h1

Μια καλοκαιρινή διαπίστωση

11 Οκτωβρίου, 2015

Αφού δεν πήγα φέτος στην θάλασσα, αγόρασα ένα τετράδιο με εξώφυλλο βαθύ μπλε, έχει όμως φως αυτό το μπλε κι ας είναι από νερά που έχουν τουλάχιστον δέκα μέτρα βάθος.

Είναι το φως του καθαρού χρώματος, χωρίς άσπρο ή μαύρο μέσα στο μείγμα της αποχρώσεώς του. Ίσως επειδή το μουρμουρητό του κλιματιστικού μου ακούγεται σαν τις γεννήτριες του πανηγυριού και τώρα ακριβώς αναρωτιέμαι με τι φώτα γιόρταζαν οι άνθρωποι πριν έρθει ο ηλεκτρισμός. Μόλις τώρα θυμήθηκα ότι γνωρίζω μια από τις πολλές απαντήσεις, τα περισσότερα πανηγύρια κάποτε ήταν πρωινά. Στο φως της ημέρας οι ακρότητες ξεθωριαζαν, υπό το φως του ήλιου οι αμαρτίες, οι υπερβολές, η χορευτική δεινότητα και το μεθύσι αποκτούσαν μια ειλικρίνεια. Η ευκρίνεια των πραγμάτων αθώωνε τις αλλιώτικες συμπεριφορές, που τελικώς επαναλαμβάνονταν σε κάθε ξέδωμα, ώστε γίνονταν κανονικές κι αναμενόμενες.

Όμως, δεν θέλω άλλο να μιλήσω στον αόριστο, τώρα θέλω να μιλήσω στον ενεστώτα, διότι είναι Αύγουστος στην Αθήνα και όλοι λείπουν. Τα μισά μαγαζιά κλειστά, το μουσείο Μπενακη επί της οδού Πειραιώς κλειστό, τα δύο τρίτα των υπαλλήλων σε υπηρεσίες και τράπεζες αδειούχοι, τα δρομολόγια του μετρό κάθε τέταρτο, τα τζιτζίκια εδώ και τώρα δεν ενδιαφέρουν κανέναν.

Ούτε κι εμένα, το λέω και ντρέπομαι, θέλω να μείνω μέσα στην θάλασσα και να ακούω μόνο το νερό που μπαινοβγαίνει στα αυτιά μου. Η φωνή μου είναι τώρα πιο στοργική, τα φωνήεντα είναι κύπελλα κρυστάλλινα και ο αέρας αλέθει μέσα τους το αλάτι της χρονιάς του. Τα σύμφωνα, οι μηχανικοί, οι ναυπηγοί, οι κάστορες των λέξεων σφυράνε, χτυπάνε και καρφώνουν, μετρανε και καλαφατίζουν, ανακατεύουν την πίσσα και σώνονται πάντα άμα στην τρικυμία κοντέψουν να πνιγούν. Τα σύμφωνα εδώ μέσα είναι απαραίτητα, όταν ο βυθός αποκαλύπτει οδούς, κτήρια, πινακίδες και αξιοθέατα. Κατοίκους, επισκέπτες και εμπόρους, πολιτικούς, μωρά με τις μαμάδες τους, χλωρίδα, πανίδα και κλίμα τροπικό. Οι ξεναγοί καθοδηγούν τους τουριστες στην Ακρόπολη, πιο κάτω μαζεμένο πλήθος σε προεκλογική συγκέντρωση. Ευθεία επάνω είναι ο λόφος του Στρέφη, μια κοπέλα ανηφορίζει και αιφνιδιάζεται από έναν μαστουρωμένο και φαφούτη καρχαρία. Κάνει μεταβολή και τρέχει να τον αποφύγει.

– Ε, κοπελιά. Εκείνη γυρίζει και τον κοιτά, κοντοστέκεται. Είσαι με τα λογικά σου; Την ρωτάει δείχνοντας το κεφάλι του και κάνοντας κουπεπέ. Γιατί τρέχεις;
– Τρόμαξα, γι ‘ αυτό.
– Και γιατί τρόμαξες;
– Νόμισα πως ήθελες κάτι.
– Σαν τι να θέλω; Ρωτάει πάλι εκείνος, που τώρα πια την έχει πλησιάσει.
– Ξέρω γω, κάτι.
– Και πού θέλεις να πας; Από εδώ, και δείχνει τον δρόμο που η κοπέλα είχε πάρει εξαρχής, ή από εκεί; Και δείχνει τον δρόμο διαφυγής της.
– Από εδώ, του λέει αυτή.
– Ορίστε. Και της κάνει χώρο να περάσει.

Αυτή λέει Ευχαριστώ, αυτός λέει Παρακαλώ, απομακρύνονται και ένα και δύο και τρία σκαλιά, στο τέταρτο σταματάει, Συγγνώμη, του φωνάζει. Εκείνος σηκώνει τους ώμους του, γέρνει το πτερύγιο της ράχης του, όπως όταν κάποιος λέει «Αυτά έχει η ζωή «.

h1

Ετεροχρονισμένη απάντηση

4 Φεβρουαρίου, 2015

Είμαι στο Κερατσίνι

Μόλις γυρίσαμε με τα παιδιά από έναν καφενέ

Κρασάκι, μεζές, ένα μωρό κοιμάται στα γόνατα της μάνας του κι ένα τραγούδι για κάποιον που ανθίζεται τα μυστικά σου

Σε έχω στην διπλανή μου καρέκλα

Όταν γελάω γέρνω στον ώμο σου και πολλαπλασιάζεσαι

Πιστή μου προπαίδεια και θεώρημα πυθαγόρειο

Θέλω να σε κολυμπήσω

Να φύγω με ένα τσόφλι από το στέρνο σου και να φτάσω στον αφαλό εντός ογδόντα ημερών

h1

Νέα Ελβετία – Σύνταγμα

24 Ιανουαρίου, 2015

Δεν μπορώ να ξεφύγω από την συνήθεια των ανθρώπων,που όταν στέκονται στη στάση κοιτούν με επιμονή προς τα ‘κει που θα φανεί το λεωφορείο. Έχω το άγχος του πολίτη που δεν ξέρει κάθε πότε έχει δρομολόγιο, θα ήταν περιττό κιόλας να το μάθει αφού, έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν τηρούνται τα ωραρια σε αυτόν τον τόπο. Έχω την αγωνία πως, μέσα στα πενήντα πέντε λεπτά που θα χρειαστεί να περιμένω, θα με πάρει ο ύπνος και δεν θα προλάβω να σταματήσω τον οδηγό. Έχει κι αυτός τα δικά του προβλήματα, σιγά μη σκεφτεί να κάνει στάση, να κατεβεί να με ξυπνήσει και να με ρωτήσει αν ενδιαφέρομαι για την συγκεκριμένη διαδρομή.

Οπότε, πρέπει να έχω τον νου μου, περνάνε όλα χωρίς να το καταλάβεις και είναι κι εκείνες οι νταλίκες. Τα κινούμενα βουνά από φορτία, προμήθειες κι αποστολές, αφανίζουν ό,τι κι αν τις ακολουθεί και στερούν από το οπτικό σου πεδίο τον ορίζοντα της λεωφόρου.


Έχω το άγχος των πιθανοτήτων, των ατυχών συμπτώσεων. Για μια καλημέρα παραπάνω το τρόλλεϋ το χάνω, για μερικά δευτερόλεπτα θα είχα ανεβεί και θα καθόμουν στην θέση μου, θα πήγαινα εκεί που ήθελα ή έπρεπε. Εκεί που με χρειάζονται θα φτάσω δυο ώρες αργότερα, μια για την αναμονή και άλλη μια για την απόσταση. Γράφω αρκετά βιαστικά τώρα, γνωρίζω πως έχω φορτωθεί πολλά «πώς» και «και» και «πού» και όλα αυτά τα τιτιβίσματα της ταχύτητας, κεκεδίσματα ενός πληγωμένου εγωισμού, ανίκανου να εκφραστεί χωρίς αυτά τα δεκανίκια. Με πετάει λίγο έξω, με αφαιρεί από την προσπάθεια της αφαίρεσης, της επαναδιατύπωσης.

Δεν μπορώ να ξεφύγω από την γοητεία του καταστρώματος. Μου αρέσει να κοιμάμαι εκεί. Να κάνω μια και να βλέπω ουρανό, να βρεθώ από τους πρώτους απέναντι από την φουρτούνα.

Δεν μπορώ να ξεφύγω από τις διηγήσεις. Ούτε των ναυτικών προγόνων ούτε των βλαχων προπατόρων, από όλους αυτούς που μου έπιασαν το πηγούνι και σταθεροποίησαν το βλέμμα μου σε μια εποχή περασμένη, που δεν θα ξαναρθεί.

Ούτε από τα κρυφά μπαρ μπορώ να γλιτώσω. Με ελκύουν, το ότι είναι φυλαγμένα τα νώτα τους με γεμίζει αυτοπεποίθηση. Το ότι μπορώ από εκεί μέσα να βλέπω τον κόσμο, χωρίς να είμαι ορατή.

h1

Δαιμονικός εσπερινός

31 Μαρτίου, 2013

Δεν προλάβαμε να βουτήξουμε τα πόδια μας στη θάλασσα

έφυγε ο ήλιος πριν μας αφήσει το λεωφορείο στην προκυμαία.

Να κολυμπήσεις να περπατήσεις τα νερά μέχρι εκεί που παίζει η μουσική

να χαιρετήσεις να μιλήσεις να συστηθείς στους συνεπιβάτες σου

να διαβάσεις τις πινακίδες των οδών

να θυμηθείς  τους χάρτες

δεν γίνεται αν δεν ακούσεις τι λένε τα παιδιά

πόσο κρατάει το διάλειμμά τους και γιατί τους αρέσει να κάθονται κοντά κοντά

αν δεν κάνεις τις καλές πράξεις της νύχτας

αν δεν εξηγήσεις σε κάποιον πού να κατέβει για το Νοσοκομείο Θώρακος

αν δεν σηκωθείς για να καθίσουν οι κουρασμένες μαμάδες από το Παίδων

αν δεν παραδεχτείς πως έχεις αργήσει κι εσύ να κάνεις τις εξετάσεις σου

αν δεν μπερδευτείς για το τι θες να κάνεις

αν θα αποβιβαστείς ή όχι

αν θα περιμένεις ή όχι.

Λαχταρούσαμε μυρωδιά ιώδιο και κύματα μωβ στην Αίγινα απέναντι

περπατούσαμε δαιμόνια με άδειες τσέπες στην παραλιακή.

 

 

 

h1

Οι τελευταίες επιθυμίες του Πουκ

21 Φεβρουαρίου, 2013

Η στιγμή που παίρνεις ανάσα πριν το επόμενο φιλί είναι τόσο σημαντική

όσο και ‘κείνη που χρειάζεσαι για να σβήσεις

το κερί;

την γραμμή;

το λυχνάρι του Αλατίν;

Ήτανε, λέει, ένας θεός που αγαπούσε το αλάτι

αν ήσουν αγριοκάτσικο και κρυστάλλιαζε τις πρασινάδες σου σχεδόν αποκτούσες μια φήμη.

Να σβήσεις το χρώμα στα δυτικά του κάδρου, φτάνει με την περιγραφή

Να σβήσεις τα σύμβολα από τον βράχο

με την σμίλη;

και πάει το τελικό νι πριν από το σίγμα;

ε, κύριε;

είναι δευτέρα, είναι μεσημέρι, είναι η ώρα που πάω για ύπνο, καλέ μου κύριε;

εννοούνται οι ερωτήσεις ή οφείλω πάντοτε το ερωτηματικό;

θέλω να ξέρω, θα φύγει η ιστορία από τα χέρια μου

 

h1

Από μηχανής θεός

18 Φεβρουαρίου, 2013

Θα σπάσω το νήμα του εγώ-εσύ-εγώ-εσύ
και κάνω δικιά μου την απάντηση

μια μέλισσα δε λέει να σταματήσει

h1

Τι είπε ο Οδυσσέας στον Όμηρο -short version

2 Φεβρουαρίου, 2013

Μόλις άνοιξε τα μάτια και δεν ξέρει τι ώρα είναι. Το φως είναι κάπως κόκκινο, λίγο δύσκολο να είναι νωρίς το πρωί και απίθανο να έχει ο χειμώνας τέτοιο απόγευμα. Το κινητό τηλέφωνο στο κομοδίνο έδειχνε να έχει λιώσει, «τι συμβαίνει», ρώτησε κι είδε μεμιάς τους τοίχους να ραγίζουν. Δεν πρόλαβαν να βαθύνουν οι ρωγμές στον σοβά κι είχε βγει έξω απ’ το δωμάτιο. Χωρίς την παραμικρή απορία διέσχισε τον διάδρομο, που υπήρχε ως την ώρα που έπεσε για ύπνο. Υπήρχε κι οδηγούσε στην καινούργια μπανιέρα, στον καθρέφτη με τις πιτσιλιές απ’ τις απρόσεκτες κινήσεις των χεριών, που εκσφενδονίζονται όταν λέει το ένα να νίψει το άλλο. Χωρίς χρόνο, δεν υπάρχει καιρός για πολλά πράγματα και δεν ξαναρώτησε κανέναν, ο διάδρομος διάστικτος από σταγόνες λάβας και το σαλόνι άφαντο. Από την πόρτα και μετά, μόνο μια κοιλάδα πύρινων ποταμιών, «θε μου», είπε κι αμέσως η γλώσσα δαγκώθηκε από το λάθος του μοναδικού επιζώντος.

h1

Σερενάτα για την σειρήνα

2 Ιανουαρίου, 2013

Σειρήνα, serena, serenata

αν ήμουν στην θέση σου θα το σκεφτόμουν περισσότερο

αν θα προτιμούσα τα βράχια της βόρειας θάλασσας

αν θα καθόμουν στην ιχθυόσκαλα με τους πρωινούς αθλητές

λαχανιασμένοι κι ασθμαίνοντες διηγούνται τα χτεσινά τους

η δίαιτα, η πίεση, χειμερινό κολύμπι οπωσδήποτε

Μάλλον θα πήγαινα σε τόπους με παραδείσια πουλιά

να μην πιστεύω από την ομορφιά

να μην αναπνέω από την έκπληξη

να σβήσω με τα βράγχια στεγνά

να αντισταθώ στην αμφίβια υπόστασή μου

Κι όμως δε γίνεται

ή βάφεις τα νύχια σου ή δεν τα βάφεις

γρήγορα θα γυρνούσα στα λόγια σου

θα ‘ψαχνα έναν καταρράκτη

ναι στον Νιαγάρα και μην απορείς που σπαταλάω εδώ τα νι

εσύ τα λόγια σου τα έχεις μετρημένα

κι είναι η φωνή που περιπλέκει την υπόθεση

εκεί στηρίζεται η κρισιμότητα του αγώνα

Οπότε δεν θα στερούσα από τον εαυτό μου ένα υγρό περιβάλλον

θα έπαιρνα τον αέρα μου στον μοναχό μου βράχο

ύστερα θα βουτούσα σαν τις φώκιες

στη Μήλο ναι, στις σπηλιές θα κοιμόμουν

Θα περνούσα κι από ένα βαθύ καθαρό ποτάμι

θα προσπαθούσα πολύ γι’ αυτό

και στις Πρέσπες με μεγάλη βεβαιότητα θα στεκόμουν

αν και γρήγορα θα κινούσα για τα θερμά χάδια της Ταϊλάνδης

μεγάλο σχολείο στην πλάνη

στο Βόσπορο για χάζι μέσα στο ψαροκάικο

τι ωραία που τα λέω

μα αν ήμουν στη θέση σου, ομολογώ, θα το σκεφτόμουν

h1

Η Αθήνα στην υγρή της όχθη

30 Δεκεμβρίου, 2012

Στους τοίχους τ’ αγγελτήρια ξεπλένονται, πουλάω και ψάχνω και κανείς δεν αγοράζει τις ημέρες εκείνες.

Οι ολόμαυρες γάτες πληθαίνουν, οι φίλοι χάνονται κι ύστερα βρίσκονται, λίγο βαρύτεροι ή ελαφρείς σωπαίνουν. Άλλος με κάποια αισθητική κι άλλος με μιαν ησυχία, λόγια φορτώνονται και ξεφορτώνονται στις πλάτες μας κι ύστερα λες τι μικρός που είν’  ο κόσμος. Στην όχθη του Αμαζονίου αναγνωρίζεις ένα δικό σου επιφώνημα, μιλάς την γλώσσα με μια ριπή, εν μια νυκτί συνεννοείσαι με τα ξωτικά σου πρόσωπα. Ακούς μια μουσική και δεν είναι ο Ερμής, είναι ο ελέφαντας που παίζει.

Το βράδυ στο δρόμο με τα συνεργεία ο περίγυρος ερημώνει και μένουν οι ήχοι απ’ τις σοφίτες μου. Φύλακες αποθηκών, ζευγάρια στο ξεκίνημα κι ένα δωμάτιο τυφλό, αιρετικοί που επιδιώκουν μια παύση αχανή. Μπορεί κάποιος να τραγουδάει, την ώρα που μαγειρεύει να μιλάει, ίσως να παίζει το ραδιόφωνο κι είναι κλειστά τα μαγαζιά, μια φυσαρμόνικα σε σολ κι έχουν μείνει τα μαυρισμένα τα κατώφλια τους: τα γράσα της παραγωγικότητας, οι αμέλειες της βιασύνης, έχω δουλειά και χαιρετώ σας.

Μένουν οι ποντικοί στις οροφές, αρκετές γάτες στις γωνίες των εσοχών κι αναρίθμητα πεζοδρόμια.

Μετά έρχονται οι λάμπες οι στρογγυλές, πότε ροζ και πότε λευκές, άλλες σαν μάτια τέρατος κι άλλες σαν γλόμποι που σε θωπεύουν, σε πλανεύουν. Καμμιά φορά προδίδεται και το κίτρινο: σ’ ένα μπαλκόνι τα χρυσάνθεμα, στο πεζοδρόμιο τα πρώτα λεμόνια προσγειώνονται, οι κλέφτες μπαίνουν στις αυλές, κάνουν το ρούχο τους ποδιά κι ύστερα φεύγουν κυοφορούντες τη λεία τους. Είναι τα λάφυρα τ’ ονείρου, ψυθιρίζει ένας δραπέτης.

Πριν ξυπνήσω και μετρήσω ως το εκατό, νομίζω πως ξεκίνησα να φτιάχνω παγωτό, δεν άντεξα μετά την κόψη του μαχαιριού, η φλούδα τσακίστηκε και ράγισε, ξεχύθηκαν στάλες ελαίων εσπεριδοειδούς καταγωγής κι αν δεν είναι το λεμόνι είναι ο χρυσός στο στήθος του βραδινού κατορθώματος. Αν δεν είναι ο πανάρχαιος μύθος, θα ‘ναι η έλλειψη ασβεστίου, οι ξεχασμένες ιστορίες για το σκορβούτο, η αναγκαστική παρένθεση της ημέρας πάντως με ξεσκεπάζει και διατάσσει έναν ύπνο ενεργό. Σαν τα μωρά που κοιμούνται οπουδήποτε ετοιμάζω το πρωινό μου και δεν υπνοβατώ φυσώντας τον αχνιστό καφέ. Σκάλωσαν, όμως, φύλλα, κλαδιά και λεμονανθοί στην μπλούζα μου, έχουν σκιστεί τα μανίκια μου και κανείς δε με πιστεύει.

h1

Η ζήλεια βγήκε παγανιά

27 Δεκεμβρίου, 2012

Οι απέναντι έπλυναν την αυλή και το πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι τους. Έχει υγρασία κι είναι κιόλας βράδυ, τα βρεγμένα πλακάκια σκουραίνουν στο ημίφως, μεθαύριο πανσέληνος ή αύριο;

Του διπλανού η λεμονιά είναι πιο γλυκειά, πιο κίτρινη, πιο φουντωτή. Το ξένο κεραμίδι και το φωτισμένο παράθυρο, αυτό που εσωκλείει το τυχερό του περιεχόμενο, είναι ποθητό αν είσαι από ‘κείνους που περπατούν μες στο κρύο και με τα χέρια στις τσέπες.

Κι οι τριανταφυλλιές, κι αυτές υπερτερούν, φροντισμένες κι ανθισμένες, ψηλές σαν δέντρα, σαν αχλαδιές που κορυφώνονται ευθύς επάνω.

Ο κόκκορας που με κοιτάει λοξά, επιθεωρεί τον χώρο του κι είμαι μια ξένη σκιά, περαστική απ’ τον δρόμο με τους πρόχειρους φράχτες.

Η ανοιχτή πόρτα στα γύφτικα, μέσα μια σόμπα και γύρω παιδιά, μια τηλεόραση κι ένα κυρτό φουγάρο, φυστικί περβάζια και ροζ παραθυρόφυλλα. Τώρα μικραίνουν οι ώρες κι η ξαστεριά λευτερώνει τα φώτα της πόλης, δε μένει μια στάλα αξόδευτη, φεύγει κι η θέρμη του τόπου κι εκτοξεύεται στην άκρη του ορίζοντα, δε μένει μια στάλα να ζεσταθεί το κόκκαλο, να ζεσταθούν τα σωθικά.

Το παρακάτω περιβόλι, οι παραπέρα κάμποι, έχει λωτούς εκεί κι ήρθε ο συγγραφέας να τους ορίσει έναν ιδιοκτήτη που φρουρεί με το δίκαννο κι εσένα κλέφτη που μόλις πείνασες. Ο συγγραφέας, επίσης, σε πρόλαβε πριν απλώσεις το χέρι να κόψεις τον καρπό και σου λέει πως οι λωτοί που βλέπεις είναι άγουροι. Έχουν ξεμείνει κάνα δυό στα σκόρπια, γυμνά τους, κλαδιά, ξαλαφρωμένα κι αυτά με την σειρά τους, πεταρίζουν ανάλαφρα σε κάθε ριπή του ανέμου.

Παρά τα σκάγια που σε παραφυλάνε παραμερίζεις τις προειδοποιήσεις και μπαίνεις στο ταψί της πείνας σου, χορεύεις για το ένστικτο της σίτισης, της τροφής την προσταγή. Λέει, λοιπόν, ο συγγραφέας πως σε πρόφτασαν οι οργανωμένοι κλέφτες, αυτοί που δεν πεινούν τώρα δα, μα έχουν καρότσια και τσουβάλια, έχουν διαθέσιμα χέρια και οχήματα, έχουν αποθήκες και ψυγεία για να τ’ αφήσουν να ωριμάσουν κι ύστερα να τα βγάλουν στην αγορά. Τώρα οι λωτοί, αύριο τα ροδάκινα, όλα τους άγουρα για να μην χτυπηθούν πολύ κατά την μετακίνηση.

Όσο τον αφήνεις τον συγγραφέα τόσο συνεχίζει με δαιδαλώδεις προσθήκες και λεπτομέρειες, έρχονται σύντομα κι οι αναλύσεις με τα σχετικά αποτελέσματα, σχεδόν απελπίζεσαι και περισσότερο αναρωτιέσαι, πώς να τα βγάλεις πέρα στην χώρα των λωτοφάγων; Με τα χέρια στις τσέπες πάλι φεύγεις νηστικός.

Κι ύστερα ψάχνεις πώς να μπεις σ’ έναν φούρνο, να ‘τανε λέει κι ένα ζαχαροπλαστείο κλειστό, να βουτήξεις το χέρι στα αφράτα μακαρόν, να ‘τανε λέει κι ένα τσάι ζεστό, ένα σημείο να σταθώ, να  ζεσταθώ, να μου φτάσει ο εαυτός και για τους άλλους.