h1

Τώρα που το σκέφτομαι

Ιουλίου 27, 2008

Το θέμα δεν είναι το αποτέλεσμα, το θέμα είναι να συμπέσουμε, μια ελεύθερη πτώση που την κάνουμε μαζί. Να κλινόμαστε στην Πτωτική, να υπάρχει ένα στοιχείο Γενικής, αλλά περισσότερο κοιταζόμαστε γιατί απλώς διασταυρώθηκαν τα βλέμματα, βρεθήκαμε συμπτωματικά στη γωνία.

Λέμε τα νέα μας και εξαρτάται. Αν είμαστε στο περιβόλι, ανταλλάσσουμε πληροφορίες για συνταγές, αν είμαστε στην άλλη γειτονιά κάνουμε παιχνίδια με μπόμπιρες στη σκάλα.

«Πού πας;», και δε σε αφήνει ο μικρούλης να περάσεις αν δεν σου πει γιατί είναι σπουδαίο που κουβαλά παραμάσχαλα ένα τηλεσκόπιο, αν δε σου εξηγήσει πώς δουλεύει και τι καταφέρνει να δει με τούτο το τρομερό μαραφέτι.

«Να, κοίτα», λέμε ο ένας στον άλλον, να κάνουμε τα πάντα για να εκπλήξουμε, δείχνουμε τα βεγγαλικά ή παίζουμε θέατρο, τραγωδίες και σάτιρες και δώσ’ του κλωτσοπατινάδες κωμικές μέσα στα βλέμματα.

Τα μάτια κυρίαρχα, με τη χαρά τραβούν τις εκφράσεις προς τα πάνω, βαραίνουν με θλίψη πάνω στα μάγουλα, σκύβουμε όλο το κεφάλι και περπατάμε δυστυχείς. Τα μάτια, βασιλικός. Να σου προστατεύει τα παράθυρα τα βράδια, πού καιρός για σήτες, μονάχα κρισάρα για το αλεύρι, ένα τουλπάνι για τις πέτρες της ψυχής μας.

Θέλω να πω, οφείλω να το εξηγήσω δηλαδή, ότι συμμετέχουμε ο καθένας ολόκληρος ως εαυτός σε μια κοινή παρόρμηση, που συνήθως δεν έχει αιτία, ούτε τίτλο. Συμβαίνει να φυσά ένας αέρας και να μας χτυπά τα πρόσωπα, όπως καθόμαστε σ’ εκείνο το μπαλκόνι.

Το τι θα ειπωθεί είναι τόσο μάταιο, δημιουργεί μονάχα ενοχές, διότι αδυνατεί να εκφράσει, δε μπορεί να περιγράψει όλο αυτό που γίνεται εκείνη τη στιγμή. Και πώς θα μπορούσε να υπάρξει καν, ένας αφηγητής, δυο άνθρωποι σ’ ένα μπαλκόνι, με τον ίδιο αέρα να τους σβήνει τις ρυτίδες απ’ τα πρόσωπα, άλλα να σκέφτεται ο καθείς, άλλα να ελλοχεύουν στον άλλο.

Εμείς που περιγράφουμε, οι γραφιάδες και όλο το σινάφι, δεν είμαστε παρά οι κράχτες του εαυτού μας. Ενίοτε είμαστε τεχνίτες, παραβιάζουμε τη στίξη, εφευρίσκουμε, μετασχηματίζουμε τις λέξεις, να μιλάνε και δυο και τρεις και αμέτρητες φορές για το ίδιο πράγμα, τους δίνουμε ολοένα διαφορετικά πρόσωπα.

Ναι, οι λέξεις γίνονται τα στολίδια των εννοιών, έγνοιες δικές μας που βγήκανε στο πάλκο για να ζητιανέψουν τραγουδώντας.

Θέλω να πω, πως ο χρόνος δεν υπάρχει είναι μια σύμπτωση, συνεχείς καραμπόλες επάνω στη μπάλα κι η ίδια η μπάλα συγκρούεται με άλλες μπάλες, να εκτινάσσονται τα θρύψαλα και να κόβουν το σεντόνι της πραγματικότητας, καρφώνονται, το τέμνουν για να το ξεφλουδίσουν, να πάνε παραμέσα. Όσο πιο βαθιά την τέμνεις την πραγματικότητα, τόσο πιο υγρή, πιο εύπλαστη, πιο έτοιμη για να σμιλευθεί και να απαντήσει στα ερωτήματα.

Μαζί χαράζουμε το όνομά μας στον κορμό, μαζί διψάμε, μαζί συνορεύουμε, ακουμπάμε ο ένας τον άλλον και λικνιζόμαστε, ταχταρίζουμε ο ένας τον άλλον, μαζί λοξοδρομούμε, μαζί αρνιόμαστε, παγωμένο καρπούζι στάζει και στων δυο τα γόνατα, μαζί ανακαλύπτουμε τη χαρά του να επιπλέεις πάνω σε μια τεράστια μαύρη σαμπρέλα. Μαζί βουτάμε για να δούμε τα κορμιά μας, τα μυστικά των λουόμενων ευκατάστατων κυριών, μαζί αναμένουμε την τελευταία φέτα πατάτας να βγει απ’ το τηγάνι. Μαζί παραχώνουμε τυρί μέσα στη σάρκα του καυτού λαχανικού, δυο λεπτά μοναχά και μια τρόφαντή φέτα τηγανητής πατάτας γίνεται μια παράξενη, μικρούλα τυρόπιτα, μαζί καταλαβαινόμαστε όταν ηχούν τα φλυτζανάκια των επισκέψεων και λαχταράμε το καινούργιο βύσσινο της Δήμητρας, το μελιτζανάκι της γιαγιάς, το συκαλάκι της κυρίας Αντωνίας, τη μαρμελάδα από εσπεριδοειδή της κυρίας Κούλας, το μαντί της Ρένας . Και τώρα, δίπλα στο γιαουρτοσκόρδο τρίζει ένας ήχος τζιτζικιών, τι μαγεία να θροϊζει η φυστικιά πάνω απ’ τη βρεγμένη αυλή, δίπλα οι γλάστρες έχουν μια κρούστα από θάλασσα, αλάτι πάνω σε πικρούτσικο φρεσκοκομμένο αγγούρι. Τι ζωή, η σκύλα σου έχει ένα τρίχωμα απαλό, σου ανακουφίζει τα πόδια έτσι όπως κοιμάται επάνω τους, μαζί διώχνετε με κινήσεις μηχανικές τις αιώνιες μύγες. Μαζί βλέπουμε την πλάση να ζευγαρώνει και πόσο τρομάζουμε, πόσο τρέμουμε σαν αντικρύζουμε τούτα τα θάματα, πώς έτσι μαζί διαλέγουμε να οχυρωθούμε απέναντι στο έβγα των εκπλήξεων είναι τόσο παράξενο, σηκώνουμε τα χέρια και για λίγο δεν ανασαίνουμε, μαζί συγκεντρωνόμαστε στα κοινοβούλια της φωτιάς και μολογάμε.

Τώρα που συμβαίνει, το σκέφτομαι.

Advertisements

3 Σχόλια

  1. Θέλω να πω, πως ο χρόνος δεν υπάρχει είναι μια σύμπτωση μόνο… Θα συμφωνήσω μ’ αυτό, αλλά θα προσθέσω ότι πρέπει να κάνουμε ότι περνά από το χέρι μας για ν’ αξιοποιήσουμε αυτή τη σύνθεση. Μέρα καλή


  2. Αυτό ακριβώς θα ήθελα κι εγώ. Συγκεκριμένα μέσω της παρουσίας μας στο εδώ και το τώρα, που αν εμπεριέχει μια συνύπαρξη, ένα μαζί, απογειώνεται και γίνεται, ίσως και, τέχνη.


  3. Οφείλω να ενημερώσω, πάντως, πως τώρα πια το «μόνο» στη φράση που παρέθεσες, το θεωρώ περιττό. «Ο χρόνος δεν υπάρχει, είναι μια σύμπτωση,συνεχείς καραμπόλες επάνω στη μπάλα κι η ίδια η μπάλα συγκρούεται με άλλες μπάλες, να εκτινάσσονται τα θρύψαλα και να κόβουν το σεντόνι της πραγματικότητας, καρφώνονται, το τέμνουν για να το ξεφλουδίσουν, να πάνε παραμέσα.» Ως έτσι έχει τώρα η φράση.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: