h1

Όνειρο

Ιανουαρίου 26, 2009

Παράνομο μπητς μπαρ, ο ηλιος ερυθρομορφο αγγείο ακαθόριστης χρονικής περιόδου, οι ξαπλωστρες ξέμειναν μισοαδειανές, μόνο κάτι μαμάδες με τάπερ για τα παιδιά, απογευματινοί κολυμβητές μιας μέρας με πολλή ζέστη.

Η μπύρα αφρίζει μάταιη, οι φουσκάλες και η δροσιά τους είναι υπό εξαφάνιση, ενας Πουαρό με βερμούδα χαβανέζικη φουμάρει στο προτελευταίο τραπεζάκι. Στην πίστα κοπέλες με μαγιό κι αγόρια με σαγιονάρες, προαποφασισμένοι όλοι τους να ζήσουν τη νύχτα την αξέχαστη, που πάλι ίδια προδιαγράφεται, ο ντι τζέι ιδιος κι απαράλλαχτος, πανομοιότυπες κι οι πατάτες του κλαμπ σαντουϊτς, η κέτσαπ το ίδιο κόκκινη σου μοιάζει με το κραγιόν της θειας, είχε μια μυρωδιά παλιά, επαναλαμβανόμενη σε γεφυρώνει με την πρώτη φορά που είδες κραγιόν επάνω σε χείλη.

Ένα μωρό με τα χαριτωμένα λογάκια του, αφαιρεί απο τη μάνα του την αγγαρεία του ταϊσματος, τα τάπερ αδειάζουν, τα παιδιά νυστάζουν κι οι γιαγιάδες ζεσταίνονται αρκετά αυτές τις μέρες για να βρούνε κουράγια να τα φυλάξουν, το παίρνουν απόφαση κι οι απογευματινοί κολυμβητές, οι απολύτως ταγμένοι στις προσταγές των επιστημόνων, που ο ήλιος είναι βλαβερός κι εμείς βλαμμένοι να τσουρουφλιζόμαστε ελαφρά τη καρδία. Φεύγουν οι απογευματινοί κολυμβητές και ώσπου να εγκατασταθεί η λιπαρή δροσιά του ξημερώματος, οι ξαπλώστρες γεμίζουν με πλάσματα, σώματα διάτρητα από ένστικτα, σκοινιά από κάθε πόρο του κορμιού να ξεχειλώνουν ή να τεντώνονται από μια επιθυμία. Μια θέληση που σ’ έριξε στα ξαφνικά στη μαύρη θάλασσα, ενώ η πίστα πληρωνόταν αδρώς για την ύπαρξή της, ομόκεντρες τροχιές χορευτών και τα σπασμένα μπουκάλια ναρκοπέδιο στα γυμνά πέλματα, που ποτέ τους δε μάτωσαν εκείνη τη βραδιά. Μείνανε ξυπόλητα, εκτός από του μεσήλικα Πουαρό, που έστριβε τα μουστάκια του στη γωνία.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε τι θέλει στα μέρη μας ο διασημότερος ντετέκτιβ στον κόσμο, μα και κανείς δεν αναρωτήθηκε σε ποιο μέρος του κόσμου βρισκόμαστε ακριβώς, τα ζευγάρια εναλλάξ εμφανίζονταν στη σκηνή ή αποχωρούσαν για το πέπλο της παραλίας, στο μεταίχμιο με το κύμα να βρεθούν με τον γνωστό, γνώριμο τρόπο, μεταξύ τους, ένα ψηφιδωτό με ομπρέλες δίχτυ προστασίας για τους αναστεναγμούς που φυγόκεντροι φεύγαν από τις φωνητικές χορδές, για να στροβιλιστούν με το επόμενο κύμα ανεξέλεγκτοι, θα χάνονταν σαν τις σειρήνες, μες στον τρόμο των αυτιών θα εξακοντίζονταν στο ανύπαρκτο. Τούτο το ομπρελένιο πλέγμα, ομως, αναχαίτιζε τη φούρια τους, τους εσώκλειε σε έναν χώρο όπου επιτρέπονταν κι αντέχονταν, λίγη άμμος, αρκετό σκοτάδι και αδιάπτωτο το υδάτινο στερέωμα λικνίζεται και λέει, όλο λέει, απο δω και πιο μέσα είναι ο ύπνος, μείνετε εκεί, ως εκεί που μια λάμπα μοναχή φωτίζει τα κιτάπια. Πριν το ύπνο ακριβώς, στέκεται το όνειρο, κάποιοι το λένε ζωή, μα το κύμα άλλα έλεγε και οι εραστές συμφωνούσαν απολύτως μαζί του, τούτο το κραγιόν στα χείλη, μπορεί να είναι κι από αίμα, ευτυχώς έχουμε και τον Πουαρό εδώ, οι εξηγήσεις είναι παρούσες, όποτε και αν τις απαιτήσουν.

Μα ποιος φρόντισε, όμως, να τον καλέσει; Εγώ, που δεν ξέρω αν όλα αυτά που βλέπω είναι έτσι, έχω περιορίσει το βλέμμα μου στο σέικερ του μπάρμαν, συμπεραίνω απο τα φαγωμένα νύχια του πως είναι αρκετά νευρικός ή έστω εγκλωβισμένος σε μια συνήθεια, φερμένη από κάτι εποχές όπου ένα τάπερ υψωνόταν εμπρός στα μάτια του. Θα μπορούσα να πω πολλά, ψέμματα θα ‘ταν όλα ή αλήθεια δεν ξέρω, τα μάτια μου προτιμώ να διεισδύσουν στα παγάκια που παραμορφώνονται, όσο το τζιν τα λούζει όλο υποσχέσεις και προσδοκίες. Αρνούμαι να δω την προσμονή του αποδέκτη, εξακολουθώ να κοιτώ μέσα στα παγάκια, που τώρα κιτρινίζουνε απ’ το χυμό λεμονιού, φρέσκο ευτυχώς, μπουκάρει στους γευστικούς κάλυκες και μ’ ένα όξινο σοκ σε φέρνει πίσω, στο όνειρο εκείνο με τον Πουαρό να σημειώνει στο μπλοκάκι του τον δραπέτη αναστεναγμό. 

Διότι, όντως, αυτό είναι αλήθεια, εκείνο το βράδυ οι ομπρέλες μας πρόδωσαν, λυγίσανε από τον άνεμο και φανερώθηκε ολόγυμνη η χορωδία. Όλα έληξαν αισίως κι ευτυχώς, πριν έρθουν οι κολυμβητές του απογεύματος είχαμε μαζέψει τα ενοχοποιητικά στοιχεία. Τό όνειρο δεν υπήρξε ξανά, είχε όμως υπάρξει και, τουλάχιστον, το γνωρίζαμε, το πύρινο πιάτο που βυθίζεται είναι ο ήλιος που χανεται στην απουσία του.

Απεριόριστης χρονικής διάρκειας, τέμνει μονάχα το φως και τίποτ’ άλλο. Παρών ή απών, τα θαύματα θα ξεμπροστιάζονται απ’ τις κραυγές των παραδομένων, θα γίνονται αντιληπτά από τα μάτια των κοιμισμένων και θα εξιχνιάζονται από τους ικανούς των μύθων.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: