h1

Ας πούμε

Σεπτεμβρίου 10, 2008

Ένα παραμύθι.  Αλλά, ποιο απ’ όλα; Ποιο να σου πω, ψυχή μου, ποιο απ’ όλα τα διηγήματα θα σε κάνουν να γουρλώσεις τα μάτια, θα σε κάνουν για λίγο να σταματήσεις την ανάσα. Η Ύδρα του Κοέν έχει τη Marianne, τούτη όμως η παραλία που βλέπεις εδώ, έχει έναν άλλο τρελό. Βγαίνει τις νύχτες που είναι κοφτερό το φεγγάρι, οσμίζεται οργισμένος την ατμόσφαιρα, η ασφυξία ενός πάρτυ τον τρελαίνει κι άλλο. Θέλει όχι μόνο να αναπνεύσει, εκείνη τη στιγμή, θέλει να βγάλει κραυγή. 

Μα δεν πρέπει, θα τον πούνε τρελό. Ε, και λίγο ψεύτη, θα τον πουν, ποιος άραγε να πιστέψει ότι υπάρχει τέτοιος πόνος από μέσα, τόσο μαράζι να στάζει το κορμί, ποιος να καταλάβει το θάνατο, όταν αργά περπατά και σουλατσάρει; Αρα, για να κραυγάσεις έτσι, στη μέση μιας γιορτής, με τα θηλυκά να υπερτερούν, καθώς λένε και οι στατιστικές, μάλλον είσαι ένας απροσάρμοστος. Δε σε νοιάζει τούτο κυνήγι που στήνουν οι κοπελιές. Πιο πολλές, πιο πεινασμένες, λιγότερο κομμάτι για την καθε μία, αχόρταγα στόματα διψασμένα, σχεδόν κολασμένα και καυτά. 

Είσαι τόσο νεκρός εκείνη τη στιγμή, το νιώθεις το κορμί σου να παγώνει, δεν υπάρχει ήλιος, μόνο μια λεπτή φλούδα φεγγαριού καταμεσής του πελάγου. Είσαι στα πρόθυρα του πάγου, όταν έρχεται ένα θηλυκό που το φιλί της μυρίζει λεμόνι και ζάχαρη, θέλεις λίγο φως, θέλει να ξεδιψάσει, αλυχτάς και σε πίνει. 

Τούτος ο τρελός, που λες, αγαπούσε τη νύχτα. Έψαχνε να καθρεφτιστεί στη μαύρη θάλασσα, πιο ορατά τα μάτια του μες στο βράδυ. Κάπου – κάπου άφηνε το πανηγύρι για να ξαναθυμηθεί τα σημάδια του, λίγο μελάνι, κοκκινίλες απ’ το μεσημεριανό τον ύπνο, τσαλακωμένο πρόσωπο τα ξημερώματα, τις ουλές του, το μέσα του κομμένο με πληγές και παράπονα για το ένα και το άλλο.

Συλλογιέται, τότε, σκέφτεται πολύ, όλα τα απαγορευμένα να συμβαίνουν στο πλάι του, εκείνος βλέπει μονάχα τα κρίματα του εαυτού του. 

Άμα τον έβλεπες στο δρόμο, ήταν συνήθως παρατηρητικός, έριχνε μια ματιά 360 μοιρών γύρω, λες και κάτι έψαχνε, λες να ήταν το υπόλοιπο φεγγάρι το απόν, αυτό ήταν που έφταιγε για την ευτυχία που δεν ήρθε, αυτό του όρισε το σκοτάδι της ζωής του, αυτό ήταν που έλειπε για να μην είναι μοναχός.

Δεν ξέρω τι απέγινε, αλλά όταν τον έβλεπες να κατηφορίζει στην παραλία, πήγαινε πάντα αγωνιώντας αν όλα στον ορίζοντα είναι εντάξει, αν θά ‘ναι εκεί κι η μαύρη η θάλασσα για να τη δεις, ίσως μπλε, το πρωί.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. Αν δεν ήταν κι αυτοί οι υπέροχοι τρελοί όλοι θα ήμασταν ασυγχώρητα τυφλοί στις ομορφιές αυτού του κόσμου. Μέρα καλή


  2. xαιρε κεχαριτωμενη !!!! Αγερας φθινοπωρινος….μ’ εσπρωξε στο καταφυγιο σου…..καλα να εισαι….αλλα το κειμενο σου με βυθισε κιαλλο…τωρα καλο ειναι αυτο; δεν ξερω…..καλο θα ειναι….χεχεχε!!!



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: