h1

Λυδία λίθος

Νοέμβριος 2, 2008

Ακούς; Κλέψανε δυο διαμερίσματα στην πολυκατοικία. Μέρα μεσημέρι. Ήξεραν. Πότε φεύγει, πότε έρχεται ο νοικοκύρης, είχαν και νέα συστήματα για να σπάσουν τις κλειδαριές, μπήκαν. Φυσικά και δεν τα πήραν όλα. Δεν είναι χαζοί. Πού να κουβαλάς μια ολόκληρη τηλεόραση στο δρόμο και στο διάδρομο. Χρυσαφικά και λεφτά. Χωμένα στις τσέπες κι ανυποψίαστα που είναι ανύποπτα. Αόρατα σχεδόν, μονάχα η χούφτα του εγκληματία γνωρίζει την παραπέρα πορεία τους. Ως αυτήν τη στιγμή, που η κυρά – Ευτυχία δουλεύει στο πόστο της, εκείνα τα πολυκαιρισμένα χρυσαφικά, της μάνας της το γαμήλιο γούρι και εκείνο το χριστουγεννιάτικο, είναι, υποτίθεται, στο συρτάρι τους. Όλα δωρισμένα, συνήθως μετά από μεγάλη αφορμή, κάτι γέννες, κάτι γιορτές γεμάτες μνήμη, δεν έχει λεφτά για τέτοια η κυρία Ευτυχία, όλα αναγκαστικώς δωρισμένα . 

Αν μπούν, ας πούμε, μέσα και μου πάρουνε τα βιβλία μου, θα στερηθώ κάτι που το χρειάζομαι και δεν μπορώ να το έχω όποτε το θελήσω. Κι έτσι, όταν έρχονται οι φίλοι σου μ’ έναν Πεσσόα στα χέρια είναι πολύ. Τόσο, που ξεχνάς και ποιος σε σύστησε με εκείνο το καινούργιο παράθυρο, κοιτάς απ’ έξω τη θέα του, κοιτάς και βρίσκεσαι σε μια αλλιώτικη ζωή, δηλαδή ίδια είναι. Ίδια ειδωμένη απ’ τη φαντασία.

Ας πούμε, ότι κάθε οπτική αυτού του κόσμου έχει ένα μπαλκόνι, η φαντασία ποτίζει γλάστρες σε ένα ρετιρέ και βιγλίζει. Αενάως υποχρεωμένη να βλέπει. 

Είναι αλλιώτικη η ζωή, λοιπόν, όταν μες στο σκόρπιο έχειν σου, πετραδάκια που δημιουργούν μια ατέρμονη ακολουθία, το ένα μετά το άλλο και πολλαπλασιάζονται και απλώνονται και βουλιάζουν κάθε που τα πατάς, καψαλίζονται και σου καίνε τις πατούσες, απομεσήμερο στο δυαράκι σου το επισφαλές -κατά πώς δείχνουν τα πράγματα- και μια γραμμένη φράση σε σηκώνει απ’ το γιακά για να βρεθείς, εσύ, με την ακρογιαλιά του Σίμου, θεός σχωρέστον.

 

…………………………………………………………………………………….

Τ’ άκουσες; Πάνε να τσιμεντώσουμε την Παραλία του Σίμου. Μόνο οι εγκληματίες την ξέρουν την πορεία της. Εμένα, που δεν έχω πάει, δεν είναι μόνο ότι θα μου τη στερήσουνε. Θα οργιστώ πάρα πολύ, μου κλείνουν, θέλω δε θέλω, ένα παράθυρο της ύπαρξής μου. 

Αλλά επειδή δεν είναι μόνο τα χρυσαφικά της Ευτυχίας, ούτε άλλη μια ακόμη παραλία, είναι πολλά γύρω τριγύρω που σπέρνουν την οργή, λέω πως χάσαμε, παντελώς, το δίκιο της δικαιοσύνης. Δεν είναι τίποτα δικό μου, κανείς δε μου το χάρισε κι ούτε άκουσα να ήταν χαρισμένο σε κάποιον άλλο χιλιάδες χρόνια τώρα. Είναι εκεί. Ανήκει εκεί, στον εαυτό του. Όπως και κάθε τι, που σέρνει γέφυρες ως το πέρα. 

 

Από την «Καθημερινή της Κυριακής», 2 Νοεμβρίου 2008, μία άποψη του Παν. Μπουκάλα

 

Αν θέλετε περισσότερα, βάλτε στο google, «Παραλία του Σίμου» και θα ιδείτε πολλά. Οι καταγγελίες είναι αρκετές, καλό θα ΄ταν να οργιάσουν κιόλας, τόπο στην οργή.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. αφου χασουμε και το τελευταιο «παραθυρο»…αφου μας παρουνε …και τα «σωβρακα»….αφου μας τσιμενταρουνε και το μυαλο….να δω τι αλλο θα σκαρφιστει….το συστημα……για να μας κανει ανδρεικελα δουλικα….για να πορευονται οι λιγοι και να σιωπουν οι πολλοι…..!!!!
    …..αντισταθειτε!!!!!


  2. Ό,τι και να σκαρφιστεί, ας κοιτάξουμε και τα μούτρα μας στον καθρέφτη. Ο καθένας μόνος του κι ύστερα τα λέμε.

    Γεια χαρά, καπετάνιε μου!



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: