h1

Μονόστηλο

Ιουλίου 25, 2008

Εκεί θα κάτσω. Λίγο πιο κάτω από την επικεφαλίδα, αριστερά. Εκεί θα περιμένω την τιμωρία μου, σχεδόν γυμνή και σε πόζα. Αναμένω την απόφαση, αλλά δεν ξέρω πώς πρόκειται να νιώσω όταν προσγειωθεί στο μάγουλο, δεν ξέρω αν θα είναι ο πόνος που θα με τσούξει ή το δάκρυ που θα χύσω, δεν ξέρω πώς να με περιμένω κι ας είναι προαναφερθείσα η ετυμηγορία.

Να με σωφρονίσεις περιμένω, όχι να με δικάσεις. Να με κλείσεις στο κλουβί με τα κόκκινα τούβλα, να μυρίζει το μουσκεμένο τσιμέντο τα βράδια, ο σοβάς που ποτέ δε βάφτηκε να απουσιάζει, οι σβησμένες γόπες, πατημένες από εφηβικά λαθραία πόδια, στη ζούλα ένα τσιγάρο στην οικοδομή, και πέντε αρχίζει η Γεωμετρία.

Περιμένω τον κλέφτη να με βρει σκυμμένη στο σαλόνι, όσο γράφω να εμφανιστεί μαύρη φιγούρα μπρος απ’ το φως, πληκτρολογώ ό,τι θα μπορούσε να συμβεί κι αυτός έρχεται, αφού πρώτα δρασκέλισε το μπαλκόνι μου κουτρουβαλώντας πάνω στις πλαστικές λεκάνες. Τα ρούχα απλώθηκαν και μου λείπει πάλι ένα βρακί, να μένω να αναρωτιέμαι γιατί υπάρχει κάποιος λόγος να θέλει κανείς κάτι τόσο μικρό από μένα. Θα μπορούσε να θέλει και το μοναδικό από μένα, ένα κομμάτι ρούχο, ένα φύλλο ντροπής η περιουσία μου, μα δε μπορεί, ξέρει καλά πως θα μένω πάντα με την ψυχή μου.

Σε περιμένω απλώς να με συνετίσεις. Να φάμε στο ίδιο τραπέζι κοιτώντας σε μια οθόνη, ανώνυμοι που θα μπορούσαμε και να λείπουμε, κυρίως εγώ, που δεν έχω κανένα νόημα αυτή τη στιγμή, όσο κριτσανίζεις τη ρόκα, όσο ξεθυμαίνει ο αφρός της γιορτής σου.

Έλα να με βρείς κάτω απ’ το τραπέζι, κάνει σεισμό. Να φέρεις όμως και το κουτί με τα παιχνίδια σου, το βότσαλο που έκλεψες απ΄την Ακρόπολη, το αρωματισμένο μπιλιετάκι που ξέπεσε από τη συλλογή, να το φέρεις που το ξέχασα σε εκείνο το δωμάτιο εφτά ιστορίες πριν, ό,τι είχα μαζέψει ως το τρίτο κεφάλαιο, εκεί που λέει «δε γινόταν διαφορετικά. Η Κλάρα έπρεπε οπωσδήποτε να βρεί ένα λουκάνικο και λίγο σπάγκο».

Έλα να με βρείς στους λερωμένους τοίχους, απ’ τα χέρια των ικετών. Στις γρατζουνισμένες ξύλινες εξώπορτες που δεν άφηναν τα σκυλιά να μπαίνουν μέσα κάθε που αστράφτει και φοβούνται. Έλα να με βρεις σε ό,τι έπρεπε να αποβληθεί για να γλιτώσουμε, προς το παρόν. Κάτι σ’ αγαπώ, ευτυχώς, μας μείνανε για τούτη τη δύσκολη ώρα. Κάτι ερωτήσεις ξαφνικές, σα μπουρίνια που εξέπληξαν την παραλία μας, δεκαεφτά μέρες στη Χαλκιδική οικογενειακώς, δε θα κάνουμε Δεκαπενταύγουστο με τη γιαγιά φέτος, αλλά μας συγχωρεί κιόλας, να είμαστε μόνο τακτοποιημένοι κι ανέφελοι.

Έλα να με βρείς σ’ εκείνο το πείσμα, στο ραβασάκι που σκίστηκε στα δυο, ένα πρωί που φρόντισες να ‘μαστε μόνοι μας στην τάξη, ένα Σάββατο στο πάρτυ του Μπένη τυχαία να χορεύουμε, τυχαία να διαλέγουμε ο ένας τον άλλον. Έλα να με βρεις στον τροχό της μπουκάλας, μισοφιλιόμαστε με φόντο τα αμήχανα χάχανα, η ηδονοβλεψία να ντύνεται κανόνες της αμπάριζας και να με ισοπεδώνεις με τις ερπύστριες του τανκ, είμαι εχθρός και τίποτ’ ‘αλλο απόψε, αύριο θα τσακωθούμε για τα μπισκότα.

Έλα λίγο μετά τις δικαιολογίες μου, λίγο πριν με πιάσει ο πονοκέφαλος των προφάσεων, λίγο πιο κει από τα ψέμματα που σε γλιτώσανε απ’ τις αλήθειες που διάλεξα, σχεδόν μέσα στο μέλλον που θα υπήρχε στα σίγουρα αν δεν είχαμε τούτο το παρόν, αν είχαμε εκείνο το παρελθόν που τελικά είχαμε, αν είμαστε όταν είμαστε, αν φεύγαμε όταν σουρούπωνε να πάμε στο σπίτι νωρίς.

Έλα να με βρεις στις εκδρομές που γίνανε δωμάτιο σε λυόμενο, που γίνανε ένα κρεβάτι για να μάθεις τα κόλπα σου, να χαϊδεύεις μαθαίνοντας, οι αναστεναγμοί αντικείμενο παρατήρησης, ο έρωτας μέσα στο νόμιμο σκασιαρχείο της χορωδίας και της Γυμναστικής.

Έλα, είμαι στις ανακοινώσεις μου.

«Κλειστόν μέχρι νεωτέρας. Υ.Γ. Σ’ αυτό το δωμάτιο μπορεί να μπαίνει ΜΟΝΟ η μαμά.»

«Μαμά, θα κοιμηθώ στον Αλέκο».

«Τα τυροπιτάκια είναι στο ψυγείο».

«Τι θες, ρε παιδί μου;»

Αν θες να βιαστώ, πρέπει να περιμένεις. Είμαι στο μπάνιο κι ετοιμάζομαι για σένα. Η κάθαρση είναι κάθε που σε βρίσκω, μα δεν έχουμε κοινό σ’ αυτήν την τραγωδία. Μόνο εσύ και εγώ και το γυμνό διάζωμα παρακολουθεί την αποστροφή των τυφλών για συμπόνια, περιμένει να σμίξουμε μήπως κι αποκτήσει ο χρόνος σημασία, μήπως και φανεί κανά σινεμά στον ορίζοντα σήμερα, μήπως των αλλωνών τα παθήματα μας γλεντήσουνε, μήπως και ξεχάσουμε τα μικρά παράπονα, ψιλικά αραδιασμένα στη βιτρίνα.

Έλα να με βρεις στη γλύκα της τσίχλας που έκλεψα μόλις, την έφτυσα γρήγορα σαν και τις πληρωμένες, δεν ήταν τίποτα παρά ο πόθος για λίγο γλυκό σάλιο, ας με φίλαγες αν προλάβαινες, δε θα ‘χαμε τώρα κοκκινισμένα μάγουλα και ντροπές, δε θα ‘χαμε γκρεμοτσακισμένη αξιοπρέπεια, δε θα ‘χαμε αφορμή να γράψουμε τιμωρία. Έλα, είμαι άτακτη, έχει λίγο γούστο.

Advertisements

5 Σχόλια

  1. πόσο ομορφο είναι να γράφεις απο την ψυχή σου …και ακομα ποιο όμορφο να δίνεις εικόνες τόσο παραξενα γνώριμες μεσα απο λέξεις …


  2. Γεια σου και πάλι


  3. Προσμονή και νοσταλγία χέρι χέρι. Όμορφο πολύ. Καλή σου μέρα


  4. ποσο ομορφο καλεσμα!!
    παιχνιδι μοιαζει αλλα.. οχι ακριβως..
    να γραφεις, μις, να μην ξεχνιεσαι:)
    μερα καλη!


  5. Η άπλα του χρόνου τα κάνει όλα, Λάκη, νομίζω.

    Μαριώ μου, δε μ’ αφήνουν και τα κιτάπια. Σα σκιά. Κι ευτυχώς, δε με σκιάζει. Φιλιά.

    Καλό καλοκαίρι, βουτιές, βλέμματα κι ερήμους άπνοες από σκέψεις.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: