h1

Οι Αλίκες

Ιανουαρίου 31, 2009

Είναι τουλάχιστον 65 χρονών η καθεμιά. Κάθονται κι οι τρείς δίπλα – δίπλα, περπατούν δίπλα – δίπλα, αγκαζέ κοντοστέκονται, σιαμαίες κυρίες άλλης εποχής. Σαφώς και είναι πλάι μας, στο τώρα περιφέρονται, μα έχουν κάτι μάτια αλλιώτικα, μάτια σαν ψάρια γκρι, λες και βλέπουν τον κόσμο απ’ τον βυθό, καθώς ριλαξάρουν παρέα κοντά στα κοράλλια.

Τσακώνονται συχνά για τα μαργαριτάρια τους, η μια λέει στην άλλη πως ο λαιμός της είναι δανεικός, τούτα τα μαύρα που φοράς, τα βρήκα εγώ στον Ειρηνικό, θυμάστε εκείνο το ταξίδι;

Με τον κόσμο, όμως, να κάνει τα δικά του, κατέληξαν πως ο χρόνος ποτέ δεν μπορεί να είναι ίδιος για όλους. Ο αδερφός τους πέθαινε κι η μια, αυτή με το καπέλο το μπεζ και το σκουροπράσινο ταγέρ, ξαραχνιάζει τη μνήμη της και τον θυμάται, όταν μωρό την πιτσιλούσε φαϊ με το κουτάλι, η μνήμη της τεντώνεται μέσα στον γερασμένο εγκέφαλο, σαν να χει και μια εικόνα του κουταλιού του, το ‘χε πάρει η μαμά απ’ το ράφι του φαρμακείου, με τις παιδικές τροφές. Άσπρο, λοξό, με σιέλ λαβή, το δικό της ήταν ασημένιο και διάτρητο από μαιάνδρους.

Η μεσαία, φορά τα αναμενόμενα γοβάκια της. Ελάχιστο τακούνι και καλσόν ειδικό για τους κιρσούς, έχει την αίσθηση ότι αν δεν τα κινεί θα χειροτερέψουν, μες στην ακινησία των ποδιών οι φλέβες κι άλλο θα φουσκώσουν, θα πάθει κάκο, ο νους της στο μακάβριο, τώρα που περιμένει το γιατρό των επειγόντων να της πει τη διάγνωση. Με νευρικές κινήσεις χτυπά τα τακουνάκια της, που μόνο εκείνη τ’ ακούει τόσο δυνατά, ώστε ακόμη και μέσα στο γενικό πανζουρλισμό του εφημερεύοντος νοσοκομείου νιώθει ότι ενοχλεί. Τύψεις για την ταραχή που φέρνει η απερισκεψία της, να βροντοχτυπά σύμφωνα με το ρυθμό της αγωνίας της, πόσο εγωίστρια να ανακοινώνει τους φόβους της μέσα στην οδύνη του κόσμου, ο πόνος που έρχεται για τούτους τους συνοδούς των αρρώστων, το πιθανό σκουντούφλημα της ρόδας τους της ακούγεται βροντερότερο, όλοι κραυγάζουν τον πόνο τους, τη δυσφορία τους προσπαθούν να επιβάλλουν, εκείνοι χτυπήθηκαν περισσότερο από όλους και σωπάτε όλοι οι άλλοι. Μέσα στο μέλλον που βουτά, οι εκφράσεις του ανθρώπου είναι φωνές στα μεγάφωνα και η μιλιά του εξακοντίζεται στα  οδοσήματα, πινακίδες αχρείαστες που αποδίδουν τιμή στα περασμένα γεγονότα. Κι είναι η πόλη γεμάτη φαντάσματα, ο Χαρίλαος Τρικούπης πίνει καφέ στη Θεμιστοκλέους και ο Σόλωνας συζητά με κάποιον στη Μπενάκη και Φειδίου, λίγο πιο πάνω, στην Ακαδημίας, η Βασίλισσα Σοφία αγοράζει μια μπουγάτσα με τυρί και «ολίγη άχνη από πάνω». Λίγο κραγιονάκι στα μαραμένα της χείλη, κρατά καπουτσίνο σε πλαστικό ποτήρι και με την πλάτη ολόρθη κοιτά δεξιά – αριστερά, σαν όρνιθα που παρακολουθεί καβγά. Αναμένει τα μελλούμενα προετοιμασμένη για το χειρότερο, ερωτευμένη με την ευτυχή διάψευση των πραγμάτων, Κασσάνδρα, που όλο έξω πέφτει τελικά, μα αν τη γλιτώσαμε είναι επειδή εκείνη κατεργάζεται την πιθανή οδύνη. Τη βλέπει, που περιμένει την επιβεβαίωση από τις συμπτώσεις, από τη γωνία κρυφοκοιτά, ντροπαλή μαθήτρια της 25ης Μαρτίου, να πει επιτέλους κι αυτή ένα ποίημα, υπάρχει, επομένως, και μόνο εκείνη η κυρία αναλαμβάνει να την εντοπίσει, να χει το νου της μην κάνει τούτη η πιθανότητα την εμφάνισή της κι αρχίσουμε όλοι τα κλάμματα, με το ποίημα της χειρότερης προφητείας μην κατακλυστούμε.

Η τρίτη κυρία, είναι χυμένη στην πλάτη της πλαστικής καρέκλας, απο ένα σαφές σημείο που ορίζει τον χώρο της δικής της ύπαρξης, διασταυρώνει το βλέμμα της μονάχα με ό,τι τέμνεται στην ευθεία των ματιών της, έχει απέναντι έναν τοίχο, άσπρος τοίχος λερωμένος στα χαμηλά από τις πατημασιές των συνοδών, ξαπλώνουν όρθιοι πάνω του, ρίχνουν το βάρος τους πίσω και το ένα πόδι τους στηρίζει ολόκληρους, όσο το άλλο, με το ξαλάφρωμα του βάρους εφάπτεται με τον τοίχο, για να καταλήξει να τον κλωτσά ελαφρά με τη φτέρνα, οι μάυρες σόλες αφήνουν ημικύκλια, φυλλοκάρδια που ανοίγουν τώρα. Αυτή, φορά παντελόνι υφασμάτινο, ελαφρύ και καλοκαιρινό, τόση ζέστη σήμερα, δεν άντεξε ο αδερφός, «τι να κάνει τώρα»; Θα μπορούσε, με αυτήν την ισχυρή της επιμονή να κοιτά ακριβώς απέναντι, να δει μέσα από το χώρισμα, να ακούσει τους γιατρούς που παραγγέλνουν πίτσα, άλλες 12 ώρες εφημερία και τρίβουν κουρασμένοι τα μάτια τους, όταν παίρνουν τελικώς τον δικό τους φάκελλο, πάνω από τον άρρωστο οι άσπρες ποδιές της σιγουριάς και της ελπίδας μας, προσπαθούν να βρούν μια στάλα στοργή μην και ξεχάσουν στο τέλος ότι έχουν να κάνουν με άνθρωπο. Τόση σάρκα εκτεθειμένη εδώ, τόσο εύκολο να την ζυγίσεις, να την υπολογίσεις, τόσο πιθανό να σου φανεί άνοστη, λίγο αλάτι λείπει, λίγο γιαούρτι και σκόρδο, τόσο αναμενόμενη η παρεξήγηση: η δουλειά ισούται με το φαϊ του σήμερα, «πάει ο καιρός, πάει ο καιρός, που ‘ταν ο κόσμος βροχερός» τραγουδά από μέσα της για να κατευνάσει την αναμονή της και είναι βέβαιη, το βλέπει ήδη αυτο. Προσπαθούν οι γιατροί, το νιώθει, έχουν μπροστά τους έναν ζαρωμένο γέρο, έναν άνθρωπο που το πρόσωπό του ζωγραφίζεται με θάνατο, περίπτωση τελειωμένη και εξακριβωμένη κι όμως.  Είναι γλυκός άνθρωπος ο αδερφός, θα τους πει πολλές φορές «δεν πειράζει», τον αγαπήσανε κιόλας, είναι βέβαιη πως το βλέπει αυτό, πίσω από την πράσινη κουρτίνα τα νυστέρια υποχωρούν με έγνοια, τα ακροδάχτυλα ψηλαφίζουν με συστολή το σώμα, μην το τρομάξουν πολύ κι όχι τέτοια ώρα. Καταδικασμένη να χάνει τα δευτερόλεπτα απ’ τα χέρια της, τα βλέπει να στάζουνε στο πάτωμα και να γίνονται κηλίδες του παρελθόντος, δε χάνει καιρό να τα κοιτά άλλο, ο τοίχος γράφει την ιστορία τους  κι  είναι ταγμένη στο εδώ, στο σινεμά της ζωής τους με το τέλος το γλυκόπικρο, καφές με μία ζάχαρη και αρκετό γάλα.

Ο χρόνος είναι αλλιώτικος για την καθεμιά, παρόλα αυτά, κάθονται στο παγκάκι του επείγοντος, κόκκινες πλαστικές καρέκλες κολλημένες μεταξύ τους κι επάνω τους μια Χαλιμά σε σκουροπράσινα, η Κασσάνδρα με τα μπεζ κι Σταχτοπούτα με τα γκρι, σαν γυάλινα, παπούτσια της, ενώνονται με τη μοίρα της Αλίκης επιτυχώς. Κι ευτυχώς. Όταν βρίσκουν τα λόγια, η κάθε μια από το δικό της μπαλκόνι, εφευρίσκουν έναν κοινό κώδικα, οι λέξεις έχουν και των τριών τους τα χρώματα, μα ένα σχήμα τις ορίζει, μονάχα ένα σήμα, μόνο ένας είναι ο συντελεστής που διαιρεί τα λεγόμενα, ενώνονται οι σφαίρες των χρόνων τους, μέδουσες που ακουμπούν στο βυθό, τέτοια ζεστή μέρα και σύντομα θα ξεσπάσει η καταιγίδα ν’ ανεβούν στον αφρό.

Advertisements

5 Σχόλια

  1. Καλο μηνα καλη μου…ΜΙΣ ΤΟΥ ΝΟΥ….
    λοιπον…εγω ειμαι ο θαλασσινος της παρεας…αλλα εσυ μαλλον πνιγεσαι εδω που εισαι……ηρθα να τεινω χειρα βοηθειας ….ετσι μου φανηκε…..
    …δεν θελω να σε χασω…..στους αδειους δρομους που γυρνας……τι τρεχει;….
    mail me……issallos@yahoo.com
    …καλημερουδια σου !!!!


  2. Ποιοι άδειοι δρόμοι, καπετανιε; Οι δρομοι ειναι γεματοι απο ανθρωπους, συμπλεγματα απο σχεσεις και πραγματα. Μην ανησυχεις και μην παει ο νους σου στο κακο, σου υπενθυμιζω: αυτο που γραφω τωρα ειναι κουβαρι που κλίνεται σε όλους τους χρόνους διαρκώς. Το σήμερα, βρίσκεται μόνο στη ζωή, που εξιστορώντας την μνημονεύουμε τα ανύπαρκτα, όλα αυτα που δεν έγιναν ή θα μπορουσαν να γίνουν. Οι επιλογές που εξακοντίστηκαν απο τις επιλογές που έλαβαν χώρα, σε καποια στιγμή. Ισως κ καθε πραξη που κανουμε, να κουβαλα και τις αναπαντητες εκδοχες, ό,τι δεν το θελησαμε, υπαρχει αναπόφευκτα και είναι ενδιαφέρον να ονειρεύεσαι πραγματικότητες, που ανασαλεύουν ολόγυρα, οσο εσυ ακουμπάς στο υπαρκτό σου γραφείο.


  3. ενταξι….εγινες σαφης…σαφεστατη θα ελεγα…προς στιγμη τρομαξα….λεω κατι επαθε….αλλα τωρα καταλαβα οτι..κοιτας και γραφεις….νιωθεις και γραφεις….φανταζεσαι και γραφεις….
    τελικα πρεπει να αγαπας πολυ, να γραφεις…..!!!!!
    τις καλησπερες μου ….!!!!


  4. Υπέροχες οι Αλίκες σου. Η γραφή σου με παρέσυρε στον κόσμο τους. Τις έβλεπα να κάθονται εκεί δίπλα δίπλα και να δημιουργούν τη δική τους μαγεία. Μέρα καλή


  5. Την καλησπέρα μου



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: