h1

Διάλογοι

Οκτώβριος 20, 2005

(Μα τι «μάτι» ήταν εκείνο….)

-Κατάλαβέ με γιαγιά, ζαλίζομαι πολύ μέσα στην εκκλησία…
-(Έτοιμη να βάλει τα κλάμματα) Τι είσαι δηλαδή, βρε Άρτεμη; Δαιμονισμένη;
-Αν είναι δυνατόν, βρε γιαγιά! Τι λες;
-Αμ τι να πω…Το λιβάνι δεν το μπορείς, στην εκκλησία δεν μπορείς, δεν έχω ιδεί κανέναν άλλον να κάνει έτσι.
-Βρε γιαγιά, βρε γιαγιά! Αφού το ξέρεις, δεν μπορώ τον πολύ τον κόσμο, ούτε τη βαβούρα, μ’ αρέσει να πηγαίνω όταν δεν είναι κανένας.

Και πήγαινα. Και μου ‘μειναν μέσα μου χαραγμένες εκείνες οι στιγμές που μαζί με τη γιαγιούλα μου και τον αδερφό μου παίρναμε ένα κουβαδάκι γεμάτο με βούρτσες, σφουγγάρια, απορρυπαντικό σε σκόνη, φυτιλάκια, καρβουνάκια, λιβάνι και λάδι. Κι ένα μπουκέτο πασχαλιές απ’ την αυλή. Και χίλιες κουβέντες και γέλια να τις πετάμε ο ένας στον άλλο μεταξύ μας και να μην πέφτει κάτω ούτε μια.

Σποράκια τα λόγια, βρίσκανε χώμα στις καρδιές, νοτισμένες εκείνες από αγάπη, θρέφανε τα λόγια, γίνονταν διαμιάς ολόκληρα δέντρα. Λεμονιά του έρωτα, πορτοκαλιά της αντίδρασης, καστανιά του μυστηρίου, καρυδιά της στοργής, τριανταφυλλιά του δέους, αχλαδιά της ανάγκης, πλατάνια της μεγαλοσύνης. Ολόκληρα δέντρα γίνονταν οι κουβέντες, να κάθομαι τώρα από κάτω τους και να γεύομαι αχόρταγα τη μνήμη. Μνήμη ριζωμένη στο ριζικό μου.

-Την αγαπούσες, γιαγιά, τη μαμά σου;
-Εμ; (Δάκρυ. Και τα ταλαιπωρημένα από τους μορφασμούς της επιβίωσης χείλη της να τεντώνονται, να δαγκώνονται, να κοκκινίζουν, να θυμίζει η γιαγιά μου παιδούλα άγουρη στο παραθύρι).
-Εμένα, πάντως, με γνώρισε! (Με καμάρι ο αδερφός μου). Έτσι μου ‘πε η μαμά. Πως η γιαγιά η Ελένη με φύλαξε πολλές φορές.

Το ‘χουν αυτό, σχεδόν όλες οι γυναίκες στο Άργος. Όσες γνώρισα. Θεωρούν τιμή τους να ταχταρίσουν ένα παιδί, να χτυπήσει η μικρομάνα την πόρτα και να τους ζητήσει να κρατήσουν το μωρό για λίγο, κάπου να πάνε και κείνες. Σε δουλειά, σε ανθρώπου ανάγκη ή και στο κομμωτήριο. Δεν τις ένοιαζε, αρκεί να τους δινόταν εκείνη η τιμή κι ας πήγαινε η μάνα όπου ήθελε. Κι ας πήγαινε στο κομμωτήριο. Τίποτα, αυτές μαζί με το μωρό, απολάμβαναν το δώρο της εμπιστοσύνης. Που η μάνα έφευγε και η καρδιά της, ο νους της μπορούσαν να φύγουν μαζί της. Και το μωρό, σε ήσυχα χέρια, με την έγνοια της ξένης γυναίκας να πλανάται σαν αέρι από πάνω του προστατευτικά. Σαν ανάσα.

-Αμ, πώς; Και πώς χαιρόταν η γιαγιά…Της άρεσαν τα μωρά. Ήσουν κι εσύ όμως, ένα ωραίο, κατάξανθο, στρουμπουλό μωρό, άλλο πράγμα! (Η γιαγιά χαμογελάει τώρα, έγινε το δάκρυ ανακούφιση).
-(Εγώ, με την καρδιά μου κόμπο από τη θλίψη, δε μιλάω).
-Κι εσένα σε κράτησε η γιαγιά, (είπε σε εμένα η γιαγιά μου)
-Ναι; (Πες μου κι άλλα!)
-Βέβαια, και σ’ αγαπούσε πολύ! Και μάλιστα, εσύ ήσουν πολύ ήσυχη και δεν την κούρασες καθόλου.
-Αλήθεια; (Αχ!)
-Βέβαια.

Έχω μια ιδιαίτερη γωνιά στη μνήμη μου για όλες τις γυναίκες που με κράτησαν στην αγκαλιά τους. Μα για τη γιαγιά μου την Ελένη, έχω μια ξεχωριστή κι ας μην την θυμάμαι. Πέθανε όταν ήμουν βρέφος. Κάτι είχε στα πνευμόνια της, πόνεσε πολύ.

Το μνήμα της, στο νεκροταφείο της Παναγίας. Επάνω σε κεντρικό δρόμο η εκκλησία και το νεκροταφείο τεράστιο, να την περικυκλώνει. Μεγάλοι διάδρομοι να χωρίζουν τους τάφους, να τους «τακτοποιούν» σε τετράγωνα ως να ήταν γειτονιές που όρισε η Πολεοδομία. Κάθε μνήμα με το δικό του όνομα. Κάθε όνομα και φωτογραφία. Κάθε φωτογραφία και πρόσωπο. Κάθε πρόσωπο και μια ζωή. Μια ζωή, που έτυχε να μάθουμε πότε άρχισε και πότε τελείωσε.

Μ’ άρεσε να χαζεύω τα αγαλματάκια που ορθώνονταν σε μερικούς τάφους. Πότε ένα αγγελούδι να στέκεται πάνω από ένα μωρό, πότε ένας στρατιώτης, πότε ένα ζευγάρι πιασμένο χέρι χέρι. Και σταυροί. Μια θάλασσα σταυροί. Απλοί κι απέριττοι, στολισμένοι άλλοι με λουλούδια, χαραγμένοι άλλοι με περίτεχνα στολίδια.

Για τη γιαγιά πηγαίναμε όλο ευθεία, μετά αριστερά και μετά περνούσαμε προσεκτικά ανάμεσα σε δυο σειρές μνημάτων για να σταθούμε μπροστά της. Το όνομά της, η ημερομηνία γέννησης, η ημερομηνία θανάτου και το σύνολο: Ετών 78.

Με γράμματα ασημένια που ο χρόνος τα ξεθώριασε, γύρω γύρω μάρμαρο και λίγο χαλικάκι. Και το σπιτάκι της. Έκανες μια το πορτάκι του, σπασμένο κι αυτό σε μια μεριά, το άνοιγες κι είχε μέσα την φωτογραφία της γιαγιάς, λίγα καρβουνάκια, λίγα φυτιλάκια, ένα μπουκάλι λάδι μισοτελειωμένο κι ένα καντήλι σβησμένο. Ένας θησαυρός στο μυαλό μου, που κοιτώντας ένα ένα τα κομμάτια του, μεταφερόμουν και σ’ άλλο ταξίδι.

Η γιαγιά μου, έχει γεμίσει τον κουβά της με νερό, έχει στάξει σε μεριές μεριές απορρυπαντικό και τρίβει. Πλένει το μνήμα.
-Ε, αυτές τις μέρες που θα κάνει Ανάσταση ο Χριστός, να είναι καθαρό το μνήμα της γιαγιάς (έλεγε λες κι η μάνα της ήταν ζωντανή).
-Γιαγιά, τι είναι εδώ, από κάτω; (ο αδερφός).
-Βρε, φύγε από κει! Μνήμα είναι και δεν θα το ‘χουν κλείσει με μάρμαρο από πάνω ακόμη!
-Γιαγιά, πώς είναι οι πεθαμένοι; (εξακολουθεί να περιεργάζεται το «γυμνό» μνήμα το αδερφός).
-Ωχού, κι έχω δουλειές!
-Είδα ένα δρακουλιάρικο μια μέρα κι ένας πεθαμένος, λέει, είχε σηκωθεί από τον τάφο του κι ήταν όλος κόκκαλα! (Με τα μάτια γουρλωτά εκείνος, με τα μάτια διάπλατα εγώ, η γιαγιά σβέλτη όπως πάντα, να παλεύει με τις σαπουνάδες). Ναι, και οι δαγκάνες του πήγαιναν έτσι (με δυο περισσευούμενες βούρτσες που υποτίθεται θα χρησιμοποιούσαμε εμείς για να βοηθήσουμε –αλλά πού…- έκανε τη μασέλα του πεθαμένου και δώστου να τις ανοιγοκλείνει κλαπ! κλαπ! στα μούτρα μου).
-Αααα! Γιαγιά! (χωμένη εγώ στη φούστα της, να την τραβολογάω). Πες του να σταματήσει!
-Ουου! Ουουουουου! Θα σε φάω! Είμαι ο Δράκουλας! ΓκρρουααααΑΑΑΑ!
-Σταμάτα ντέι! Ρε τι λέτε, ρε!
-Αααααααα! (κλάμμα εγώ…)
-Θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα (η μόνιμη απειλή της γιαγιάς που όλως περιέργως ποτέ δεν αντίκρισε την πραγμάτωση). Δε σου είπα να μην το ιδείς το δρακουλιάρικο; Άιντε! Χρονιάρα μέρα…

Τα «δρακουλιάρικα» και τα «πιστολίδια» -ήτοι όλες οι ταινίες με θέμα το Φαρ Ουέστ- που έδειχνε η μονοπωλούσα τότε κρατική τηλεόραση, ήταν στα μαύρα κατάστιχα της απαγόρευσης. Κι όσο απαγορεύονταν, τόσο εμείς τις λαχταρούσαμε.

Πού και πού, γυναίκες που ο χρόνος δεν είχε προλάβει την οδύνη τους να κλέψει, πιο πέρα να μοιρολογάνε. Κλαίγαν για τους χαμένους. Άλλες για το άγνωστο που φαντάζονταν να περικυκλώνει την περιπλανώμενη ψυχή, άλλες για την δική τους απώλεια. Κι όλες στα μαύρα κι όλες να είναι η προσωποποίηση μιας φράσης: «Μου λείπεις».

Τελειώναμε με το πλύσιμο και βάζαμε τα λουλούδια στο βάζο. Ανάβαμε το καντήλι, λιβανίζαμε λίγο και παραδόξως εκεί, στην άπλα της γαλήνης, η φλόγα εκείνη η μικρή με ζέσταινε και η μυρωδιά του λιβανιού που τσιτσίριζε στο καρβουνάκι ένιωθα να μου σβήνει όλους τους Δρακουλες που με τρόμαζαν, όλα τα λάθη που έκανα κι όλα τα λάθη που ετοιμαζόμουν να κάνω. Όλες οι έγνοιες μαζί με το λιβάνι να ταξιδεύουν στο πέρα και να χάνονται. Εκεί, στην άπλα της γαλήνης, ανοιγόταν μια κοιλάδα ήρεμη που μέσα σε εκείνην τίποτα δεν με φόβιζε.

Γιατί η γιαγιά μου, μπορεί να λαχτάρησε να με κάνει θεοσεβούμενη, να παίζω στα δάχτυλα τα τυπικά όλων των γιορτών, αλλά ποτέ δεν είπε ότι ο Θεός θα με τιμωρήσει. Ούτε ότι θα με κάψει, ούτε τη λέξη «αμαρτία» άκουσα από τα χείλη της. Κι απλώς, δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει γιατί αντιδρούσα. Ναι, όταν μεγάλη πια, κατέβηκα ένα Πάσχα να το περάσω μαζί της, κι έτυχε να μπλέξω ως αργά το βράδυ Μεγάλου Σαββάτου στο μαγαζί ενός θείου μου βοηθώντας τον και πήγαν μόνοι τους με τον παππού στην Ανάσταση, στο βλέμμα της σαν την είδα μετά δεν ήταν τίποτα άλλο, από ένα «Μου λείπεις».

Ένα «Μου λείπεις» ολοζώντανο, πιο πικρό, πιο πονεμένο από εκείνο που θα λέγαμε σαν μας χώριζε ζωή και θάνατος. Πιο μεγάλο, γιατί μέσα του, δίπλα του, μαζί του, έχει κι εκείνη την ευκαιρία. Έχει εκείνο το «εδώ και τώρα» που δεν πληρώθηκε. Ναι, αργότερα κατάλαβα, ίσως και τώρα μαζί με τα γραφόμενα να κατάλαβα, η γιαγιά, το μόνο που ήθελε ήταν να είμαι μαζί της, να με δείχνει και να με καμαρώνει.

Μα δεν είχε βρει τον τρόπο ποτέ να μου πει ξεκάθαρα αυτό της το «θέλω». Με φόρτωνε χιλιάδες «πρέπει» κι εγώ κλώτσαγα σε όλα. Κι εκείνη κλώτσαγε το ίδιο. Να τρωγόμαστε συνεχώς και ν’ αγαπιόμαστε παράφορα. Κι εκείνο το παράφορο, αμείλικτο, να μην δίνει τόπο σε καμμιά υποχώρηση, να μη μας αφήνει ποτέ να ξαποστάσουμε αγκαλιασμένες.

Μεγάλωσα, και πήγαινα μόνη μου στην γιαγιά την Ελένη. Μπορούσα να περάσω μόνη μου τον δρόμο τον κεντρικό, διάβαινα ήδη τις μεγάλες λεωφόρους της ζωής μου. Της άναβα το καντήλι. Της άναβα λιβάνι. Της άναβα κεριά. Έτσι, όχι επειδή έπρεπε, αλλά επειδή ήθελα να βρω την αφορμή να της μιλήσω. Πήγαινα πιο πέρα, άναβα κρυφά τσιγάρο κι άρχιζα.

Της μιλούσα για τη ζωή μου. Για αυτά που με φοβίζουν, για όσα ξέρω ότι μπορώ να κάνω, για όσα ξέρω ότι δεν κάνω ενώ μπορώ. Για ανθρώπους που οι πράξεις τους σημάδεψαν τη δική μου ρότα. Έτσι, άδικα και παράλογα εντελώς, έκαναν μια κι έκοψαν σε μεριές μεριές εκείνη την κορδέλα, τον ομφάλιο λώρο που είναι δεμένος στην αφετηρία κι ας έχει δικαίωμα να καταλήξει σώος στο τέρμα. Τον μπάλωσα σε εκείνες τις μεριές γιαγιά, για να μπορώ να περπατώ επάνω του σαν άλλος ακροβάτης να έρθω πίσω στις στιγμές της αφετηρίας. Εκείνες που τις μοιράστηκα και μαζί σου. Που το χάδι σου, γιαγιά, με σιγονανούρισε. Εκεί, πλάι στα ασθενικά πνευμόνια σου το κορμί μου, να μην υποπτεύεται τι του μέλλει. Να μην υποπτεύεται. Και να θυμώνω, γιαγιά, για όλο το άδικο. Να εξοργίζομαι. Κι όσες φορές ήρθα να σε δω, το κατώφλι της εκκλησιάς να μην το διαβαίνω. Να περνάω απ’ έξω της και να κοιτάω μονάχα εσένα. Ναι, γιαγιά, γιατί τότε όλα εκείνα τα τρομερά, μου φαίνονταν ότι βγήκαν από τη σφαίρα της πιο οργιαστικής φαντασίας. Νόμιζα ότι ο κόσμος όλος είναι η αγκαλιά της μάνας μου, της γιαγιάς μου, η δική σου, κι όλων των γυναικών που με ταχτάρισαν. Τίποτε άλλο δεν ήξερα γιαγιά.

Ούτε για τους αλλεπάλληλους πυρετούς που έσβησαν τα αυτιά μου, ούτε επειδή την σιωπή μου πολλοί θεώρησαν δεδομένη. Πόνος, γιαγιά, για πράγματα που δεν μπορώ να ξεστομίσω ούτε σε εμένα την ίδια. Μα νιώθεις. Αντί για νερό, στο μνήμα σου σήμερα δάκρυα αλμυρά. Κι εγώ η εγωίστρια, σε απασχολώ. Σε φωνάζω με την πιο δυνατή μου ηχώ, να έρθεις για λίγο κοντά μου. Ν’ αφήσεις το μέρος που κάθεσαι για να μ’ ακούσεις. Και να μην ξέρω αν ακούς. Και να μεταφράζω αυτό το «να μην ξέρω» σε «ξέρω». Να λέω: Ξέρω ότι δεν με ακούς. Γιατί είμαι θυμωμένη γιαγιά.

Θυμωμένη για τον κόσμο που μου παρέδωσες. Κι εσύ κι οι πριν κι οι κατοπινοί. Θυμωμένη, γιαγιά, γιατί ακόμη νιώθω παιδί, ακόμη βρίσκομαι στη χώρα των απαιτήσεων. Γιατί σύντομα θα βρεθώ στη χώρα των απαιτήσεων των άλλων και θα πρέπει να είμαι εγώ αυτή που θα δώσω. Γιατί είναι η ώρα που λαμβάνεις όταν είσαι παιδί και ποτέ δεν την έζησα όπως μου έπρεπε εκείνη την ώρα.

Έτσι, βγαλμένα όλα τα άσχημα από τον τόπο του Ακατανόητου, μ’ έκαναν να πηγαίνω στο μνήμα της προγιαγιάς μου. Και να φεύγω, ανάλαφρη πια, να χαζεύω τα πιτσιρίκια στις παιδικές χαρές. Να ανεβαίνω λαχανιασμένη τα σκαλιά για τον Αη Γιωργάκη που ορθώνεται ταπεινός επάνω από την πόλη. Να συνθέτω εκεί συμφωνίες άηχες και να προσκυνώ στην εκκλησία του καβαλάρη Αγίου, δίχως ποτέ να μπω μέσα. Δίχως ποτέ να βάλω κέρμα στο παγκάρι. Δίχως ποτέ να φιλήσω την εικόνα του. Δίχως ποτέ να θυσιάσω κάτι. Έτσι, να κάθομαι στο πεζούλι του αυλόγυρου και να ‘μαι εγώ. Εγώ κι ο κόσμος και γύρω γύρω όλη η αλήθεια.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. Όμορφο κείμενο. Είτε είναι πραγματικές είτε φανταστικές οι αναμνήσεις, είναι γεμάτο αλήθεια, αγάπη, χαρά και πόνο. Όπως και η ζωή.


  2. Αληθινές είναι juanita…Αληθινές, γεμάτες αλήθεια.

    🙂



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: