h1

Παρακαταθήκη

Οκτώβριος 16, 2008

Όλα μου τα αχ, σε εκείνους που τα αντέχουν. Κι είναι λίγοι. Ας αναμετρηθούν αναμεταξύ τους, και στο τέλος θα μιλήσει η χούφτα. Τι έμεινε τελικά, τι απόηχος να κρύβεται κάτω από το φλυτζάνι.

Τα γιατί, δεν το συζητάω, με ακολουθούν,

μονάχη όπως πορεύομαι, ανδροειδές με φωσφορίζοντα ώτα.

Τα γιατί, είναι καταδικαστικά δικά μου, ανεβαίνω στην τσουλήθρα κι έχω να πω τα παρακάτω:

Δεν έχω δικαίωμα να απογοητεύομαι, δεν υπάρχει τίποτε το μοναδικό στον πόνο που νιώθω, τίποτε το ιδιαίτερο στις ανάγκες μου, απολύτως τίποτε στις κατατμήσεις του χρονικού πλαισίου μου.

Αδιαφορώ παντελώς για το αν είμαι αντιληπτή, κατανοητή, ξεκάθαρη και κρυστάλλινη. Δε γίνεται παρά μόνο να υπάρχω κι αν συναντηθώ, θα είναι επειδή βρέθηκα στο ίδιο όνειρο, στον ίδιο τόπο φαντασίας με τον άλλο. Μπορώ να κρατήσω γερά τον ειρμό, μπορώ να προλάβω τη σκέψη μου πριν την ξεστομίσω, μπορώ να πιάσω γερά αρκετές γνώσεις για να μπω πανέτοιμη στη διαδικασία ανταλλαγής απόψεων. Αλλά δεν πρέπει. Είναι μάταιο να θέλεις να απεικονίσεις αυτά που βιώνονται μόνο μέσω των συναισθημάτων, ακόμη και τα επιχειρήματα έχουν μέσα του τους πυρήνες των θελήσεων. Κλωτσάνε, μωρά αιώνια που δεν πρόκειται ποτέ να γεννηθούν. Πώς να μιλήσω, ας πούμε, για το μπλε, όταν το μπλε υπάρχει μέσα μου μόνο από τα δικά μου μάτια ειδωμένο, κατά παρέκκλιση θα συμφωνούσα με οποιονδήποτε πως τώρα, απόγευμα στο Φάρο χρωματίζεται με τον ίδιο τρόπο η θάλασσα. Με τον ίδιο τρόπο δεν καλύπτει πάντως την ώρα που είναι ο καθένας μοναχός, παρέα δυο φιγούρες στο παγκάκι και για μένα το μπλε είναι κάτι σαν αέρας που τον αναπνέουμε μαζί. Κι ο άλλος έχει ένα μπλε, άλλο μπλε, με την ίδια αγκαλιά στα δεξιά του, ένα δωμάτιο, τοίχος γαλαζωπός απέναντι να αντανακλάται η πρώτη μάνα του.

Θεωρώ ότι η ζωή είναι αυτή που είναι. Δεν είναι η δική μου έτσι, ούτε η δική σου αλλιώς. Η ζωή υπάρχει κι εμείς δεν είμαστε παρά το περιεχόμενο των κομματιών της, μέρη και τόποι που τύχαμε να περπατηθούμε. Αν θέλω να αδικηθώ, λοιπόν, να φροντίσω να θυμάμαι πως ο δικός μου μικρόκοσμος δεν ανταποκρίνεται στην έκταση του είναι. 

Οτιδήποτε έχει και το τίποτα μέσα του. Ό,τι βλέπεις, μπορείς και να το νομίζεις. Ό,τι θυμάσαι μπορείς και να μην το θυμήθηκες ποτέ. 

Οι σκιές είναι το αποτύπωμα της ύπαρξης, εξαφανίζονται μόνο αν ακινητοποιείσαι σταδιακά στο παρόν. Μόνο τα μεσημέρια, με τον ήλιο κατακέφαλα, γίνομαι κουκίδα στο τώρα, δίχως να μου ψυθιρίζει από πίσω το πρωινό, δίχως να με φλερτάρουν τα υποσχόμενα μάτια του αύριο. Τότε που συμπίπτει η σκιά μου με μένα, τίποτε δε γράφω στην άκρη του πεζοδρομίου, τίποτε δεν ζωγραφίζεται στα τετράγωνα πλακάκια του δρόμου. Είμαι και ξεχνάω να φωνάξω το ονομά μου, δεν υπάρχει λόγος να δηλώσω απούσα ή παρούσα, έχω κρεμαστεί σε ένα μετρονόμο κι σηματοδοτώ τον εαυτό μου κάθε που πέφτει δευτερόλεπτο.

Θέλω να φτιάξω μουσική για τη στιγμιαία λάμψη των αισθημάτων. Τα αισθήματα, τα βαρέως ανύπαρκτα, αυτά που περπατούν βαριά και δεν έχουν δυνατότητα αντανακλαστικών αντιδράσεων. Αυτά που μες στη ραστώνη, τα φωτογραφίζεις στην πιο αργή ταχύτητα και με το διάφραγμα ολάνοιχτο, χιλιάδες κόπιες σε κάθε στιγμή τους, κι εκεί. Κάπου εκεί, καθώς χύνεις την καταλληλότερη εικόνα στο μουσαμά, αναδύεται από τα μάτια τους μία σπανιότατη έκπληξη. Δυσκίνητα και με το κεφάλι χαμηλά, δεν είναι παραιτημένα τα ανεκπλήρωτα αισθήματα, υπάρχουν όμως στον χρόνο που κυλά πολλαπλασιασμένος και πολύς. Εκεί που ένα πεταλούδισμα ορμητικά σου ανεβοκατεβάζει το στομάχι, να ένα ανάλαφρο και εκτυφλωτικό συναίσθημα, που το βλέπεις να λαμπυρίζει ακριβώς την ώρα που γίνεται, το βαθύτερο αίσθημα της ματαιότητας του εαυτού σου βρίσκεται ακόμη στα γεννοφάσκια. Θαρρείς, πως όταν θα χεις πια γεράσει, τούτο το υποαίσθημα που ρέει κάτω από τη φλούδα σου, θα χει γίνει ένα πιτσιρίκι που ζητά ολοένα χατήρια. Κι άντε τώρα, που είναι η σωστή η ώρα, να σηκωθείς βαρυγκομώντας και με πονεμένο γοφό, άντε τώρα γέρος να υπάρξεις όπως είναι να είχες υπάρξει.

Το μάταιο δεν είναι ακριβώς αρνητικό. Είναι μάταιο. Δεν έχει λύση, κατά κάποιον τρόπο, δεν υφίσταται σε καμμία εξίσωση, δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε κανένα θεώρημα. Μπορεί όμως, να ανιχνευτεί στα πάντα. Είναι ένα συστατικό της πραγματικότητας και της φαντασίας και συνηθίζει να γίνεται πιο ηχηρό, όταν έχουμε μπροστά μας την εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή του. Ένα ναι κι ένα όχι, δηλαδή. Απέναντι. Και να θυμόμαστε πως όταν μας χαμογελούν τα ναι, τα όχι ούτε κλαίνε, ούτε παραμερίζονται, βρίσκονται εκεί για να πουν, ό,τι πρέπει να πουν, αν τα ρωτήσεις.

Δεν μπορώ να αποδεχθώ απόλυτα ότι όλα όσα μας συμβαίνουν είναι αποκύημα των επιλογών μας, πως είναι αποτέλεσμα των πράξεών μας, διατυπώσεις των ευθυνών μας. Δεν έχω και τη δύναμη να το πω αυτό, να με θεωρήσω ως την απόλυτη αιτία του εαυτού μου.

Ούτε μπορώ να συνηθίσω και στην ιδέα, πως ό,τι με περιτριγυρίζει, ό,τι με απαρτίζει, ό,τι μου συμβαίνει είναι κάτι που με κινεί και με καθοδηγεί. Το ότι γεννήθηκα δεν το επέλεξα, αλλά μάλλον όταν άρχισα να υπάρχω έκανα και μια καλή προσπάθεια για να συνεχίσω να υπάρχω. Τα θέλω και τα περνάω δηλαδή, για κάποιο λόγο μου ‘ρχεται να διεκδικήσω και την τυχαία στιγμή της γέννησής μου.

Πιστεύω ότι την αξία της ζωής πρέπει να την απομονώσεις από οτιδήποτε ξέρεις. Πέρα από βαθύτατους δεσμούς αίματος και λατρεμένες αναμνήσεις. Πρέπει να την αντικρύσεις και με τα μάτια της θανατηφόρας πλήξης, πρέπει να την αφήνεις να περνά από πάνω σου ακόμη κι όταν αποστρέφεσαι και την παραμικρή επαφή στο δέρμα σου. Να την απλώσεις σαν ένα τεράστιο σεντόνι στο πάτωμα, κυρίαρχο χρώμα στα απλωμένα σου παιχνίδια. Παλιά και καινούργια παιχνίδια, για πέταμα ή λαχταρισμένα, εσύ απλώς περιφέρεσαι και εκδηλώνεις αυτοστιγμεί το εκάστοτε ενδιαφέρον.

Τα στολίδια μου τα αφήνω σε όλες τις μανάδες που μου έδωσαν ισότιμα το παιδί τους να το αγκαλιάσω.

Τα χαμόγελα τα ντύνω με την «Αμελί».

Την ομορφιά την αφήνω σε όποιον αδηφάγο πεινάει.

Τη συνταγή του καφέ την αφήνω σε όλες τις κοκκέτες που μπορούν να κουβεντιάζουν με τις ώρες.

Τους οργασμούς δικαιωματικά σε όλους.

Τον εγωισμό μου σε σένα, ανυπόφορο χαρτί.

Advertisements

4 Σχόλια

  1. Και το χαρτί τι σου απαντάει; Μεγάλο θέμα έπιασες. Οι οπτικές γωνίες πολλές. Πάντως συμφωνώ απόλυτα με το πιο κάτω: Η ζωή υπάρχει κι εμείς δεν είμαστε παρά το περιεχόμενο των κομματιών της, μέρη και τόποι που τύχαμε να περπατηθούμε.
    Μέρα καλή


  2. Τι να απαντήσει κι αυτό..Τόπος είναι, που έτυχε να περπατηθεί με τη σειρά του. Καλημέρα


  3. μόνο το χαρτί ανυπόφορο; το κείμενο δλδ τι ηταν; γεμάτο αχ μαλλον και δεν τα αντεχω. ή μάλλον δε τα θέλω. γιατί δε θέλω και τη χούφτα (λολ)

    παντως το ποστ κάνει ένα βλογ από μόνο του. η εστω ολοκληρη την αληθεια ενος βλογ.

    ζοριστηκα πολυ παντως. και δεν λυτρωθηκα οπως φανταζομαι εσυ..


  4. Το έγραψα με σκοπό να πεθάνω μετά από 7 Τρίτες, 973 Σάββατα και 2 ζωές, Ναρίτα.
    🙂
    Οι παρακαταθήκες είναι ανυπόφορες, όχι τα λόγια τους.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: