h1

Δεκαπενταύγουστος

Οκτώβριος 15, 2005


(Κι αφού έμαθα, σαν καλό παιδί, να κάνω το σταυρό μου…)

-Τελείωνε, λέμε!
-Δεν μ’ αρέσει αυτή η φούστα!…
-Μια χαρά είναι η φούστα.
-Και τι είναι αυτά τα γυαλιστερά που έχει επάνω;!
-Χα, χα! (ο αδερφός μου), τα λένε λαμέ! Απ’ αυτά φοράει κι ο Λεπά!

Τον κοίταξα με όσο μίσος μπορούσε να μαζέψει η δεκάχρονη πορεία μου στη γη…

-Είσαι έτοιμος εσύ; Άσε τ’ αστεία, γιατ’ έχω ένα σωρό δουλειές να κάνω και τη Λειτουργία δεν θα την προλάβουμε, ε;
-Γυναίκα, (ο παππούς), πού είν’ το πουκάμισο;
-Πού θε ‘λα ‘ναι, χριστιανέ; Στην κρεμάστρα.
-Αφού δεν είναι.
-Δε μ’ αρέσει η φούστα –κλάμμα εγώ- δεν τη βάζω!

Η γιαγιά έχει μόλις ξετυλίξει τα «ρολά» από τα μαλλιά, αυτά που βάζει παραμονές των γιορτών για να πάρουν λίγο όγκο και παλεύει με την φωτιά στον ξυλόφουρνο. Πιο κει, χαμός. Η «γκιούρμπαστη» -αρνί παραγεμισμένο με σκόρδο και μπαχαρικά, τυλιγμένο στη λαδόκολλα- περιμένει έτοιμη να μπει στο φούρνο, οι πατάτες καθαρισμένες μέσα σε ένα κουβά με νερό, έτοιμες κι αυτές για να τηγανιστούν όταν γυρίσουμε. Σε λεκάνες όλα τα σαλατικά, το κρασί άφαντο.

-Κρασί «έπιασες», Νίκο;
-Μου είπες, ρε γυναίκα, ότι δεν έχει κρασί;
-Εγώ θα σου ειπώ να βάλεις κρασί; Έκει ντε…
-Πού να ξέρω εγώ άμα «έπιασες» εσύ κρασί;
-Βρε πήγαινε «πιάσε» κρασί και γέμισε κανα μπουκάλι λέω! Ρε τι λέτε ρε…

Ένα δωμάτιο όλο κι όλο το σπιτάκι στο χωριό. Και το χωριό, δέκα σπίτια το πολύ, απέναντι από το Αρτεμίσιο της Αργολίδας, άνθιζε τα παλιότερα χρόνια, ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Έπαιρναν οι κτηνοτρόφοι τα ζωντανά τους από τα «χειμαδιά» και παραθέριζαν εκεί.

Πέτρινοι τοίχοι, σχεδόν μισό μέτρο πάχος, κάποτε σε ένα σημείο του που είχε ξεκολλήσει μια πέτρα, βρήκαμε μέσα στο βαθούλωμα μια φωλιά δεντρογαλιάς γεμάτη αυγά. Υπόστεγο στη βεράντα κι από κάτω όλο το χωριό με την εκκλησιά του και την υπαίθρια πλατεία του για τα πανηγύρια. Σφεντάμια παντού, αμπελάκια, νερά να τρέχουν, η κατσίκα μας δίπλα να μηρυκάζει, τα κρεβάτια ξέστρωτα κι απάνω τους απλωμένα τα ρούχα μας τα «καλά». Δεκαπενταύγουστος.

Ή αλλιώς το ετήσιο μαρτύριό μου για πολλά χρόνια. Ξεκινάγαμε, λοιπόν, από το ντύσιμο. Και «όχι αυτό το βρακί θα βάλεις, είναι άσπρο», «όχι το ροζ θα βάλω και για να μάθεις μου το πήρε η μάνα μου» και «όχι αυτό δεν είναι βρακί, αυτό είναι σορτσάκι» και «ε, τότε να το φορέσω να ‘ρθω έτσι» και να η μπούφλα και «βάλε κείντο άσπρο πουκάμισο που σου πήρα από τη λαϊκή μαζί με την κόκκινη φούστα» και «όχι είναι λαμέ, είμαι σαν το γυφτάκι» και «βάλε το πουκάμισο μέσα από τη φούστα» και «θέλω να φαίνεται η κοιλιά μου, είναι μοντέρνο» και «σκότω για κορίτσι που θα πας στην εκκλησία με τις κοιλιές έξω» και «γιατί όχι;» και «τι θα πει ο κόσμος» και «άσε με να σε χτενίσω, εγώ ξέρω» και «άου πονάω! Τηχωρίστραόχιστημέσητηθέλωαριστερά!». Και κλάμμα. Πολύυυ κλάμμα.

Στο μεταξύ η γιαγιά, Θανάσης Βέγγος Νο2, έχει ντυθεί κι η ίδια, έχει βρει το πουκάμισο του παππού, έχει βάλει τη «γκιούρμπαστη» στο φούρνο, έχει βολέψει τα «περιφερειακά» -ψωμιά, πατάτες, τζατζίκια, κρασιά, σαλάτες, πιάτα, πηρούνια, ποτήρια, τραπεζομάντηλα- κι ώσπου να πεις κίμινο είχε «δέσει» την κατσίκα να μη μας φύγει, είχε κλειδώσει την τουαλέτα που είναι δέκα μέτρα έξω από το σπίτι, είχε μαζέψει τα κρεβάτια, είχε φορέσει τα σκουλαρίκια της, λίγο κραγιονάκι διακριτικό, τσάντα και πρόσφορο παραμάσχαλα και δρόμο. Δεκαπενταύγουστος.

Ο προπάππος μου –πατέρας της γιαγιάς- κάθε χρόνο υπεύθυνος για δύο πράγματα: 1) Να κόβει τους άρτους και να τους μοιράζει στον κόσμο μετά τη Λειτουργία και 2) να βγάζει το δίσκο κάπου στα μισά της Λειτουργίας με το δίσκο στο ένα χέρι και στο άλλο μια κολώνια «Μυρτώ» (τη θυμάστε;).

-Και του χρόνου πουλάκ!

Με βούταγε ο προπάππος μου και με τη σουβλερή του τη μύτη, ζντουπ, ζντουπ, ζντουπ στο ένα μάγουλο, ζντουπ, ζντουπ, ζντουπ στο άλλο μάγουλο, μια διάσειση την είχα πάθει. Να μας φιλήσει πήγαινε ο άνθρωπος, αλλά τον προλάβαινε η μύτη…Καλός άνθρωπος, αλλά είχε ένα χούι: Είχε τρέλα με τα σόκιν…Δεν άφηνε άνθρωπο για άνθρωπο και περίσταση για περίσταση που να μην στιγμάτιζε με τις σόκιν πλην αληθινές ιστορίες του.

-Και που λες, ένας χωροφύλακας που ήταν από την Τρίπολη, μου είπε ότι την Τρίπολη τη λένε και Τρίψωλη (μπιπ!).
-Πατέρα…κάτσε φρόνιμα…(τον κεραυνοβολούσε η γιαγιά μου).

Αφήναμε, λοιπόν, τον προπάππο να αλωνίζει στην αυλή της εκκλησίας και τσουπ! μέσα εμείς. Να ‘ταν 40 τ.μ. όλα κι όλα η εκκλησία; Να μην ήταν 200 νοματαίοι μέσα; Κι άλλοι τόσοι απ’ έξω; Σόγια μεγάλα, βλέπεις, όλο το χωριό μια οικογένεια. Κάτι ο συνωστισμός, κάτι η αυγουστιάτικη ζέστη, κάτι οι κάπνες απ’ τα κεριά, κάτι τα λιβάνια, κάτι τα κουδουνάκια ντλίγκι ντλιν της αγιαστούρας, κάτι οι ψάλτες που πορωμένοι να επιδείξουν τις ωδικές τους ικανότητες γκάριζαν ολίγον, με έπιανε μία αφόρητη ζάλη.

Κι όχι τίποτ’ άλλο, βαρήκοο παιδάκι εγώ, όσο να’ ναι έχω και τα δικά μου πουλάκια να κελαηδάνε στ’ αυτιά μου. Κι όχι τίποτ’ άλλο, βαρήκοο παιδάκι εγώ, δεν έβγαζα γρι απ’ αυτά που λέγαν. Κι όχι τίποτ’ άλλο, η ζάλη είναι ένα από τα προσόντα μου. Δερβίσης ο εγκέφαλος, να πηγαίνει γύρω-γύρω μπας και βρει τη νιρβάνα…

Και να ‘χω και τη γιαγιά: Από πίσω μου ακριβώς, να με σκουντάει για να σταυροκοπηθώ, να μου πιάνει το κεφάλι με τα χέρια-μέγκενη μην τυχόν γυρίσω και κοιτάξω πουθενά αλλού εκτός από μπροστά («Στην εκκλησία κοιτάμε μόνο τον παπά και την Ωραία Πύλη», έλεγε το κήρυγμα μονίμως). Αλλά το χειρότερο ήταν οι μετάνοιες. Μόλις έβγαινε το Ευαγγέλιο –ίσως ήταν και κάτι άλλο, κάποια εικόνα, δεν ξέρω, με τα τυπικά αυτά ποτέ δεν βρήκα άκρη- να σου, λοιπόν, κάτι γιαγιούλες στη σειρά, πήγαιναν μπροστά μπροστά και δώστου να γονατίζουν, να κάνουν κάτι σταυρούς που μου φαίνονταν πιο μεγάλοι από τους άλλους που έκαναν οι υπόλοιποι. Ξεκίναγαν από ψηλά, κατέβαιναν ίσαμε το πάτωμα κι άντε πάλι.

-Πήγαινε κι εσύ!
-Δε θέλω.
-Βλέπεις αυτό το κοριτσάκι που πήγε, τι καλό που είναι;
-(Γκρρρρ…!)
-Πήγαινε!-
Όχι!

Στο μεταξύ έχει σκάσει μύτη ο προπάππος με το δίσκο και τη «Μυρτώ». Βάζανε τα λεφτά στο δίσκο κι ο παππούς τους ράντιζε λίγη «Μυρτώ» στην κεφαλή.

-Δώσε κάτι κι εσύ πουλάκ!

Έδινα δεν έδινα με ράντιζε, αλλά αυτή τη φορά με πέτυχε διάνα. Κάνει μια με την κολώνια και νταν! Κατευθείαν μέσα στο μάτι μου.

-Ααααα! Ρε παππού!
-Σσσσς!…(οι γιαγιές που για άλλη μια φορά είχαν παστώσει στην καμφορά τα ρούχα, μιας και τα φόραγαν μόνο μια φορά το χρόνο και κάπως έπρεπε να τα προφυλάξουν από τι δεν ξέρω).
-Το μάτι μου!
-Σώπα ντέι (η γιαγιά μου).
-Πονάω!

Ο παππούς το χαβά του, ούτε πήρε χαμπαρι, κουφός εντελώς εν τω μεταξύ, έχει πάρει σβάρνα το ποίμνιο με τη «Μυρτώ» παραμάσχαλα και μαζεύει τα όβολα.

«Καμμιά βολά», που λέει κι ο παππούς μου, τελείωνε η Λειτουργία. Εγώ, στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

-Γιαγιά, ζαλίζομαι, να πάω έξω;
-Κάτσε τελειώνει.
Κι άρχιζε το κήρυγμα…

Κι αντί να μας πει καμμιά ιστορία για την Παναγίτσα και το Χριστούλη, που πολύ μου άρεσαν, άρχιζε πάντα να λέει για την ηθική.«Κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια…». Ε, ναι, οι γυναίκες δεν πρέπει να βάζουν κολώνιες, (εκτός κι αν είναι «Μυρτώ» προφανώς…Ρε μπας κι είχαν κάνει καμμιά σύμβαση;), δεν πρέπει να βάφονται (εδώ, όλες οι γιαγιές με τα διακριτικά κραγιονάκια δαγκώνονταν μπας και φάνε το κραγιόν κι εξαφανιστεί από τα αμαρτωλά χείλη τους), δεν πρέπει να φοράνε παντελόνια (ευτυχώς, υπάρχουν ΑΝΤΡΕΣ να τα φορούν αυτά), δεν πρέπει να προκαλούν (εμένα, πάντως, εκείνο το αγοράκι με το τσουλούφι αλα Ντένις ο Τρομερός, πολύ μου άρεσε…

-Γιαγιά, ποιος είναι αυτός;
-Σσσς!…α, τον Κωστάκη λες. Ξάδερφός σου είναι. Της θείας σου της Κούλας.
-Ποιας θείας Κούλας;
-Της κόρης της αδερφής της ξαδέρφης του παππού σου, από το σόι της μάνας του.
-Σσσσσς!!!.. (οι γιαγιάδες με την καμφορά).
-Ξάδερφος, ε; (Κι ΑΥΤΟΣ ξάδερφος;… ).

Και δώστου για την ηθική ο παππάς και δώστου να συγκατανεύουν οι γιαγιάδες ομαδικώς και να κουνάνε τα κεφάλια, ως να ‘χαν τον Μωυσή με τις 10 εντολές αυτοπροσώπως μπροστά τους. Οι άντρες, δεν έβλεπα να πωρώνονται ιδιαίτερα με τα λεγόμενα, αλλά τέλος πάντων, είχα και μία ζάλη που κόντευε να γίνει εμετός…

-Άντε και του χρόνου!
-Χρόνια πολλά!
-Χρόνια καλά!

Η καλύτερή μου ήταν ο άρτος. Μου έφτιαχνε το στομαχάκι ο γλυκάνησος. Συχνά πυκνά είχαν και λουκούμια.

-Μην τρως πολύ, ντε!
-Μμμμ…ωραίο, γιαγιά!

Και μέχρι να χαιρετηθούν, να και το επόμενο μαρτύριο:

-Ποιανού σ’ εσύ πουλάκ;
-(Ανάσα) Του Νίκου και της Αρτεμισίας εγγόνα.
-Αααα! Η μάνα σου τι κάνει; Γιατί δεν ήρθε; Ο πατέρας σου καλά; Οι δουλειές του πώς πανε; Ψήλωσες! Πάχυνες…
-(Γκρρρ…)…Νννναι.

Άλλος:
-Ποιανού σ’ εσύ πουλάκ;
-(Οουφ!) Του Νίκου και της Αρτεμισίας εγγόνα.
-Ααααα! Πόσα χρόνια έχω να σε δω; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
-Ε, πού να σε ξέρει το παιδί, μωρό ήταν όταν σε είδε τελευταία φορά (η γιαγιά μου).

Ο μπάρμπας με τη μουστάκα τη θυσσανωτή, περιμένει το ανακοινωθέν της γιαγιάς και τις συστάσεις με τα χέρια χωμένα στο ζωνάρι που μετά βίας συγκρατούσε την κοιλιά του.

-Βρε, δε με θυμάσαι;
-Τσου…
-Ο μπάρμπα Κούνας είμαι βρε!
-Αα…
-Ο μπάρμπας –η γιαγιά τώρα παίρνει το λόγο- είναι πατέρας της Τούλας!
-…(Πρέπει να θυμηθώ κάτι τώρα;)
-Εγώ είμαι βρε!( ακάθεκτος ο μπάρμπας).
-Νναι…Χαίρω πολύ…
-Έλα εδώ βρε να σε φιλήσω, άκου «Χαίρω πολύ»!

Η νηστεία έχει ένα κακό….Το σκόρδο και δόξα τω Θεώ, απ’ αυτό έχουν και τρώνε και απολαμβάνουν μπόλικο κάτι μπάρμπηδες σαν κι ετούτον που ορθωνόταν μπροστά μου θεόρατος.

-(Θέλω να κάνω εμετό!!)…Εχμμ…
-Δε με θυμάται…(απελπισμένος φανερά ο μπάρμπας τώρα).
-Βρε, είμαι της Τούλας ο πατέρας!
-Της Τούλας (νταξ, γιαγιά, το μάθαμε!), που είναι τριτοξαδέρφη της μάνας σου κι ο μπάρμπα Κούνας είναι γιος του αδερφού του πατέρα του παππού σου!
-Κατάλαβες τώρα;(βέβαιος μπάρμπας για την επίλυση του θέματος…)
-Α, μάλιστα…(κούνια που σε κούναγε μπάρμπα Κούνα…).

Και δώστου συστάσεις, και δώστου ερωτήσεις. Και πού κουράγιο για απαντήσεις σε 400 νοματαίους.

Και το κλου:
-Πάμε στον παπά να σου διαβάσει ευχή. Ματιασμένη είσαι.
-Μα..
-Έλα!

Βούταγε και τον αδερφό μου μαζί και να ‘μαστε η τριάδα μπροστά στον παπά, που δεν έβλεπε την ώρα να φύγει για να κάνει βουρ στα ψητά.

-Σας παρακαλώ, διαβάστε μια ευχή στα παιδιά. Θέλουν και να εξομολογηθούνε. (Θέλουμε;)
-Φυσικά. Γονατίστε κι οι δυο εδώ. (Κι οι δυο;)

Η γιαγιά μπάστακας από πίσω μας. Οπότε ο παπάς ρώταγε -κλασικά και εις τον αιώνα των αιώνων- και τους δυο μας:

-Είστε καλά παιδιά; (Κοίταγε τον αδερφό μου).
-Ναι…(Κοίταγε εμένα).
-Ναι. (καλά τα πήγαμε εδώ, μια χαρά καλό παιδί είμαι, σούπερ η εξομολόγηση! Παρακάτω πάτερ…).
-Αγαπάτε τη μαμά και το μπαμπά;
-Ναι –και οι δύο μ’ ένα στόμα μια φωνή- (εύκολο κι αυτό…).
-Λέτε ψέμματα;
-(Μούγκα. Κοιτάζει εμένα. Μα γιατί κοιτάζει εμένα; Μοιάζω να λέω ψέμματα;)..Οοο…όχι!
-Εσύ; (στον αδερφό τώρα).
-Όχι! (μμμ…πολύ σίγουρος είσαι, τρομάρα σου).

Μπλα, μπλα, μπλα, το πετραχήλι στα κεφάλια μας, χειροφίλημα κι ελεύθεροι!
Γιούπιιιι Μας περιμένουν η γκιούρμπαστη, τα ζαχαράτα και τα κλαρίνα!

(Συνεχίζεται).

Advertisements

20 Σχόλια

  1. Επισκέφτηκα πρώτα το blogs.gr και τώρα βλέπω το ίδιο ποστ κι εδώ. Το σχόλιο που έγραψα εκεί θεώρησέ το ότι έγινε εδώ.
    Εσύ έχεις δύο μπλογκς και με μπερδεύεις, ενώ εγώ έχω δυο ονόματα και σε μπερδεύω επίσης..!


  2. Ποτέ δε σε μπερδεύω Ηνίοχε!

    Τώρα, δεν ξέρω τι θα κάνω με τα δύο μπλογκς…Προς το παρόν τα έχω και τα δύο. Μου αρέσει το καθένα για διαφορετικούς λόγους…

    Ευχαριστώ!


  3. Ωραίο. σαν να ήμουν εκει μαζί σας. Περιμένω με ενδιαφέρον την συνέχεια.
    Εύχομαι ο προπαππούς και η γιαγιά να είναι καλά και να σοκάρει για πολύ καιρό ακόμα την γιαγιά με τα αστεία του 🙂


  4. Ελπίζω στη συνέχεια να βελτιώνεται η κατάσταση, γιατί αυτήν την ταλαιπωρία του Δεκαπενταύγουστου (και ειδικά τα σκορδάτα φιλιά) μέχρι κι εγώ την «μύρισα» διαβάζοντας το κείμενό σου.


  5. Σα να σας βλέπω… 🙂

    κιπ γκόινγκ…(ένα λόουερ έχω πάρει, μη το ξεχνάμε).


  6. vista, o προπάππος έχει πεθάνει πια…Ήμουν τυχερή, γενικά, γνώρισα δευο προπαππούδες και μία προγιαγιά και ειδικά ο αναφερόμενος στο ποστ, μου άφησε πολλές σόκιν ιστορίες, παραμύθια μαγευτικά, εικόνες και στιγμές ανεπανάληπτες για κληρονομιά.

    juanita, η συνέχεια, δεν έχει απαραίτητα καλή κατάληξη, μία αναδρομή σε εκείνα τα χρόνια κάνω, όπου η χριστιανική κατήχηση ήταν στα φόρτε της είτε από τη γιαγιά μου, είτε από οποιονδήποτε άλλον.

    clown, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω! Και που ‘σαι..Κι εγώ μ’ ένα λόουερ είμαι…συμπάσχω! :Ρ


  7. Artemis, και όμως με μπερδεύεις. Δες τα σχόλια στην γνωστή φωτό, στο μπλογκ του Ίσσαλλου……


  8. Ωραίος τύπος ο Μπάρμπας!!!

    Πολύ ζωντανή περιγραφή!

    Μπράβο το καλό κορίτσι!!!

    ;-)))


  9. Ευχαριστώ Μικρούλι! Όντως, ωραίος ο μπάρμπας, το σκόρδο να έλειπε μόνο…

    Ηνίοχε, τα θυμάμαι τα σχόλια που λες…Τι εννοείς, βρε;


  10. Artemis, ξανακοίταξε προσεκτικά τα σχόλια στην επίμαχη φωτό. Ο Φοίβος σε σχολιάζει και στον Ηνίοχο απαντάς. No comments….;-)


  11. …vista, o προπάππος έχει πεθάνει πια…Ήμουν τυχερή, γενικά, γνώρισα δευο προπαππούδες και μία προγιαγιά…

    Πραγματικά είναι τύχη. Δυστηχώς γνωρισα μόνον μία γιαγιά. Το παιδί μου έχει 2 γιαγιάδες, 3 παπούδες (Οκ, ένας δεν ειναι αίματος παρά παντρεμμενος με την μια γιαγιά) και μία προγιαγιά. Και κατάγονται αυτά τα 6 άτομα από Ελλάδα, Ιταλία και Γερμανία. Ενδιαφέρουσα μίξη, τί λές θα γράφει ο γιός μου μετά από 15 χρόνια; 🙂


  12. Vista, θα γράψει σίγουρα πολλά κι ενδιαφέροντα. Κι αν όχι, θα του μείνουν πολλές μνήμες, το σημαντικότερο…

    Ηνίοχε, έκανα τέτοια γκάφα; Συγγνώμη…


  13. Συγχωρεμένη……:-)))


  14. Πολύ ωραία η διήγησή σου. Θυμήθηκα την προγιαγιά μου που την φωνάζαμε «η γιαγιά η μικρή». Και τώρα βλέπω την 5χρονη ανηψιά μου που φωνάζει έτσι την δική μου γιαγιά και χαμογελάω. Είναι πολύ όμορφο τα μικρά παιδιά να μεγαλώνουν με παππούδες και γιαγιάδες δίπλα τους.

    Όσο για τη Μυρτώ δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, την πουλάνε ακόμα. Την πρώτη φορά που είδα ένα μπουκαλάκι Μυρτώ σε μια γωνίτσα του φαρμακείου της γειτονιάς μου, από την υπερβολική συγκίνηση αγόρασα δύο μπουκάλια τελικά, γιατί φοβήθηκα μήπως μέχρι την επόμενη φορά που ήθελα πάλι, είχε σταματήσει η κυκλοφορία της. 😛


  15. χρονια πολλα για αυριο 20 /10/ μαλλον σου ευχομε πρωτος…… να γλεντισεις οσο πιο πολυ μπορεις…… και γω θα πιω στην υγεια σου !!!!!


  16. mindistripper, καλώς μας ήρθες! Χμμ…ώστε βρήκες Μυρτώ; Φύλαξέ μου ένα μπουκάλι, pls!!

    Ίσσαλλε, σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Με συγκίνησες…


  17. τριψωλη;

    αχ αυτος ο μωριας!


  18. Lol vangelaka! Κι εσύ γιατί δεν επιτρέπεις σχόλια βρε, στο μπλογκ σου;


  19. Αρτεμάκι, έχω πάθει μία τεράστια πλάκα με το μπλογκ σου. Αυτή ήταν από τις πιο όμορφες ιστορίες που έχω διαβάσει και τρελλαίνομαι για το στυλ σου.

    Απέκτησες μία φανατικότατη θαυμάστρια.
    Καλημέρα : )


  20. constantina μου, σε ευχαριστώ πολύ και καλώς μας ήλθες…Τίμη μου!



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: