h1

Εκτάκτως ερριμένα

Απρίλιος 28, 2007

Η κοπέλα φτιάχνει καφέ. Φωνάζει στη συνάδελφό της «Χτυπάει το κινητό σου!». Δεν ακούει η άλλη, «Τι;», της λέει, «Το κινητούλι σου.», της απαντά.

Δυo κυρίες ηλικιωμένες μιλάνε για ένα παιδί παραμελημένο. Δε φαίνεται να μιλάνε για κάποιο εγγόνι τους, δεν υπάρχει ίχνος ντροπής, μόνο επίγνωση κι αίσθηση του «να ‘χα τα πράγματα στα χέρια μου….».

Ο χυμός πορτοκάλι, είναι στο όριο να οξειδωθεί. Ίσως να προλάβει, το αναμένον στόμα, μια στοιχειώδη έκρηξη βιταμινών, αλλά και να μην, ποιος πίνει χυμό σε μια καφετέρια απλώς για να πιεί χυμό; Τον κρατάνε με το ζόρι, γουλιά γουλιά, για να κρατήσει ως το τέλος της κουβέντας.

Μου λείπουν τα Χανιά. Ένα ταξίδι μου λείπει. Η ξεγνοιασιά η δική μου και η ξεγνοιασιά των άλλων. Εάν κοιτάξω λίγο γύρω, μπορώ να μάθω πολλά για , έστω, μια πτυχή της ζωής των άλλων, αλλά, στην ουσία, δε βρίσκω για ποιο λόγο να ξέρω. Απλώς, παραγεμίζω το στρώμα του χρόνου μου με κουρέλια, στάχυα, πούπουλα κι αποκαϊδια εικόνων, να κοιμηθώ πιο ψηλά το βράδυ. Να κοιμηθώ, δίχως να νιώθω κάτω από το κορμί μου το έδαφος. Μα όλα αυτά που συλλέγω, αρνούνται να κονιορτοποιηθούν, να γίνουν αέρας, να γίνει συμπαγές το στρώμα μου. Βρίσκω σε ελατήρια, βουλιάζω σε κενά κι ένα ενοχλητικό εξόγκωμα, βουνό μικρό από παραγεμίσματα ατάκτως ερρριμένα, με ξημερώνει με μία μέση πάσχουσα, που κλαίει στο φως της μέρας.

Μου λείπουν και τα δάκρυα εκείνου του σαλονικιότικου βιολιού. Να χαμογελάσω αληθινά, απαλλαγμένη από το χρέος της συμπάθειας και της συγκίνησης, έτσι, σαν σηκώνεται κάποιος και να δηλώνει «ακούστε, έχω κουράγιο να ζήσω για όλους σας, έχετε καιρό όσο εγώ θα κλαίω».

-Νυστάζω.

-Ξύπνα.

-Νυστάζω πολύ.

-Κι αν σου ‘λεγαν, ότι έχεις μία ώρα μόνο ζωής, τι θα έκανες;

-Θα κοιμόμουν.

Θα ‘κανα αυτό που πραγματικά ήθελα στην παρούσα στιγμή. Ποιος ο λόγος να παρελάσουν από μπροστά μου όλα όσα δεν έζησα και να τα κυνηγήσω..Το έλλειμμα δεν αναπληρώνεται, μπορώ, όμως, να του απαντήσω καταλλήλως με την απόλυτη ανταπόκρισή μου στη στιγμιαία διάθεση. Κι άλλωστε, από τόσους πεθαμένους μονάχα έναν θυμάμαι. Τον πάππο μου, που έζησε πριν ζήσω, αυτόν που έσβησε στο απόγειο της νύχτας και στο έμπα των ονείρων. Κι ας ήταν ταγμένος στο τέμπο 116 της ζωής, κι ας ήξερε να περιμένει τη διάρκεια ενός αργόσυρτου αμανέ. Ή μάλλον, δεν αντιλαμβανόταν, καν, τη διάρκεια. Λάθος, δεν την περίμενε, διότι δεν ισχυριζόταν ποτέ πως γνωρίζει την έκτασή της τη χρονική. Απλώς, την πλήρωνε με τη σιωπηλή συμμετοχή του. Αυτόν τον πεθαμένο θυμάμαι. Αυτόν, κι έναν ακόμη.

Θυμάμαι τον πατέρα του πατέρα μου. Ένας άνθρωπος που έτυχε να έχει έναν πολυαγαπημένο δίδυμο αδελφό, όμως εντελώς διαφορετικό από εκείνον. Κι οι δυο ερωτύλοι, Σάτυροι, ρίχναν στη θάλασσα τα φρεσκοβαμμένα καϊκια του καρνάγιου τους, έτσι, αενάως αρμυρισμένοι, με πινελιές ρετσινιού στα δάχτυλά τους και με την κάψα του κρασιού να σιγοδύει στον ουρανίσκο τους, παραμέριζαν τα πριονίδια κι άπλωναν το γυναικείο κορμί στον πάγκο της κορδέλας. Περαστικό το κορμί, συνήθως ξυπόλητο, μ’ ένα κοφίνι αδειανό παραμάσχαλα, με τον ποδόγυρο λασπωμένο απ’ τα νερά του μαχαλά, προσφυγόπουλο κι αυτό, όπως αυτοί. Ίσως στο παλιό το σπιτικό να είχε επαναληφθεί μια παρόμοια σκηνή, εκεί στα άλλα χώματα. Ποιος ξέρει, ένα βλέμμα, ένα πυγοράπισμα, ένα γαμήσι στα γρήγορα, ένα τίποτα, ένα δεν ξέρω, ποιος ξέρει. Πάντως εδώ, το προσφυγάκι ζητάει ξύλα, κρυώνει, λείπει ο άντρας της κι ας έχει 8 παιδιά, αυτή πάλι κρυώνει, πολύ κρυώνει, να ζεσταθεί θέλει, ένας χρόνος που μπαρκάρησε, τι να κάνω, μόνη είμαι, μόνη, πεινάω, διψάω, φίλα με να δεις, κρυώνω, βάλε με μέσα σου, βάλε με στο εδώ σου, χάρισέ μου λίγα ξύλα. Δε ζητιανεύει, αλλά καμιά φορά νομίζει πως το κάνει, ντρέπεται και κακιώνει, αλλά όχι πολύ. Κακιώνει λίγο αφελώς, γιατί τα βράδυα θα κάτσει στο πλατύσκαλο, θα μαζευτούν και οι άλλες, θα αφήνει μισάνοιχτα τα πόδια της κι η λάβρα της μέρας, όπως θα ‘χει ξεμείνει μοναχή από το φεύγα του ήλιου, θα παραδίνεται λίγη λίγη στο σουρούπωμα, θα εκπνέει τα μεσάνυχτα και το ξημέρωμα θα έχει κυριαρχηθεί κυριολεκτικά από τη δροσιά του χαράματος. Μα τώρα, το πλατύσκαλο είναι ακόμη καυτό κι εκείνη, να γιατί κακιώνει αφελώς, μιλώντας για μαχλέπια και γάμους, και ξεπαρθενέματα και λάτρες και κερατώματα και παραμύθια και αγωνίες και καύλες και ατυχήματα και φήμες και λαχανικά και κοκεταρία, αφήνει το μουνί της υγρό και μαζί με το πόλυκαιρισμένο λαχούρι της, το προσφάτως λεκιασμένο με πινελιές ρετσινιού, τα ακουμπά και τα δυο στην αχνιστή πλάκα και κολυμπούν στη δική τους ιστορία.

Παραδίπλα η γιαγιά μου. Τα ξέρει όλα. Όλα τα ξέρει. Μα κάνει πως υποθέτει. Όλοι κάνουν πως υποθέτουν εκεί πέρα. Πάντοτε υπέθεταν, μαλακοί άνθρωποι, ακόμη κι όταν τα ‘χαν όλα, συνέχιζαν να υποθέτουν, λέγανε πως δεν ξέρουν.

Άντε να δεις πώς αλλάζει το βλέμμα του ανθρώπου όταν ξέρει. Περήφανο και στο όριο να γίνει υπερφίαλο, σίγουρο και στο τσακ να εξαπολύσει αλαζονεία, συγκινούμενο και σχεδόν απαξιωτικό. Στο όριο να γίνει κακία. Κοίτα να δεις που χρειάζεται γερά γκέμια η γνώση. Ούτε κότσια, ούτε ταχύτητα. Γερά γκέμια.

Όλοι υπέθεταν, μαζί κι η γιαγιά μου. Κι η άλλη, η αφελώς κακιωμένη, νομίζει ότι κουμαντάρει την πουτανιά της, ότι αδικείται τάχα από αυτό το παζάρεμα, ότι δε θέλει παραφέλες και γαμήσια, μονάχα αξιοπρέπεια, το σπίτι της, το παρελθόν της, το ένδοξο παρελθόν της, τη νοικοκυροσύνη της, τον άντρα της, τη γεμάτη τσέπη, «πόσο κάνει, ευχαριστώ, κρατήστε τα ρέστα». Αλλά και τις ντροπές της θέλει, τις παλιές της ντροπές όμως. Εκείνες που δεν ήταν πουτανιά, πηδιόταν δίχως δικαιολογίες, ήταν η καύλα της. Ήταν εκείνη.

Τον εκδικείται τον αρμυρό εραστή της, που τον θέλει, που δε μαγεύεται από εκείνη τόσο, όσο εκείνη περίμενε να τον μαγέψει, που θα της έδινε ποτέ ξύλα αν δεν είχε να τον πληρώσει;

Φαρμάκι μικρό, ίσα ίσα για αντιβίωση, ε, όχι, δε θα πεθάνει ντε από δαύτο, μα θέλει το μουνί της, το στόμα της, η σκέψη της, να ασχολείται με αυτό, με μια ιστορία. Φτιάχνει παραμύθια, μέχρι ποιος ξέρει πότε και τώρα που μισανοίγουν τα νυκτόβια σέπαλα, κοιτάζει την κερατωμένη γειτόνισσα κατάματα και της λέει για μαχλέπια και τόσα άλλα. Σα να λέει: «και σήμερα μυστικό το κράτησα, όσο πιο πολλά μυστικά, τόσο τον έχω στο χέρι.».

Κάτι τέτοια. Και την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια, όλα ίδια. Κι ο ήλιος πάλι απ’ την ίδια μεριά βγαίνει.

Έτσι ο παππούς. Πέθανε 3 μήνες πριν γεννηθώ. Έζησε πριν ζήσω, κι εκείνος. Αν μετά το θάνατο συναντάς τους πεθαμένους, καθώς κάποιοι λένε, εμένα με βλέπω να τσουγκρίζω μαζί του κρασοπότηρα.

Advertisements

4 Σχόλια

  1. Εντάξει, το ξαναδιάβασα.
    Και πάλι δε μπορώ να σκεφτώ κάτι να γράψω 🙂

    Αντιθέτως εσύ να συνεχίσεις να γράφεις (το να σκέφτεσαι είναι προαιρετικό)! 😛


  2. Σχετικά με την κινητοποίηση της Παρασκευής για την Αμαλία, σας ενημερώνουμε ότι:

    α) Την Παρασκευή 1η Ιουνίου, όλοι οι bloggers θα ανεβάσουμε ένα post με τον κοινό τίτλο «Για την Αμαλία».
    β) Το τελικό κείμενο που θα αποσταλλεί με e-mail σε υπουργεία, αρμόδιους φορείς, κλπ έχει ήδη αναρτηθεί και όποιος θέλει μπορεί να το αντιγράψει και να το δημοσιεύσει (όχι πρίν την Παρασκευή). Επίσης θα βρείτε λίστες με links, μεταφρασμένα κείμενα και δελτία τύπου.
    γ) Έχει ανοίξει ένα προσωρινό blog για την τελική φάση του συντονισμού της όλης προσπάθειας, με τίτλο Για την Αμαλία – http://giatinamalia-blog.blogspot.com/. Όσοι θέλετε να συνεισφέρετε ώστε να δικαιωθεί κάποτε ο αγώνας της Αμαλίας, μπορείτε να ενημερωθείτε από εκεί για όλες τις λεπτομέρειες της συλλογικής αυτής δράσης. Δηλώστε συμμετοχή για να γίνετε contributors και ενημερώστε όσους μπορείτε.

    Σας ευχαριστούμε.


  3. επιτελους πηρε στροφες το μυαλο μου και πατησα πανω στη λεξουλα και κλικ με εφερε εδω…..Γεια σου Αρτεμις…..βλεπω γραφεις ακομα δυνατα !!!!! πολυ χαιρομαι……εχω καιρο να μπω….και εχασα τη φαση με την Αμαλια……


  4. Άφωνο έχω μείνει…

    (Θα το άφηνα κενό το ποστ, αλλά μετά θα νόμιζες ότι την ψώνισα τελικά)

    Σιγή στο αρχιπέλαγος του δικού μου νου…



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: