h1

Aπάντηση

Απρίλιος 5, 2008

Αχ, αυτός ο μολυβένιος Σίσσυφος,

αχ, πώς έρπεται πάνω στο χαρτί,

ιδρώνει απ’ του λευκού την άπλα.

Λιοπύρι.

Κι οι κότες πώς έχουν όρεξη ντάλα μεσημέρι;

Βρίσκει τελάρο, οι αχλαδιές κοντά δέντρα, σκυφτά περπατά και κατσουφιάζει.

Ουφ, αυτή η πλήξη,

ουφ, κι ο κωλοπρίγκηπας, πέρασαν τα χρόνια, που ν’ τος, ξημερώσαμε, βραδιάσαμε, γκαστρωθήκαμε, που ν’ τος.

Έλεος μ’ αυτή τη ματαιότητα,

τη σιχαίνομαι την πρωινή δροσιά, που κατακάθεται στα βλήτα, σα γλίτσα,

με γδέρνει η ματαιότητα,

με τσούζει στη γάμπα η τσουκνίδα.

Βγάζει τσιγάρο απ’ το βρακί, ανάμεσα στον αφαλό και το μουνί το κρύβει,

σ’ αγαπάει και σε περιμένει,

κάνοντας παρέα με τους γέρους

και μαθαίνει πως φοβάται την έρημη νύχτα.

Κι ας σιχαίνεται για τον προβολέα, που ξεφύτρωσε φέτος στον κάμπο,

του νεόπλουτου γείτονα το σπίτι σε τυφλώνει,

τι στο διάλο, ανάκριση μας κάνει

ο μαλάκας;

Σε ξέρουμε, κύριε, εκεί μένεις,

τη σημαδούρα τι τη θέλεις, ρε;

Πόσο γελοίο να λες, μου ανήκει τούτη

η σπιθαμή γης,

ολόγυρα ο κόσμος ν’ απλώνεται

κι εσύ, πινέζα στο χάρτη,

οριοθετείς το εδώ,

πόσο μικρούλικες οι κουκκιδίτσες σου, κοιτάξου στην υδρόγειο

κι είσαι ‘να τίποτα,

χα, τι αστείος, βλέπεις;

Βρε μυρμηγκάκι της σειράς,

τι φέρνεις γύρω – γύρω.

Απλώσου κι άσε μας να κάτσουμε χάμω.

Κι ας τρέμει τις νυχτερινές απουσίες, τούτη την ξεδιάντροπη συντροφιά την αρνείται.

Και ξυπνάει. Χωρίς να της αρέσει η ανατολή του κάμπου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: