια, πουλί μου, όχι σαbάνια.
-Σαμbάνια!
-Σσσσσσ! Παχύ σίγμα, πουλί μου, Σσά! Σσαμμμμμ! Μι σκέτο, πουλί μου, σκέτο μι. Σσαμμ-πάνια. Καθαρό Πι. Κατάλαβες, πουλί μου;
-Μάλιστα, σαμbάνια. Την κοιτάει δειλά. Τον κοιτάει ανέκφραστη.
-Σσαμμ-πάνια.
-Σαbάνια.
-Σσαμμ-πάνια.
-Σσαμμ-μπάνια! Μπάνια, μπάνια,μπάνια!
Και, τότε, είπανε πως τρελάθηκε αυτός ο μαθητής, ξημεροβραδιαζότανε στο λιμάνι και ζωγράφιζε τις πρύμνες με κάτι μάτια μεγάλα, πότε τα δικά του γουρλώνανε από δέος, πότε της πρύμνης ξανοιγότανε στο νερό για να το καλομελετήσει. Πότε – πότε έρχονταν κι οι κοπέλες, που μόνο ο Ελύτης τις είδε “με τα μαγιό και τις ομπρέλες”* και τούτο που είπε με στοίχειωσε, θα πληρώνω πάντοτε γι’ αυτό τον ακούσιο συνειρμό. Κάπου-κάπου, γνώριζε μια απ’ αυτές, μία για κάθε καλοκαίρι, μία και μόνον. Την έκανε βόλτες βραδινές και μεσημεριανές με το παπί του το μπλε και την βάφτιζε στα εφηβικά του στέκια. Η βάρκα της παραγγελιάς περίμενε το απόσταγμα των ματιών της, ίσαμε που το δάκρυ( ή, μήπως, το χαμόγελο;) θα υπέγραφε την ώρα της φυγής. Καμμιά δεν επρόκειτο να μείνει παραπάνω, 15 χρονών και η υποχρεωτική εκπαίδευση περιμένει, πρώτα απ’ όλους για κείνην. Η βάρκα περίμένε και στο μεταξύ επιστέγαζε τα μικρομέγαλα παιχνίδια τους, αυτά τα σχεδόν ενήλικα, τα πιο ενδιαφέροντα, τα σεξουαλικά. Κάτι δήθεν οργασμοί, που κείνη την ώρα είναι μαθές το κατώφλι του κόσμου, για να ‘ρθουν κατώφλια αλλεπάλληλα, που διαψεύδουν την πρωτοκαθεδρία της μνήμης σου. Λοιπόν, τούτα τα μάτια της, τα μελετούσε καλοκαίρι ολόκληρο, ο Σεπτέμβρης είναι ιδανικός καιρός για συννεφιασμένη ομφαλοσκόπηση, γρήγορα, όμως περνούσε στην αποτύπωση της εικόνας της, η βάρκα η φετινή λέγεται Ιθάκη, εκείνη την λένε Πόπη, ο Οδυσσέας απών, μέχρι που εκείνος πήγε στο σχολείο, ήταν ακόμη στην Τροία, σκεπτόμενος πώς στο καλό να μπει.
Τα απογεύματα τα χάριζε στη θάλασσα, μπάνια στο καινούργιο του σχολείο, έμαθε και μακροβούτια και όλα τα οστρακοειδή, που κολλάνε στα βράχια κι όλα τα ψάρια τα μικρά. Έμαθε τις εποχές και το φαϊ τους, έμαθε και για τα αστέρια των καιρών, για το γέμισμα του φεγγαριού και για την αμπώτιδα, για τα κατάρτια των καϊκιών και τα δολώματα, για τις σωστές κουβέντες και τα φιλιώματα, για τις υποχωρήσεις και τα ψέμματα. Και κάθε καλοκαίρι, σφουγγαράς της ψυχής της, βύζαινε την γνώση που της ξέμεινε, από έναν χρόνο ακόμη στα θρανία, όση γνώση μείνει, με τόσες παρενθέσεις από ραβασάκια και μάγουλα κόκκινα, από υποχρεωτικούς ύπνους στο ατέλειωτο μεσημέρι. Όση γνώση ξέφευγε από την αποστήθιση, χαριζόταν σε κείνον, χώνονταν ατέρμονες πληροφορίες στα διαλεγμένα της λογάκια, εκείνος την μάθαινε να ψαρεύει καραγκιόζηδες, είναι πρώτα ξαδέρφια της τσιπούρας, κοίτα τις ρίγες του, πιάσε κανέναν να φάμε το μεσημέρι. Τους ψάρευε η άξια ή η τυχερή, ποτέ δεν ξέρεις, αν δεν ψαρέψεις δεύτερη φορά, τους έφερνε στη βάρκα τους την ακούνητη κι αγέλαστη και μόνο που δεν άντεχε να τους ξεπιάνει από τ’ αγκίστρια. Φοβόταν ακόμη και τα λέπια τους, της φαίνονταν αγκάθια ανεπανόρθωτα, πάρτα μακριά κι άκου τι έγινε μια φορά στην τρίτη ώρα της Γεωγραφίας. Μάθαινε και για τα σκασιαρχεία της και τι ήταν αυτό που την ενδιέφερε πιο πολύ, μάθαινε και για το καλό κορίτσι που στρογγυλοκαθόταν μέσα της, ήσυχο και βέβαιο για τον ρόλο που θα παίξει σε αυτήν της την ζωή, αμέριμνο για τυχόν καθυστερήσεις κι αναβολές, έχει τα κιτάπια του γραμμένα με τα λόγια που θα πει, στην εκάστοτε στιγμή. Ερχόντουσαν οι πρώην συμμαθητές και τον βρίσκανε να ψήνει τα φρέσκα ψάρια του και τον ρωτάγανε πως είναι οι γυμνές κοπέλες, δίχως μαγιό, σαφώς ολόγυμνες και με τα μαλλιά λυτά, σαν τις γοργόνες. Τους δάνειζε την βάρκα του για να παίξουν τάχαμου τους γιατρούς, με τις αλήτισσες τις δικές τους, αυτές που μέναν πάντα στο νησί, οι μελλοντικές καταφρονεμένες της κοινωνίας τους, θα τις λιμπίζονται, ώσπου να γεράσουν και να τα πίνουν οικείοι στο καθώς πρέπει καφενείο τους.
Τώρα που τραβά την τελευταία γραμμή της βλεφαρίδας, σκέφτεται πως πρέπει να μην βρέξει σήμερα, να στεγνώσει το χρώμα καλά πριν βερνικώσει και τούτη την κυρά, αλλά δεν ξέρει ακριβώς πού βρίσκεται και ποιος είναι. Μπορεί να είναι και 18, τώρα που οι κοπέλες, πιο ελεύθερες του δίνονται και του κάνουν νύξεις για κάτι αποφάσεις, να μένανε λέει εδώ. Όχι, δε θέλω να μείνει καμμιά σας, δεν υπάρχω τον χειμώνα εγώ. Μπορεί και να ‘ταν στα 30, όταν η Μέμη του ‘πε πως θα ζήσει μόνο με Άνοιξη και Καλοκαίρι και Φθινόπωρο και δεν την νοιάζει ο χειμώνας. Όχι, το Φθινόπωρο δεν είμαι εγώ. Ίσως και πιο μετά, όταν η Αλεξάνδρα του είπε πως της φτάνει ο χρόνος ο μισός, αλλά όχι, ούτε και τότε. Απάντησε κάτι, πως μάλλον και την Άνοιξη δεν είναι εδώ. Αυτή, που δέχτηκε μόνο τα καλοκαίρια του, ήταν εκείνη που τον συνάντησε ενήλικη για τα καλά και παρόλα αυτά, χωρούσε στη βάρκα του, που δεν έλεγε με τα χρόνια να μεγαλώσει όσο ψήλωνε κι αυτός. Χώνονταν από κάτω και κοιμόνταν και ξεχνούσαν να λύσουν τα δεσμά τους, στο μεταξύ η πατούσα γινόταν ένα ακόμη ύψωμα για την στρατιά των μυρμηγκιών, που αποτέλειωναν το βραδινό τους παγωτό, σκουπίδι και συνάμα θησαυρός και μια θάλασσα σκύλα να σε γλείφει.
Μείνανε στην παραλία τους και τα υπόλοιπα των εαυτών τους μαζέψανε τα συμπράγκαλα όπως – όπως. Περιμένει ο γυρισμός. Την ιδανική τους συνύπαρξη κρατήσανε μόνον, όλα τα άλλα, δυο ζωές και κάτι ακόμα, έχουν, ευτυχώς, παγιωμένους αρμούς να ανεβάζουν την άγκυρα του σήμερα.
Η καθέλκυση των ευχών τους έχει προγραμματιστεί ανήμερα της Αγιά Σοφιάς, μα να μη γίνει ένα θαύμα τέτοια μέρα, μα να μην ξυπνήσουμε στο όνειρο για μια μέρα, τώρα κιόλας, αυτοστιγμεί στη στροφή που πήραμε, να ξημερώσουμε στον τόπο μας, αλλοτινοί και ίδιοι.
*ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ
Έπεσα για να κολυμπήσω
κι άφησα την καρδιά μου πίσω
Άφησα την καρδιά μου χάμω
σαν το κοχύλι μεσ στην άμμο
Πέρασαν όλες οι κοπέλες
με τα μαγιό και τις ομπρέλες
Ύστερα πέρασαν οι φίλοι
κανείς δε βρήκε το κοχύλι
Χρόνους και χρόνους κολυμπάω
που να’ν’η αγάπη για να πάω
Έφαγε η θάλασσα το βράχο
κι έμεινε το νησί μονάχο
Οδυσσέας Ελύτης

Διαπίστωση κατά φαντασίαν γέροντα απαντά
Απριλίου 20, 2009Ξέχασα και τα σχέδια των σεντονιών. Είναι που δεν κοιμάμαι πια τα μεσημέρια.

Ενηλικίωση
Απριλίου 6, 2009Ο αδερφός μου κρατάει, ακόμη, ημερολόγιο. Μπορεί να το διαβάσει οποιοσδήποτε, είναι πάντοτε επάνω στο γραφείο του, δεν έχει τίποτε να κρύψει αυτό το ημερολόγιο. Μονάχα επιγραμματικές προτάσεις και νούμερα. Συν και πλην και κάτι σκόρπια γεγονότα. Ένας ολόκληρος χρόνος, μπορεί να χωρέσει σε μια μικρή σελίδα, μικρά και ασύμμετρα γράμματα, ξεχασμένες ανορθογραφίες και θυμάμαι μιαν εποχή παλιότερη, απογεύματα του Γυμνασίου.
Ήμουν μικρότερη, αλλά πάντοτε η καλύτερη στην ορθογραφία, του διόρθωνα συνεχώς τα γραπτά, 10 λάθη σήμερα, 8 για 2 βδομάδες στη σειρά, κι ώσπου μια μέρα τα λάθη του μειώνονταν, με αύξοντα ρυθμό εξοστρακίζονταν από την μοίρα τους. Δεν ανήκαν πια. Θυμάμαι, που είχα χαρεί γι αυτην την προκοπή του κι αποφασίσαμε, κάποια στιγμή, να συνεχίσει μόνος του, χωρίσαμε, όντως, τελικά. Άλλοι φίλοι, άλλα παιχνίδια.
Ήρθε η μέρα, που δεν είχα τι να κάνω και περιφερόμουν στο σκοτεινό ισόγειο, ήταν καλοκαίρι και το γραφείο του, πρώην δωμάτιο παιδικό, τόπος των κοινών μας παρεξηγήσεων και των αταίριαστων ονείρων, που όριζαν στη μέση το κιλίμι, ανάμεσα στα πρώτα μας κρεβάτια. Αυτό το τέλειο, απογευματινό Αυγούστου, δωμάτιο, περιέχει μία από τις πιο κοίλες στιγμές μου, ζωή που κυλάει στην ψυχή και την ανατρέφει. Είμαι στο γραφείο του και το ημερολόγιο -συνήθως μακρόστενο, σπιράλ, από αυτά που μοιράζει κάθε χρόνο κάποια εταιρεία, ως διαφημιστικά.
Σήμερα, που ξαφνικά θυμήθηκα το ημερολόγιο του αδερφού μου, μαθαίνω ότι άφησα γρήγορα στην άκρη την εκμαιευτική ιδιότητα του χαρτιού, που ως παιδί με υπερέβαινε και διϋλιζε την ψυχή μου εκουσίως. Γρήγορα, το τουμπάρισα και του έλεγα ό,τι ήθελα ακριβώς και τίποτε παραπάνω, εξακολουθώντας να πιστεύω στην ορθογραφία, έχοντας ως μόναχό σκοπό ένα αποτέλεσμα, σχεδόν συγκεκριμένο και ορατό. Έλεγα την πρώτη μου πρόταση και η τελεία είχε ήδη βρει την θέση της, αναμένων σκυταλοδρόμος με πρωταθλητικά ένστικτα. Πού πήγε η μάνα μου; Πού είναι εκείνο το ημερολόγιο, που μπορούσε να αφοπλίσει τις τεχνικές των μυστικών μου; Πού είναι κι εκείνος ο εαυτός, ο πιο βαθύς, τόσο εύπλαστος για να τον έχει εύκολα κανείς, τόσο τετελεσμένος;
Δε ζηλεύω. Αποδέχομαι πως η μετάβαση από την εξομολόγηση στην διήγηση, συνετέλεσε στην πρώτη απόφασή μου.

Μεταξωτή φυλακή
Απριλίου 2, 2009Λοιπόν, εγώ φεύγω, ε;
Φύγε.
Όχι, σου λέω πως φεύγω.
Σου λέω, πως πρέπει να με κοιτάς, καθώς φεύγω, πρέπει να τρεκλίζεις, που φεύγω τραβώντας πίσω μου το χαλί των κοινών αποδοχών μας. Σου λέω, πως θα φύγω τόσο αργά, τόσο μακάρια ώσπου το κιλίμι των ευχών μας να γίνει σεντόνι σε ζευγάρι κουλουριασμένο, θα είναι σπειροειδές το ξετύλιγμα των νημάτων, μισά δικά σου, μισά δικά μου, δεν φεύγω μόνο, φεύγεις κι εσύ.
Λοιπόν, ήρθε η ώρα της απόλυτης παραδοχής, τίποτε δεν έχει αλλάξει, εσύ και ο αυτοδύναμος εαυτός σου, ποτέ φυγόκεντρος, ελκύεις το μέλι απ’ τα κελιά των αιώνιων αγαπημένων σου. Περιφέρεσαι σε δρόμους, που δεν με έχουν ούτε για ζωγραφιά, πρέπει να φύγω, να πάω για να βρω τα παλιά μου.
Είμαι στο παράθυρό μου και πλέκω, ξεφλουδίζοντας ένα χάρτινο κιμονό, φτιάχνω αυτήν που ξέρεις κι αυτήν που μου έμαθες, μια Πηνελόπη αντί για την Κλυταιμνήστρα. Μέσα σε ένα δωμάτιο χαρτογραφώ τις αποτυχημένες φωτογραφίες, πάπλωμα των ιστοριών, που μαζί μου δεν έζησες.

Σχολαστικό σχόλιο σχόλης
Μαρτίου 29, 2009Σκασιαρχείο το λένε, επιμένει ο παπούς κι εγώ του απαντώ ευθέως, πως απλώς έφυγα νωρίτερα για καλοκαίρι, δεν έκανα τίποτε κακό, λίγο νωρίτερα έφυγα, για να ‘ρθω στο περιβόλι.
-Δηλαδή, σκασιαρχείο; επέμενε χαμογελώντας, υπέγραφε δια της συναίνεσης σε μια μικτή συνωμοσία. Σαφώς και τα γράμματα σπουδαία είναι, κοίτα με που σκάλιζα στις πέτρες τα κολλυβογράμματα, νιώσε που δε μ’ άφηναν να πάω στο σχολειό. Μάθε την πρώτη απόρριψη των ευχών σου: οι γονείς πρόοριζαν άλλον για δάσκαλο, ο πρωτότοκος και μοναχά. Δες με, μοναχός μου σκαλίζω αντιγραφή, απ’ το παραπεταμένο τετράδιο, που ‘γινε γρήγορα φουσκή*. Ο πρωτότοκος έχει άλλες έγνοιες, δεν θέλει καν να είναι δάσκαλος, μοναχά το αύριο και η σοδειά.
Δεν κάνω εγώ σκασιαρχείο, πεισμώνω, όχι, είναι φυσικό που είμαι εδώ και δε με νοιάζει το απολυτήριο. Εμείς, έτσι το λέγαμε, όταν ξεχνούσαμε να πάμε στο σχολείο, συμπλήρωσε. Και εγώ τότε αφέθηκα στο κύμα του γέλιου, μα σήμερα θέλω να τον ρωτήσω, όταν έπαψε τη Β’ Δημοτικού για να βαράει στρούγκες**, δεν έκανε σκασιαρχείο; Όχι, λέει, το σκασιαρχείο περιέχει την επιλογή σου, το άλλο είναι η δουλειά και τίποτε άλλο. Κι όταν λύγιζες τις κουλούρες***; Τούτο ήταν η μαστοριά μου, λέει, έπρεπε να το κάνω. Κι όταν σκάλιζες γκλίτσες και ρόκες; Τούτη ήταν η τέχνη μου, άντε ρώτα εκείνην. Έτσι λέει. Όταν έφτιαχνες φλογέρες; Ήταν η αναμονή μου, θέλει ώρα για να θρέψεις το κοπάδι. Όταν τραγούδαγες, παππού; Τότε βίβλιζα, ναι, λέει. Κι όταν φυσάς μελωδίες και ιστορίες, παππού, τότε τι είναι; Σκασιαρχείο δεν είναι, πάντως.
Ειν’ υποχρέωση η ζωή, παππού; Είναι το πλήρωμα του χρέους σου.
Πάντα χρωστάς, παππού; Πάντα οφείλεις την ανάσα σου.
Και τίποτε άλλο, ε, παππού; Κάτι ακόμα: Να συζητάς, είν’ ένα σκασιαρχείο.
*φουσκή: η κοπριά
**βαράω στρούγκα: φροντίζω να μην περάσει το κοπάδι από κάποιο σημείο
***κουλούρες: στην ορεινή Αργολίδα, τα παλιότερα χρόνια, υπήρχε η τέχνη του κουλουρτζή, ο οποίος έφτιαχνε ξύλινα περιλαίμια για το λαιμό των προβάτων ή των γιδιών. Οι κουλούρες φτιάχνονταν από ένα ευλύγιστο ξύλο, που αν το κάψει κανείς κοκκαλώνει παίρνοντας το σχήμα που του δίνεις. Επάνω σε αυτές, προσαρμόζονταν τα κουδούνια, για κάθε ζώο διαφορετική τονικότητα. (Μοναδική στιγμή στην νεοελληνική λογοτεχνία, η περιγραφή ενός καραβανιού, που με τα κουδούνια του γίνεται μυσταγωγία, “Αιολική Γη”, Ηλίας Βενέζης -θα επανέλθω σχετικά με τις εκδόσεις και αριθμό σελίδας, προς το παρόν, σκασιαρχείο και μια καληνύχτα).

Κραυγή εις την θήτα
Μαρτίου 25, 2009Με κυνηγάν οι δουλειές μου, είμαι σκλάβα του εαυτού μου και δεν υπάρχει αθανασία, αυτή είναι, όντως, η ουσία, ο κόσμος γυροφέρνει έτσι κι αλλιώς, μην αναρωτιέσαι, μάταιο να αναμένεις εκείνη την στιγμή που θα βρέξει στη Βαλτετσίου, να παραπονεθείς για τα 1.000 ευρώ και για τους αμετάκλητους επαίτες.
Περιμένεις την στιγμή, όπου ο ένδοξος εαυτός σου θα σηκώσει το αλλοτινό του κεφάλι, παρελθόντικός και πασιφανώς ορισμένος. Ο χρόνος που στάζει λασπισμένος ξεπλένει τις τέντες και κλαίει, μη μου ταράζετε την ύπαρξη, μην με απασχολείτε με την ορθογραφία του περιβάλλοντος, με τσακίζετε.
Η τεμπελιά γίνεται κυριακάτικη συννεφιά, μουχρώνουν τα μούτρα και οι πνοές, οι μπογιές μουσκεύτηκαν και σπανίζουν τα ουράνια τόξα. Μια ντάμα λαμβάνει χώρα στα δεξιά, διαγώνια παραπατήματα απ’ τις ρουκέτες. Μαύρο και χύμα και το μαλλί αφτιασίδωτο, θεατρίνοι της κουλτούρας που κάποτε, θα τα βγάλουνε τα ζωώδη τους τα ένστικτα. Ας ελπίσουμε να παραμείνουν στα όρια του κρεβατιού, γιατί το αχαλίνωτο του πνιγμού σπάει το μέσα σε θρύψαλλα.
Και τώρα, αυτή η συνάντηση του Θήτα με το Ρο, με πάνε σε θράψαλλο ψιλοκομμένο, τηγανιά. Λεμόνι φρέσκο στην κρούστα και συναδελφώνεσαι, συνδαιτυμόνας στην α-λήθεια.
Γεια σου, θέλω έναν θεό με σαντιγύ και χωρίς κανέλλα. Μόνο δυο σπόρους και θα σκορπίσω στην πόλη κακαόδεντρα και γαρδένιες, σοκολάτα νωπή στον αέρα και καιρός είναι να δέσουμε το περγαμόντο. Θέλω αθηναϊκό νεραντζάκι και αχλαδολέμονο της Καψάλη, με κατοχυρωμένη την ονομασία προελεύσεως και τιμές πολλές. Θέλω να ιδρώσω χορεύοντας το καταμεσήμερο, στη σπηλιά θέλω, στη διψά, στην αρμύρα και την πονηρή την θάλασσα. Έτσι θέλω, να την καλοπιάνω την κυρά, να βρώ τα χταπόδια της, να κλαδέψω τα φύκια της, να ψαρέψω καραγκιόζηδες στο στενό του Ευρίπου. Θέλω βαρκάδα. Δροσερή λιακάδα και πεπόνι. Άνοιξη στα τελευταία της κι ένα γαλλικό τραγούδι εφορμά στις αποφάσεις σου, φεύγεις κιόλας, σαν το μαύρο άστρο της Πιαφ. Γοτθικά καλοκαίρια στον ίσκιο σου και αιχμηρά κτίρια στα ψηλά του βλέμματος και τα νερά του ποταμού περιστοιχίζονται με μνημεία βασιλικής μνήμης, στη ρότα τούτων των νερών έπλευσε η μουσική του Χαίντελ. Μόλις κατάλαβες ότι είσαι στα περίχωρα της Σκοτίας, το καλοκαίρι σβήνει στο πλάνο, με τον ενεστώτα διαρκείας ακομπανιαμέντο.
Ένα αρπέζ βγήκε απ’ το παράθυρο και οι μηλόπιτες ξεϊδρώνουν σε πρωινή κουζίνα. Θάσος στο καταχείμωνο με την δαντέλα της γιαγιάς στο παράθυρο, χαρακτηρίζει την ποιότητα του βίου, εκθέτες του εαυτού και πανταχού μας απόντες.
Θέλω να δω έναν γάμο με ψωμιά στολισμένα και φρέσκα αμυγδαλωτά. Τη νύφη να λικνίζεται εθιμοτυπικώς στην πίστα ή ένα αλώνι αυγουστιάτικο σε τωρινή εποχή. Θέλω ένα ψαλίδι να κουρέψω το γιασεμί, θέλω ένα θήτα που δεν ξανακάθισε σε χείλη.
Θ και α, θα, ν και α, να, θα-να, όχι δεν είναι θάνατος, “που ‘σαι Θανάση” λέει, μια μοναξιά ολοζώντανη, η ανυπόμονη Αθανασία πήγε πάλι στο μπαλκόνι του Χατζιδάκι. Καληνύχτα κι ο κόσμος αλλάζει απαράλλακτος, η μοναξιά κομμάτια από μια πρόσκληση, η παρουσία ζωντανεύει στο απουσιολόγιο του γυμνασίου. Με κυνηγάν οι δουλειές, η θητεία στην αναμονή, οι ευχές σε προσοχή, σχηματίσανε λόφο.
Αμήν.

Συλλέκτης προ γραμμάτων
Μαρτίου 15, 2009Έρχεται κάθε βραδιά.
Φοράει σκούρα μπλε καμπαρντίνα. Το σακάκι του, παλέτα του γκρι. Και τα μαλλιά του.
Είναι ηλιοκαμένος. Λες κι ήρθε, μόλις, απ’ την Καραϊβική κι όμως, είσαι βέβαιος ότι έχει αφήσει μια ρετσίνα να τον περιμένει. Έρχεται.
Μόνο για να πάρει αυτό που θέλει. Και τίποτε άλλο. Ίσως μια παραπάνω ματιά για την αφορμή του τι γράφεται. Μιαν επιβεβαίωση του γεγονότος, που είναι ήδη διατυπωμένο.
Φεύγει. Κι όσο απομακρύνεται, η φωτογραφία του σβήνει αργά στη απουσία του, μένει θολή σαν τα ρηχά της παραλίας των Μύλων, αιωρείται καπνιστή σε μαυρισμένο τσιμεντόλιθο. Περιφερική όραση στο μεγαλείο της και το κέντρο του κλουβιού αδιάφορο. Ένα πουλί πετά ελεύθερο προς τις παρυφές του κόρφου.
Κι ως να κλείσει η πόρτα πίσω του, ίσως να χει ξεστομίσει κάτι στο αυτί.
Το ποίημα αρχίζει, όταν τα γράμματα στάζουν απ’ το χαμόγελο της επίγνωσης. Και της ικανοποίησης, βεβαίως: ο κόσμος είναι μια στάλα καλύτερος.

Ερώτηση
Μαρτίου 15, 2009Εάν φτάσουμε στο να αναλύσουμε την ψυχή, να εξηγήσουμε τις αιτίες των γεγονότων, είμαστε πιο κοντά στην ψυχή; Ή είμαστε μέσα σε μια λογική, που προσπαθούμε απλώνοντάς την σε εύρος χρονικό, να της αποδώσουμε μια διάσταση υπερχρονική ή και διαχρονική, σχεδόν μυθική; Και, τελικά, η ψυχή είναι η λογική μας σε έκσταση; Είναι όνειρο ή ύπαρξη αυτό; Και η λογική; Πόσο υφίσταται κι αυτή, όταν υπάρχει μόνον μετά από τα γεγονότα και τις πράξεις, θέλω να πω, ότι ακόμη κι αν σκεφτείς πολύ πριν κάνεις κάτι, για να είσαι εκεί σκεπτόμενος κάτι έχει προηγηθεί: μια αιτία, μια γενετική διαμόρφωση, μια ψυχική απώθηση, μια εντυπωμένη κουλτούρα της τοπικής κοινωνίας. Η σκέψη έρχεται, πάντοτε, μετά. Έρχεται ως μέσο διευρεύνησης των πάντων, εάν κι εφόσον την επιστρατεύσουμε και της δώσουμε την εντολή. Θέλω να πω, ότι το να σκέφτεσαι και να αναλύεις θέλει κότσια.
Κότσια, όπως θα το λέγαμε σήμερα, ήτοι θάρρος και αρχίδια, κότσια, όπως θα λέγαμε και κάποτε, περιμένοντας την τύχη να μας δείξει την πληθωρική της πλευρά.