h1

Δε θέλω να γράψω

Ιουνίου 29, 2008

Θέλω να αρκεί ένα βλέμμα.Μια ματιά στην ύπαρξή μου και να μην υπάρχεις. Δηλαδή, να υπάρχεις, αλλά μόνο δια της παρουσίας σου. Όλος ο υπόλοιπος αφανής, ομιχλώδης, μακρινός, σα βάλτος στο φόντο του πίνακα. Όλος ο υπόλοιπος είναι δικός σου, ταίζει κείνο το κομμάτι που βρίσκεται μαζί μου, βρίσκονται και τα στόματά μας σ’ εκείνο το μαζί. Διάπλατα κι αχόρταγα για σάρκα κι ανάσα. Μονίμως πεινασμένα κι αδίστακτα, καταβροχθίζουν τα πάντα αρκεί να υπάρχουν. Κι είναι δίπλα – δίπλα. Ενίοτε, ενώνονται, γίνονται βεντούζες ταυτόχρονα, πλοκάμια που θρέφονται με την ευχαρίστηση της έλξης. Υπάρχουμε, δίχως να μας νοιάζει να υπάρχουμε, απουσιάζουμε κι είμαστε εκτός Αθηνών και πάσης συνειδήσεως, μόνο και μόνο γιατί βγήκαμε για το κυνήγι της τροφής.

Θέλω να αρκεί ένα βλέμμα για να καταλαβαίνω. Να περισσεύουν περιφρονημένα τα λόγια, να ‘ναι τόσο γελοία η κάθε επεξήγηση, τόσο σιχαμερή, τόσο αναμενόμενη η διευκρίνηση. Να ‘ναι τα πάντα τόσο φυσικά, γιατί όχι, μπορεί να είναι κι έτσι. Κι όλα τα περίπλοκα, όλα όσα ζητιανεύουν την προσοχή μας, να ‘ναι κι εκείνα σαστισμένα, λάθος. Δεν μας ζητούν να τα προσέξουμε, είναι και τα ίδια απελπισμένα, θέλουν βοήθεια, να μάθουν γιατί επιτέλους πρέπει να τα προσέξουμε, ποιος είναι ο λόγος, πού βρίσκεται το ζουμί.

Θέλω να αρκεί ένα βλέμμα στο πιάτο μου. Να δεις αν είναι επαρκές, αν θα με στυλώσει και σήμερα, να με κοιτάς ευχαριστημένος απ’ την γεύση και το γλυκάνησο, να κυλά το ούζο στις φωνητικές χορδές, να εξατμίζεσαι αμέριμνος στην παραλία. Ποιος θόλος και ποιος ουρανός, τι λες τώρα; Εδώ μιλάμε για έναν νόμο που ρέει ταυτόχρονα σε όλο το περιβάλλον, σε διαπερνά αφού πρώτα πέρασε από τον σχίνο. Αφού παχνίδισε ανάμεσα απ’ την ψάθα της καρέκλας, φώλιασε στην κοιλιά σου και κοιτάει το αρσενικό απέναντι.

Θέλω να αρκεί ένα βλέμμα. Και μέσα εκεί ο δικός μου ο Αη Προκρούστης, άγιος κι όχι δήμιος, με διαφεντεύει ικανοποιώντας τις επιθυμίες μου, «πόσο να το μεγαλώσω τούτο το δευτερόλεπτο, κυρά»; Να το κάνεις, όσο χρειάζεται να πάρω μια βαθιά ανάσα, του λέω, όσο χρειάζεται για να πάρω την απάντηση από εκείνον. Ή, κάντο έναν αιώνα πίσω. Να ξυπνήσω στα χέρια του «Περλιμπλίν»*, μ’ έναν διακορευτή να αρχειοθετώ τις προσκλήσεις του γάμου.

Αρκεί ένα βλέμμα στο πρόσωπό μου. Για να καταλάβω κάθε πρωί ότι υπάρχω και σ’ έναν καθρέφτη. Ποιος μου λέει ότι όταν σβήνω το φως του μπάνιου, εγώ δε συνεχίζω να με ψαχουλεύω για ρυτίδες ή για ένα διάλογο; Ποιος μου λέει ότι όταν κοιμάμαι, εκεί δεν είμαι για άλλη μια παράσταση για τα μπουκαλάκια μου τα αραδιασμένα; Ποιος μου λέει ότι το αφρόλουτρο Γιασεμί δεν είναι παρά η γκρινιάρα της ιστορίας; Ποιος μου λέει, ότι ενόσω ονειρεύομαι, τα σφουγγάρια δεν πετούν γαργαλώντας με παντού, πως τα υγρά χαρτομάντηλα Χαμομήλι δεν απλώνονται πάνω μου για να με δροσίσουν; Ποιος μου λέει ότι δεν είσαι εκεί, κοιτώντας το ρολόι που κοντεύει να σημάνει; Ποιος μου λέει, ποιος τολμά να μου πει ότι  υφίσταμαι μόνο δια της ύπαρξής μου, ποιος μου λέει ότι κι όταν υπάρχω, αντικειμενικά και κοινώς αποδεδειγμένα, είμαι όντως εδώ; Ποιος μου λέει ότι η απουσία δε συμβαίνει κάθε που υπάρχεις, κάθε που ξυπνάς με το όνειρο στη μνήμη φρέσκο;

Θέλω να αρκεί ένα βλέμμα για να χορτάσω. Θέλω λίγα πράγματα, μ’ ένα βλέμμα καθάρισες.

*»Περλιμπλίν και Μπελίσα», Θεατρικό έργο του Φ.Γ.Λόρκα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: