h1

Κάτι που θα είναι.

Δεκέμβριος 28, 2005
(Φωτογραφία, Alejandro Curquejo)

Κάτι που θα είναι, για όσο είναι. Δε θέλω να κρατήσει παραπάνω από μία κραυγή. Μέχρι εκεί, και πολύ θα είναι, απλώς, θα είναι. Δεν πρόκειται για αράδες αθανασίας, μη γελιόμαστε, μα να γελάσουμε ως να περιπαίζουμε τον τρόμο του θανάτου. Αθάνατες δε θα μείνουν οι αράδες μου, μη γελιόμαστε είναι μου, φτιάχτηκαν, άλλωστε, για μια σκηνή όπου λαμβάνει χώρα το εδώ και το τώρα.

Έτσι κατηχούν σε κάτι σκοτεινά, μικρά αμφιθέατρα τους ηθοποιούς. «Κι ας ξέρετε τι θα σας πει ο άλλος, εσείς οφείλετε να μας πείθετε ότι το ακούτε για πρώτη φορά. Κι ας ξέρετε τι θα πείτε την επόμενη στιγμή, εμείς πρέπει μόνο να καταλάβουμε ότι το είπατε πηγαία, αυθόρμητα, μόλις εδώ, μόλις τώρα».

Έτσι λένε καποια νωχελικά χειμωνιάτικα βράδια στους ηθοποιούς, κι οι ηθοποιοί, βαριεστημένοι, θέλουν να αφήσουν τα κοστούμια στο πάτωμα να πέσουν, να περιφρονήσουν για λίγο το σανίδι, να ξεγυμνωθούν, να βγουν στους δρόμους, να αντικατοπτριστούν στα βρεγμένα παρμπρίζ και στα ανεξίτηλα κίτρινα γκράφιτι, θέλουν να πιούν με τρόπο διαστροφικό την απόρροια του μελανιού μιας μουλιασμένης στα απόνερα εφημερίδας, θέλουν να ερωτροπήσουν με τους φανοστάτες, να συναγωνιστούν τις προκλητικές γυναίκες που περνούν, να διεισδύσουν στην τρομακτική μοναξιά του ζητιάνου, να χοροπηδήσουν στη δυνατή φωνή του καστανά που διαλαλεί το εκλεκτόν προϊόν του, να ισοπεδωθούν θέλουν, να τους μαζέψει, λέει, ένας ευσυνείδητος οδηγός και να τους πάει σπίτι χωρίς να πει μιλιά.

Εκεί, σε κάτι σκοτεινά, μικρά αμφιθέατρα, καμμιά φορά, οι ηθοποιοί παραμερίζουν τις υποτυπώδεις κουίντες, βρίσκουν το μυστικό άνοιγμα του ψεύτικου σκηνικού τους, βρίσκουν το πόμολο, βρίσκουν το μπαλκόνι που τόσα χρόνια χάσκει επάνω από την Πατησίων. Αναρωτιούνται, θυμώμουν μ’ εκείνον τον ειδήμονα που τους προστάζει να υπακούσουν στο εδώ και στο τώρα. «Και πώς στο καλό, μπορώ εγώ να κάνω το κοινό μου να πιστέψει πως τα χιλιοειπωμένα λόγια, τα απογυμνωμένα από το παρόν, τα βασανισμένα από την επανάληψη, τα ιδρωμένα από τις πρόβες, τα ματωμένα από δήθεν χαστούκια και τάχα πτώσεις, τα στραπατσαρισμένα από παρατηρήσεις -εκείνου του ειδήμονα- που έχουν να κάνουν με λανθασμένους χειρισμούς του ρόλου -ναι, διάολε, είμαι κι εγώ ο ρόλος, κρύβομαι κι εγώ σ’ αυτόν τον ανελέητο ρόλο, τι θες να πεις; Ότι δεν ξέρω να χειριστώ τον εαυτό μου; Ίσως, ίσως, που να πάρει, ίσως…».

Εκεί σε ένα μπαλκόνι, οι ηθοποιοί, σκαστοί για ένα τσιγάρο καθ’ όλα εκτονωτικό, ηδονικό σχεδόν, απόλυτα ζεστό, μετράνε τα αυτοκίνητα της Πατησίων, παραμονεύουν το εδώ χωρίς να ξέρουν καλά καλά τι κάνουν τώρα. Κι εσείς, με βρεγμένα παρμπρίζ, με ιδρωμένα μάτια, με κρύα χέρια που ίσως να ψάχνουν για χαμένα κλειδιά, ίσως να χαϊδεύουν το σαστιμένο από την ταχύτητα κούτελο, ίσως αυτά τα χέρια απλώς να στρώνουν το καλσόν, ίσως να φτιάχνουν το κραγιόν, όπως και να ‘χει, δεν ξέρουν ότι λίγα μέτρα πιο πάνω κάτι ηθοποιοί κλαίνε με την αδυναμία του είναι τους.

Δεν ξέρουν, τώρα που το φανάρι είναι πράσινο, ότι λίγα μέτρα πιο πίσω και το ίδιο πιο πάνω, γεννιέται μαγεία, σφαδάζουν τα είναι, κρυφοκοιτάζουν πίσω απ’ τις ψεύτικες κουίντες και λαχταρούν να τους φέρεις δυο λουλούδια στη μεγάλη τους πρεμιέρα.
Δεν ξέρουν, τώρα που ανηφορίζουν την Αλεξάνδρας, ότι λίγα μέτρα πολύ πιο πίσω και το ίδιο πιο πάνω, ότι κάτι είναι κει σ’ ένα μπαλκόνι, κάτι είναι. Κάτι είναι. Δεν το ξέρουν, αλλά κάτι είναι εκεί, ετοιμάζονται να αναμετρηθούν με τον τρόμο των δευτερολέπτων -α, στο καλό και μ’ αυτά τα δευτερόλεπτα!- που πεθαίνουν. Πεθαίνουν ολοένα αυτά τα είναι, τρομάζουν που πεθαίνουν, αλλά επειδή ακριβώς είναι έτοιμα να είναι, πονάνε ηθελημένα και συνειδητά.

Τελείωσε το τσιγάρο. Μόλις τώρα, τελείωσε κι ο μονόλογος του Άμλετ, καλά τον είπε και σήμερα ο Γρηγόρης, είναι σειρά εκείνου του σκαστού για τσιγάρο ηθοποιού. Και πώς να πει στο υποτιθέμενο παιδί που κοιμάται στην κοιλιά του: «Τρώγε, γιούλη μου»*, όταν το εδώ και το τώρα του σκαστού ηθοποιού, είναι γεμάτο από ένα τώρα αλλιώτικο; Μιλάν ακόμα οι καστανάδες, μιλάν κι οι ευσυνείδητοι οδηγοί, κι οι περαστικές προκλήσεις, μιλούν, κραυγάζουν σχεδόν, και της ζωής οι προσκλήσεις. «Να πάρει….δεν έχει κι ένα χαλάκι να σκουπίσω τα λερωμένα μου παπούτσια, πώς να μπω στο ψεύτικο κι άσπιλο σκηνικό μου;». Αλλά μπαίνει, σκαστός απ’ το μπαλκόνι τώρα, σκαστός απ’ τη ζωή τώρα, για να είναι εδώ και τώρα. Η πρεμιέρα πλησιάζει.

Και, ψιτ, εσύ. Εσύ που ενεργοποιείς τους υαλοκαθαριστήρες να καθαρίσουν το βρεγμένο παρμπρίζ, γίνε για λίγο ασυνείδητος οδηγός, βγες έξω, μ’ ακούς; Βγες έξω και πάρε δυο τριαντάφυλλα απ’ τα παιδιά, από ένα κήπο διάλεξέ τα, μύρισέ τα, να τα χαρίσεις την επόμενη στιγμή, που κάτι θα είναι.

*Η ατάκα είναι της «Φανής», από το θεατρικό έργο του Γιώργου Σεβαστίκογλου, «Αγγέλα».

Advertisements

11 Σχόλια

  1. Γράφω άσχετα με το ποστ αλλά σχετικά με εσένα. Εύχομαι καλή χρονιά Άρτεμης, να είναι χαρούμενο το 2006. Πολλά μπλογκοφιλιά!!!


  2. Χρόνια πολλά και σε σένα!!!Καλή χρονιά, blogarismenh μου!


  3. και γω άσχετος είμαι… αλλά καλή χρονιά ό,τι επιθυμείς για ένα καλύτερο 2006 😉


  4. Αντε ρε παιδιά και από εμένα λοιπόν χρόνια πολλά!!!!


  5. Ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σας…Χρόνια πολλά!


  6. Σε ευχαριστω,Αρτεμις για την καλη σου προσθεση.Σου ευχομαι οτι το καλητερο για το καινουριο ετος.


  7. Να ζήσεις, κοριτσάκι.
    Ευτυχία και τρυφερότητα για την καινούργια χρονιά.


  8. marielle, καλή χρονιά!

    magica, καλή χρονιά και σε σένα! Πάντα ευτυχισμένη. Όσο μπορείς κι όσο αντέχεις, ευτυχισμένη!


  9. Ναί! ναί και από μένα! ‘Ο,τι ποθείς, ‘Αρτεμις. Χρόνια πολλά!


  10. Καλή χρονιά θείο τραγί!!!!


  11. Gracias !
    Alejandro Curquejo
    MS MVP
    alezito@mvps.org



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: