h1

Ντελάλης περνά

Ιανουαρίου 8, 2009

Η Μις του Νου τον σιχαινόταν. Οταν πέρναγε ο σαλεπτζής, ήταν ένα όνειρο, ειδικά τα χριστούγεννα που κοπανιζόταν πολύ μαχλέπι για τις βασιλοπιτες, τι ονειρο, τι ευτυχια, τριζανε οι καρδιές στο στάξιμο της γουλιάς. Της βάζανε κι εκεινής οι κυράδες, δεν ξεχνούσανε κανένα ζωντανο, σαλέπι για όλους.

Καλά, ο άλλος με τα τζάρερα, καλέ; Τι ήταν τούτος, τι κακομοίρης, κοντούλης κι αδύνατος, ισχνός, ίσκιος με ένα πρασινοπορτοκαλοκίτρινο τροχήλατο πάγκο. «Τζάρερα, λέωωωωωω!», τι εικόνα και τι σινεμά να ορμάνε πάνω του 40 παιδιά και να αρπάζουν όσα χωρά το στόμα και η μια χούφτα, με την άλλη κράταγαν ήδη ένα μισοδαγκωμένο, τι νόστιμα τζάνερα, τι μαγευτικό, καρπός που σε σπέρνει γεύση. Τι άθλιος κι ανήμπορος, ο ατυχής κι ο καημένος, με μια καλαμομαγκούρα να αποδιώχνει τα παιδιά, ποτέ κλέφτες, οι μανάδες άλλωστε πάντα θα ψωνίσουν, θα φύγει με έναν πάγκο αδειανό και καλοπληρωμένο, χαμογέλαγε κάπου – κάπου, μες σ’ όλο αυτο το φιάσκο του, τούτο το αναμενόμενο μπουρδούκλωμα της Τετάρτης. Η Καναπίτσα, το είπαμε, ήταν ορμητήριο των απανταχου πορτοκαλοκλεφτών κι όποιου άλλου εσπεριδοειδούς δέντρου φυόταν στις γύρω εκτάσεις, μια αγκαλιά χωράφια και μπρος θάλασσα.

Πού να βρεθεί το όριο εδώ, και πώς ακριβώς να θεσπιστεί μια απαγόρευση; Οι άνθρωποι εκείνοι που τσαλαβούταγαν από μωρά στη θάλασσα και παίζανε κυνηγητό στα κατάρτια, τα πόδια τους σόλες, με γυμνά πέλματα περπατούσαν ανενόχλητοι τις πρόκες που εκτοξεύονταν από τους ταρσανάδες, τους μαστόρους, τα καλαφατίσματα των καϊκιών, χειμώνα καλοκαίρι σφυροκόπημα, σίδερο και ξύλο και άνθρωποι, που λες. Είχαν μια ζωή και την έχασαν για πάντα, έμειναν για λίγο απορημένοι, αφού χάσαμε μια ζωή γιατί εξακολοθούμε να ζούμε; Ναι; Ζούμε; Ζούμε ακόμη και δεν το καταλάβαμε. Μια γλυκειά ειρωνία, ποτισμένη χαμόγελο και αυταπάρνηση, μια απόσταση κρατούσε η καρδιά τους από τα δεινά κι από τα ατυχήματα, το σήμερα έπηζε μέσα στο ζύμωμα, φούσκωνε σα μαγιά στην τσουρεκάτη και πελώρια πίτα.

Ο παγωτατζής τους είχε πάρει τον αέρα, τι να του βούταγαν κι αυτού, πώς να χώσουν τα χέρια μέσα στον κουβά, καλύτερα μπάλα πάνω στο χωνάκι, πιο περιποιημένο, να τον πάμε με το καλό, αξίζει τούτος και το παγωτάκι του, ντάλα μεσημέρι και κάτι τις το θέλαμε για να ανάψει μέσα μας το γλέντι της παραλίας.

Ο ντελάλης, όμως,  με τίποτα, ουφ με τη σαστιμάρα του και τη φωνάρα του κι οι χαζές εδώ όλο τον σταματάνε και τον ρωτάνε, τι εννοείς, τι θες να πεις, να πας να πεις, άκου να σου πω, οχι, οχι, δεν είναι έτσι, ακριβώς, τώρα συμφωνώ, αλλά, αλήθεια; Έγινε τούτο το πράγμα;

Α, σιχτίρ και με δαύτονε, θα πάω να γρατζουνίσω κανά καλσόν μπας και το διαλύσουνε το σούσουρο, με ζαλίσανε.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. Δεν περισσεύει κανένα τζάνερο μες το χειμώνα.


  2. Περισσεύει η μνήμη τους, νομίζω



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: