h1

Ναι, μ΄αρέσει να γκρινιάζω

Μαΐου 10, 2008

Τούτο το τριώροφο, που μου κρύβει ξαφνικά τον ουρανό, μπορώ να το μισήσω. Να πω, δηλαδή, πως κοίτα πού φτάσαν τα πράγματα, κοίτα το σύστημα, κοίτα που είναι επιτρεπτό να στερείς το έδαφος του ουρανού απ’ τα μάτια των επίγειων, τίποτα δεν είναι. Ένα λαχειάκι, μια κληρονομιά και μπορείς να κάνεις ό,τι ορίσεις σε ό,τι κατέχεις. Μια χαρά. Και δυο τρομάρες του μαλάκα, που σήκωσε κεραμοσκεπή μπροστά στα μάτια μου, η σοφίτα του μες στη μούρη μου, μου αφήνει τόση λίγη, μια σταλα θέα στον ουρανό, κάτι ψίχουλα, τίποτα.

Ακόμη κι έτσι, μπορώ να δω στα παράθυρα, που ξαφνικά μου κόλλησαν στη μούρη, το Τζορτζ που μ’ ερωτεύτηκε στο Γυμνάσιο, «θα με βοηθήσεις με τα Μαθηματικά, εσύ η έξυπνη, η σπουδαία;», να βοηθήσω, βεβαίως. Και, βεβαίως, να σε ερωτευτώ, να σου φανερώνω μια απο κείνες που θα ‘θελες, αλλά πολύ αργότερα θα τις ήθελες, τώρα είναι νωρίς για δώρα. Ή τίποτα ή όλα, κάτι τέτοιο.

Θα μπορούσε τούτη η μαύρη Αθήνα, αυτή που κρύβεται μες στο νερό που πλένεται η φωτογραφία, αυτή που κρύβεται πίσω απ΄την αιτία, αλλά και πίσω από τα φαινόμενα, αυτή. Και να γίνεται ο δρόμος μου σκηνικό του Ντίκενς, με το δολοφόνο να κρύβει αποτελεσματικά τη μανία του κάτω από το πρόσωπο του μέσου πολίτη, με την αθλιότητα να περπατά και να μυρίζει αφρικάνικα wax για τα μαλλιά, τσιγαρίλα πολλών φίλων που διασκεδάζουν μέσα σε ένα μικρό σαλόνι. Οι παράγκες, μ’ έναν θεαματικό κι απίστευτο τρόπο, εξακολουθούν να υφίστανται, όταν την ίδια στιγμή τα πειράματα ακουμπούν στα σημάδια του σύμπαντος, στο Bing Bang η υποκρισία της πολιτικής πρωτοβουλίας, να ‘ναι τόσο φορτωμένος από τύψη ο πολίτης, που να τρέμει και τ’ όνομά του να πει, να κρύβεται και να σταυροκοπιέται ορκιζόμενος σε ιερά και όσια. Δικά του ιερά και όσια, γιατί ποιος μου λέει, ότι όταν τα δικά μου ιερά και όσια είναι διαφορετικά από τα δικά του, είναι επειδή δεν είναι καλύτερα και πιο πιστευτά τα δικά μου; Ποιος σου λέει, το ότι επειδή εσύ μου ορκίζεσαι στο Θεό σου, εγώ θα σε λάβω, ντε και καλά, περισσότερο υπόψη μου;

Τέλος πάντων, σε τούτο που αντικρύζω έξω απ’ το παράθυρό μου, του σπιτιού, του τάδε λεωφορείου, του τάδε αυτοκινήτου, όπου υπάρχει παράθυρο όπου μπορώ να κοιτάξω, είναι μια νύχτα, όπου τα φώτα μοιάζουν περισσότερο με πυγολαμπίδες, παρά με πυροτεχνήματα. Οι μυρωδιές σέρνονται και ποτέ δεν αιφνιδιάζουν, όλα έρπονται σε τούτο το σκηνικό, 1870 στον Άγιο Ντάνσταν, το ίδιο κανίβαλοι, το ίδιο πεινασμένοι, το ίδιο διεφθαρμένοι, το ίδιο ερωτευμένοι.

Μ’ αρέσει κι όταν δε γκρινιάζω, λοιπόν. Μ’ αρέσει να πρωταγωνιστώ σε μια ταινία, που την κάνω ό,τι θέλω.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: