h1

Ελένη

Οκτώβριος 26, 2005

Πάντοτε στο Βούρκο πηγαίναμε για την ημερήσια εκδρομή μας. Κάθε τόσο, ανακοινωνόταν από τον διευθυντή του 1ου Δημοτικού ότι την επομένη θα πηγαίναμε εκδρομή, το ανακοινώναμε κι εμείς με τη σειρά μας στο σπίτι κι ετοιμαζόμασταν.

Μέσα σε μια τσαντούλα, μπάλα ποδοσφαίρου, αυτοκινητάκια, βόλοι και διάφορες λιχουδιές για τα αγόρια, λάστιχο, χαρτάκια χρωματιστά, μολυβάκια αρωματικά, τσίχλες, αυτοκόλλητα, κολατσιό για τα κορίτσια. Έπαιρνε ο καθένας τα αγαπημένα του πράγματα, το χαρτζιλίκι του, γίνονταν οι διακανονισμοί από την προηγουμένη: «Εσύ θα φέρεις το λεύκωμα με τα αυτοκόλλητα για τα «Στρουμφάκια», εσύ θα φέρεις τη μπάλα», έκαστος στο είδος του.

Όταν ήμουν πολύ μικρή, πρωτάκι ακόμα, δειλό ακόμα, το Πάρκο στο Βούρκο μου φαινόταν απέραντο. Έψαχνα πάντα την παρέα μου και γινόμουν σκιά της, μη χαθώ, μην πάθω τίποτα. Διότι, ήταν λίγο αδυσώπητα τα πράγματα. Ανάμεσα σε δυο τάξεις, ήταν τέτοια η διαφορά, τόσο μεγάλο το χάσμα που, πολύ συχνά, ήταν αδιανόητο να γνωρίζεις παιδιά της δευτέρας ενώ εσύ ήσουν στην πρώτη. Έπρεπε να είσαι ένα με αυτούς της δικής σου τάξης.

Κι αυτό, διότι τα μεγαλύτερα κοιτούσαν με τέτοια ορμή μπροστά, στο μέλλον, στη στιγμή που θα γίνονταν κι εκείνοι μεγάλοι ώστε ξεχνούσαν ακόμη και το θρανίο που κάθονταν την περασμένη χρονιά. Κι έτσι γινόταν πάντα. Τα πρωτάκια λαχταρούσαν να τα προσέξουν τα δευτεράκια, και τα δευτεράκια να τα κάνουν παρέα τα τριτάκια και πάει λέγοντας. Η έκτη πια, ήταν «οι μεγάλοι», δέος!

Οι δάσκαλοι, έπιαναν μερικά τραπέζια εκεί, στο κιόσκι, είχαν αγοράσει τα σαλάμια τους, τα τυριά τους, έπιναν καφέ και κολάτσιζαν κουβεντιάζοντας. Άλλοι, δυο δυο, τρεις τρεις, κυκλοφορούσαν σε όλο το πάρκο συζητώντας κι επιτηρούσαν τα παιδιά.

Ναι, απέραντο το πάρκο στο Βούρκο. Αλλού τα ποδοσφαιρικά, αλλού κορίτσια απέναντι το ένα από το άλλο να τεντώνουν με τα πόδια τους τα λάστιχα και όλα τα υπόλοιπα να κάνουν άλματα πάνω από το λάστιχο, προσέχοντας μην το ακουμπήσουν και «καούν». Είχαμε και πρωτιές εκεί, και φαβορί, είχαμε κι ευρεσιτέχνες που έρχονταν να μας που τις καινούριες φιγούρες που σκέφτηκαν.

Σε μεριές μεριές, να ακούς παρέες να τα «σκάνε» τραγουδώντας, για να δουν ποιος θα τα φυλάει στο «κρυφτό», ποιος θα είναι «μάνα» στην «αμπάριζα», ποιος θα κάνει το «κυνηγητό», ποιος θα κάνει την «τυφλόμυγα», ποιος θα κάνει τον «κλέφτη» και ποιος τον «αστυνόμο».

«Αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα;». Και να ανοίγει τα μάτια του ο ερωτών, και όλοι πίσω του να έχουν ακινητοποιηθεί σε διάφορες πόζες, ωσάν να αποτελούν μέρος ολοζώντανης φωτογραφίας. Κορίτσια παντού να συνδυάζουν πολύπλοκα παλαμάκια μεταξύ τους, τραγουδώντας εξίσου πολύπλοκα αυτοσχέδια τραγούδια. Και τα αγόρια να «κονταροχτυπιούνται», να μαθαίνουν τον κόσμο μέσα από ατέλειωτα παιχνίδια υπεροχής, μπας και νιώσουν για λίγο ένα «εγώ είμαι ο καλύτερος». Κουβέντες παντού απλωμένες, σα γαϊτάνια, σα κορδελάκια πολύχρωμα. Παιδιά.

Για ένα διάστημα, κυκλοφορούσε στο Βούρκο μία κοπέλα που έλεγαν ότι ήταν τρελή. Την έλεγαν Ελένη, και οι φήμες οργίαζαν, και των παιδιών η φαντασία είχε πλάσει αμέτρητες ιστορίες για φονικά, λέει, που είχε κάνει, για λάμιες που της πήραν τη μιλιά, για παιδιά που η «τρελή Ελένη» τα άρπαξε και χάθηκαν για πάντα.

Αδιόρατη τώρα η μορφή της στα μάτια μου, το μόνο που έχει μείνει είναι ένα πελώριο ανάστημα που ορθωνόταν τόσο διαφορετικό σε σύγκριση με τα λιλιπούτεια πλάσματα. Και το βλέμμα της: Μάτια αμυγδαλωτά και σαστισμένα. Την φοβόμουν τόσο πολύ τότε. Φανταζόμουν ότι θα με αρπάξει και μένα και θα χαθώ, όπως όλα εκείνα τα παιδιά που «χρόνια τώρα κανείς δεν ξανάδε». «Ξέρεις, ε; Λένε ότι σε τρώει κιόλας!», ήρθε η κουβέντα από την Ασπασία που μασουλούσε ένα κουλούρι δίπλα μου. Τρόμος!

Κάποια στιγμή, ακούστηκαν εκκωφαντικές φωνές. Παιδιά που κυριολεκτικά ούρλιαζαν παραπέρα σε μία αλάνα. Κοίταξα πιο προσεκτικά και είδα ένα τσούρμο να τρέχει γύρω γύρω και μπροστά μπροστά την «τρελή Ελένη» να τρέχει πιο πολύ, σχεδόν αλαφιασμένη. Δεν άφησα καμμία λογική να κάνει συνειρμούς, τα «φονικά» και τα «χαμένα παιδιά» πήραν μορφή στο κουτάκι του φόβου και ξεχείλισαν πληθωρικά.

«Θα με πάρει κι εμένα!», σκέφτηκα έντρομη και χώθηκα ανάμεσα σε δυο δασκάλους που στέκονταν πιο κει κουβεντιάζοντας.

-Βρε, τι θες εσύ εδώ;
Τους δείχνω σιωπηλά το μπουλούκι που γυρόφερνε στην αλάνα ωρυόμενο, που για μια στιγμή μου φάνηκε ότι έπαιρνε δικαιωμένο την εκδίκησή του.
-Παίζουν, δεν κάνουν τίποτα τα παιδιά….
-Η Ελένη…
Ψέλλισα φοβισμένη. «Η Ελένη…», τους είπα ξανά.
-Ποια; Η κοπέλα; Δεν πειράζει κανέναν αυτή, μη φοβάσαι.

Συμπλήρωσαν ένα γελάκι κι αυτό το γελάκι σηματοδότησε την ασημαντοσύνη του φόβου μου. Ξαφνικά, εκεί που τα σώματά τους όριζαν μεταξύ τους μία ασφαλή γωνιά για μένα, μία γωνιά που έμοιασε με γαληνεμένη άπλα, η γωνιά εκείνη έγινε περιττή. Βγήκα από ‘κει κι εντελώς διαφορετική πια, ως να ‘χα ξυπνήσει από όνειρο κακό, μπήκα στη συνείδηση: «Για κοίτα, η Ελένη, φοβάται πιο πολύ από όλους εμάς, τελικά…».

Κι έτρεχε το κορίτσι, αλλόκοτα και τρομαγμένα τα αμυγδαλωτά της μάτια, κουβαλούσαν δικές τους ιστορίες για παιδιά που όποτε τη βλέπουν την κυνηγάνε, για απειλητικά ουρλιαχτά γύρω της και ανεξήγητα τρεχαλητά. Και να κραυγάζουν συνάμα, αυτά τα αμυγδαλωτά τα μάτια, να αναρωτιούνται και να εξαπολύουν μέσα από τη δίνη της ταχύτητας αμέτρητα «γιατί;». Τότε κατάλαβα, πως εκείνη ήταν το θύμα. Πως εκείνη χρειαζόταν την ασφαλή κουβέντα των δασκάλων πιο πολύ από εμένα.

Μα οι δάσκαλοι ήταν προστάτες μόνο για μας. Ανάμεσά τους, δεν χωρούσε καλά καλά ένα δειλό κοριτσάκι, πώς θα χωρούσε η Ελένη και όλη η φαντασία των μπουλουκιών του κόσμου που αυθαίρετα αφήνει κατά μέρος τα «αγαλματάκια» και τις ολοζώντανες φωτογραφίες για να στήσει ένα δικαστήριο στη μέση ενός πάρκου;

Εκεί, μέσα σε ένα πάρκο, μέσα σε ένα κόσμο που χωρούσε άλλον ένα κι άλλον ένα, κάθε κόσμος και παιδί, κάθε κόσμος κι ένα δίκιο, εκεί σε μια σταλιά τόπο –γιατί μια σταλιά είναι όλοι οι τόποι τελικά- ξύπνησα από ‘να όνειρο για να βρεθώ στην πραγματικότητα. Αυτήν την πραγματικότητα που χρειάζεται μια Ελένη για να ξεσπάσει παράλογη και δήθεν δικαιωμένη.

Advertisements

9 Σχόλια

  1. Για δεύτερη συνεχόμενη φορά μου θυμίζεις παρόμοιες ιστορίες και πράγματα που ανήκουν σε ένα μακρινό παρελθόν. Τόσο μακρινό που μου μοιάζει ψεύτικο.


  2. Ίσως να μοιάζει ψεύτικο, επειδή το παρόν μοιάζει πιο γεμάτο…

    😉


  3. …Για κοίτα, η Ελένη, φοβάται πιο πολύ από όλους εμάς, τελικά…

    Eιναι σημαντικό τελικά προκειμένου να πέρνει κανεις μια συνολικότερη αποψη των πραγμάτων να μπορει να αλλάζει την οπτική γωνια.

    Ωραιο κειμενο.


  4. Αυτό το admin, δεν ξέρω γιατί μου βγαίνει…

    Ευχαριστώ vista…


  5. Μας γύρισες χροοοοοονια πίσω…


  6. Αχ ταξίδια του μυαλού,
    ταξίδια σε καλημέρες
    που μείναν ξάφνου αδειανές
    να ψάχνουνε πατέρες…


  7. Ελένη ή ο κανένας…


  8. και μένα μ’άρεσε..μου θύμισες το τραγούδι του Μικρούτσικου:
    «Κι εσύ Ελένη και κάθ’ Ελένη
    της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη

    Ζούμε σ’ ένα κόσμο μαγικό
    Υποχθόνια δουλεύει με μοναδικό σκοπό
    Να σε μπάσει στο παιχνίδι, τη ζωή σου πως θα φτιάξει
    Να σου τάξει, να σου τάξει την ψυχή σου να ρημάξει»

    🙂


  9. Darthiir, όχι και χρόοοοοονια…Μικρά είμαστε ακόμα. 😉

    Μικρούλι, αχ! Αχ, με αυτά τα ποιήματά σου!

    Τσέλιγκα, :)…

    Παπαρούνα, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!

    Φιλιά σε όλους!



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: