h1

Εικόνες

Σεπτεμβρίου 30, 2005

1). Μποτιλιάρισμα. Στο διπλανό αυτοκίνητο, ένα ζευγάρι. Άντρας και γυναίκα, σιωπηλοί, χαμένοι στα δικά τους αυτοερωτήματα. Και πίσω, ένα παιδί. Δεν θυμάμαι καν αν ήταν αγόρι ή κορίτσι, θυμάμαι μόνο το χαμόγελό του. Του χαμογέλασα κι εγώ. Άπλωσε τα χεράκια του στο τζάμι, σα να ‘θελε να με αγγίξει, ή να παίξει με την κομματιασμένη εικόνα μου. Αυτήν που καταφέρνει να φανερωθεί ανάμεσα από τα αλλεπάλληλα μεσοδιαστήματα των δέκα δακτύλων. Έφυγαν μπροστά και το πιτσιρίκι μου χαμογέλασε και πάλι. Θα ‘θελα να είχε πει:

[«Καλημέρα!»] → Ένας ήχος δικός μου.

2). Μεσημέρι. Ηρεμία. Όλο το χωριό κοιμάται. Περιφέρομαι στην άδεια ταβέρνα, η μαγείρισσα με άφησε να προσέχω. Πήγε να δει αν ξύπνησε το μωρό. Κοιτάζω τις σωρούς από φρεσκοπλυμένα μαχαιροπήρουνα. Απλωμένα πάνω σε καθαρά πανιά βαμβακερά, έτοιμα να σκουπιστούν.

-Γεια σου.

Γυρίζω και βλέπω στην πόρτα έναν άνδρα ψηλό. Γνωστή φυσιογνωμία στο χωριό. Μελαχροινός. Στενόμακρο πρόσωπο κι ένα πυκνό μούσι να αντιτίθεται στο άτριχο κεφάλι.

-Τι κάνεις; Μόνη σου είσαι;

Δεν μιλάω. Τον κοιτάω μονάχα. Τον κοιτάω ακόμη κι όταν γυρίζει και κλειδώνει την πόρτα. Ακόμη τον κοιτάω, όταν έχω παγώσει από τα πανικόβλητα ερωτηματικά του μυαλού μου: Γιατί κλειδώνει; Δεν είναι δικό του το μαγαζί, τι θέλει; Γιατί κλειδώνει; Γιατί; Γιατί; Γιατί;
Τον κοιτάω ακόμη κι όταν κάθεται σε μια καρέκλα.

-Έλα εδώ, κάτσε.

Προχωράω σαν υπνωτισμένη και κοιτάω τα χέρια του που χτυπάνε προκλητικά τα γόνατά του, υποδεικνύοντας πού πρέπει να πάω να καθίσω.

-Έλα, μην φοβάσαι.

Στέκομαι. Ακίνητη. Με αρπάζει και μ’ ακουμπάει στα πόδια του.

-Θες να σου πω ένα παραμύθι;

Δεν απαντώ. Κατεβαίνω μονάχα όσο πιο γρήγορα μπορώ και φτάνω γρήγορα στην πόρτα. Ξεκλειδώνω. Προλαβαίνω να ξεστομίσω:

-Πρέπει να πάω στη μάνα μου!

Θα ‘θελα να είχα πει και κάτι ακόμη:

[«Άντε και γαμήσου!»] → Ένας ήχος δικός μου.

3). Πανικός. Ο θείος κι η θεία πρέπει να πάνε στον οδοντίατρο. Κι ο νιογέννητος γιος, μέσα στα φασκιά του τα μοσχοβολιστά, δε λέει να σταματήσει το κλάμα. Ώρες τώρα. Δεν ξέρουν τι να κάνουν.

-Πηγαίνετε.

-Μα πώς να σ’ αφήσουμε μόνη με το μωρό; Δε βλέπεις που κλαίει συνέχεια;

«Πηγαίνετε», είπα. «Θα τα καταφέρω».

Φύγανε. Κι έκλαιγε. Πολύ. Δεν τον λυπήθηκα, ούτε στενοχωρήθηκα, ούτε αγχώθηκα. Έμεινα ήρεμη. Και δίχως να τον αγγίξω καν, άρχισα να λικνίζω την κούνια του ελαφρά στο ρυθμό του αγαπημένου μου τραγουδιού: «Ο Κεμάλ» του Μάνου και του Νίκου. Ένα τραγούδι για την αλήθεια του κόσμου, τόσο σκληρό και τόσο τρυφερό μαζί. Το ιδανικό νανούρισμά μου.
Σώπασε το μικρούλι. Κι ανοιγόκλεινε τα μάτια του από την ηδονική θαλπωρή που νιώθαμε κι οι δύο. Και κατάπινε ευτυχισμένα την ηρεμία που μόλις θήλασε. Και χαμογελούσα εγώ, τόσο πλήρης, τόσο δυνατή, που είμαι σίγουρη ότι μου μιλούσε. Έλεγε:

[«Πόσο καιρό έχουν να σε νανουρίσουν κι εσένα;] → Ένας ήχος δικός μου.

4). Φοράω τζην και μπλουζάκι μακό. Τα φώτα κλειστά, έτσι όπως ορίζουν τα πάρτι των γυμνασιόπαιδων. Μονάχα οι στύλοι της ΔΕΗ και το φεγγάρι να φωτίζουν την πίστα. Μια πίστα ατελείωτη σ’ ένα μικρό σαλόνι. Παρατηρώ τα ζευγάρια, χωμένη βαθιά στην πολυθρόνα της πεισματικής αποχής. Κάθομαι «μάγκικα», έχω αφήσει απ’ έξω τη γυναίκα κι έχει υπερισχύσει ένας αφελής τσαμπουκάς. Το ένα πόδι επάνω στο άλλο και παρατηρώ τις μεγαλύτερες, αυτές που στέκονται στο μεταίχμιο της εφηβείας και της ενηλικίωσης και κινούνται νωχελικά. Γοητεύουν τους παρτεναίρ με τις κινήσεις τους, κι εγώ, το «αντράκι», απ’ έξω χαμογελάω κοροϊδευτικά κι από μέσα λαχταράω να κάνω το ίδιο.

-Χορεύεις;

Με ξύπνησε η φωνή του από τον λήθαργο. Μια φωνή να αμφιταλαντεύεται. Μια να πατάει στα μπάσα του μελλοντικού άντρα, μια να παραπατάει στις υψηλές τονικότητες του μπόμπιρα που δεν θα φύγει ποτέ.

-Όχι.

-Μα γιατί;

-Έτσι.

-Έλα, σήκω να χορέψουμε…

Αρνήθηκα ξανά. Κι επέμεινε. Κι αφού βρήκε χίλιους δυο τρόπους να με κάνει να γελάσω, κι αφού με έκανε και γέλασα κι αφού βυθίστηκα ξανά στην πολυθρόνα της Αποχής, ήρθε πάλι.

-Χορεύουμε;

-Ναι.

Κι ήταν σα να του ‘λεγα:

[«ΤΩΡΑ χρησιμοποίησες το σωστό πρόσωπο. Όχι «χορεύεις», αλλά «χορεύουμε»] → Ένας ήχος δικός μου.

5). Πρώτη ερωτική απόπειρα.

Εκείνος: Σ’ αγαπώ.
Εγώ: Κι εγώ.

[«Το ‘πες πρώτος, αλλιώς δεν θα σου το έλεγα…] → Ένας ήχος που δεν ξέρω αν ήταν δικός μου.

Και τα «Παιδικά παιχνίδια», μόλις εξέπνευσαν. Σιωπή.

Advertisements

5 Σχόλια

  1. Σιωπή. Έχεις διαβάσει το σχετικό κείμενο του Πόε;


  2. Όχι, δεν το έχω διαβάσει.

    Καλημέρα.


  3. Καλημέρα (έχω και τον καιρό εχθρό και δε μπορούν να βγουν για να βοσκήσουν τα χαϊβάνια).

    Να το διαβάσεις, φαντάζομαι και on-line θα υπάρχει κάπου.


  4. Πές μου τον τίτλο, σε παρακαλώ, ώστε να το αναζητήσω…Ευχαριστώ πολύ!

    Και που ‘σαι, άστα τα καημένα να δροσιστούν λιγάκι…Ξεροστάλιασαν όλο το καλοκαίρι…


  5. Η σιωπή. Ανήκει σε μια συλλογή δοκιμίων. Αν ρωτήσεις σε βιβλιοπωλείο θα ξερουν μαλλον. Αν βρω τον τιτλο του βιβλιου θα σε ενημερωσω.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: