h1

Εκδοχή

Φεβρουαρίου 17, 2009

Ο Πινόκιο ήταν στημένος έτσι, ούτως ώστε να πέφτει το ανατολικό φως επάνω του, με τα πόδια σε διάταση και τον αριστερό αγκώνα λυγισμένο. Υποτίθεται ότι κρατάει ένα μπουκέτο γαρύφαλλα, αλλά ο ζωγράφος και αφεντικό του Πινόκιο, είχε αποφασίσει να το ξεπατικώσει από το μυαλό του, θα απεικόνιζε μιαν αγκαλιά γαρύφαλλα όπως εκείνος τα νόμιζε, ή όπως εκείνος τα θυμόταν.

Με τον Πινόκιο ήταν πολύ αυστηρός, όμως. Ήθελε όχι μόνο να τον φωτογραφίσει, αλλά να συναντηθεί κάπου με τον Κισλόφσκι και να του πει μιαν γνώμη, πώς να κάνει τα μάτια του μικροσκόπιο, πώς η κάμερα αντιπαραβάλλεται με τον μεγεθυντικό φακό του παππού, όταν σκάλιζε τα στοιχεία του τυπογραφείου υπήρχε, άραγε, η πιθανότητα να έστηνε και δικές του ιστορίες; Όταν η λαβίδα έπιανε το άλφα, το κεφαλαίο, μπορούσε να μαντέψει, εκείνος με την αδυνατισμένη του όραση και την βοήθεια της ψυχής του, ποιαν αφετηρία ορίζει, ποιά λέξη εισάγεται και πού θα ΄πρεπε να καταλήξει; Το αφεντικό, δεν υπήρχε καμμια περίπτωση να πιει καφέ με εκείνον, που θα ήθελε να έχει την οικειότητα, να τον αποκαλεί Κριστόφ. Έβαζε τον Πινόκιο να πειθαρχεί, να στέκεται ακίνητος, οδηγούσε με την πλήρη ακινησία των πραγμάτων προς την απονεύρωση των εκφράσεων, το πάγωμα της φωτογραφίας αυτής, ευνοούσε το αποτέλεσμα της δουλειάς του και προτιμούσε να μιλά για πράγματα αιώνια.  

Για κάποιο λόγο, ο Πινόκιο αυτός, που είχε αγοραστεί από την μητέρα του ζωγράφου, σε μια επίσκεψή της στο Μουσείο των Παιχνιδιών, έμεινε για πολλά χρόνια μέσα στα καθημερινά πράγματα αυτού του παιδιού, αργότερα ενήλικα με τα νήματα προς το παρελθόν μισοκομμένα. Υπήρχε δίπλα στα στιλό του και στα μολύβια του, για καποιο καιρό ξεχάστηκε μέσα στο κουτί με τα γυαλόχαρτα, μια μετακόμιση έφερε αρκετή τριβή ώστε το κόκκινο παντελονάκι να ξυστεί στα δεξιά και να φανεί απλόχερα το ανοιχτόχρωμο ξύλο.  Μια κούκλα είχε ζητήσει, μια κούκλα αγορίστικη, τοτέμ στην αισθαντική γωνία του εαυτού του, ένας ήρωας που ζωντάνεψε κι έγινε κινούμενο δέντρο στην πολιτεία. 

Είχε έρθει η ώρα να τον ζωγραφίσει. Σκεφτόταν για χρόνια να ζωγραφίσει καινούργια ρούχα επάνω στον Πινόκιο, να του ‘βαζε κανένα κοστούμι με παπιγιόν, μαύρο κοστούμι και μια πεταλούδα οργιαστική στο λαιμό, έτοιμη να ξαποστάσει στη μύτη, που μάκραινε αρκετά με τα χρόνια, μέρα με τη μέρα είχε γίνει κλαδί, διακλαδώνονταν ρίζες στον αέρα και μπορούσαν πια να κοντοσταθούν επάνω τους ίσαμε δώδεκα πτηνά. Όσο περνούσαν τα χρόνια, με τον Πινόκιο αχρείαστο, ο ζωγράφος έγινε αφεντικό του εαυτού του, μεγάλωσε -καθώς έπρεπε και να μεγαλώσει- κι όλη η φαντασία ακουμπούσε στα ψέμματα, υπήρχε στα ψέμματα, η αλήθεια δεν ήταν παρά υποχρέωση και οργανωτικότητα, τάξη απόλυτη στο γραφείο του, χνούδι μηδαμινό στο χαρτί. Ξέχασε πώς είναι να περιμένεις την ώρα να περάσει το μεσημέρι, τώρα πια δεν υπάρχει εκείνος ο καιρός, όπου οι μεγάλοι χρειάζονταν ήσυχο ύπνο, την ίδια στιγμή που ο ίδιος θέλει να φέρει σε πέρας την μεγαλύτερη εξερευνητική αποστολή όλου του κόσμου. Για να περάσει εκείνη η ώρα, έπαιζε κουκλοθέατρο με τα δάχτυλα, ο αντίχειρας ήταν πάντοτε ο παππούς, η γιαγιά ήταν ο δείκτης, ο μέσος ήταν πάντοτε ο μπαμπάς, πιο ψηλός από τη μαμά που στέκεται δεξιά του ή αριστερά του, το μικρό ήταν ο ίδιος, πάντοτε εκείνος ήταν κι ας υπήρχαν στ’ αλήθεια άλλα δυο αδέρφια, έπρεπε να μπει ένα παιδί σε αυτήν την ιστορία. Κι αφού η ιστορία ήταν δική του, κι αφού ήταν κι ο ίδιος παιδί, τι καλύτερο και πιο ορθό από το να παίξει εκείνος τον ρόλο, δεν έχουμε έξι κι εφτά δάχτυλα, έχουμε μόνον πέντε. Ποτέ δε σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει όλα του τα δάχτυλα και να μοιράσει σε αυτά όλα τα μέλη της οικογένειας, δεν ήταν άλλωστε αυτό το ζητούμενο, όσο να φτιάξει δυο πενταμελείς ομάδες, που απαρτίζονται από τα ίδια πρόσωπα, συζητούν μεταξύ τους, μαλώνουν και παίζουν παιχνίδια ετοιμολογίας, είναι οι ίδιοι από δω και από εκεί, μόνο που οι μεν είναι από το εδώ και οι δε από κάπου εκεί. Είμαστε εμείς, κι αυτοί που θα μπορούσαμε να είμαστε αν ζούσαμε στη Μοζαμβίκη. Μέσα από αυτά τα παιχνίδια, ερχόταν εύκολα το όνειρο να ξαπλώσει δίπλα στο σήμερα, δεν υπήρχε και τόσο μεγάλη διαφορά και ο Πινόκιο ήταν πάντοτε καλός φίλος εκείνες τις στιγμές. Έπαιζε μαζί του όποτε το ήθελε, πάντοτε εκεί, με το τριγωνικό καπέλο του ελαττωματικό, χρειάστηκε δυο φορές να βρει κόλλα για να το σώσει.

Έμεινε μέσα στις γόμες, το ξύλινο ανθρωπάκι κι ευτυχώς, του άρεσε αυτή η μυρωδιά, δε δυσανασχετούσε ο Πινόκιο που ήταν κλεισμένος για κάτι χρόνια στο κουτί με τις γομολάστιχες και τους συνδετήρες. Κι ένα πρωί, ο ζωγράφος ξύπνησε έντρομος με το πόσο αληθινό έμοιαζε το χτεσινό του όνειρο,σαστισμένος που το βράδυ μπέρδεψε την αλήθεια με την άλλη αλήθεια.  Ντράπηκε σχεδόν, που όλο αυτό έμοιασε με αποκάλυψη, είχε από καιρό ξεχάσει την ευκολία των παιδικών εικόνων, τη δυνατότητα να ονειρεύεσαι όσο περιμένεις να περάσει ένα μεσημέρι.

Τα ανακάτεψε όλα, έψαχνε την κούκλα του, που με τα χρόνια έγινε το φυλαχτό της μνήμης, πόσο στερημένος και αδαής ένιωσε όταν ο κουρελής Πινόκιο σάλεψε δίπλα στο ροζ συνδετήρα. Ο παντοτινός  Πινόκιο είχε μεταμορφωθεί σε ένα μπουκέτο γαρύφαλλα, με τη μύτη να βλασταίνει μίσχους και κυματιστά σέπαλα, τόσα μπουμπούκια, όση και η απάρνηση των μύθων του, όσα και τα παραμύθια, που τα απόδιωξε κι αφοσιώθηκε στα πρέποντα της εκάστοτε ηλικίάς. Σα να τεντώθηκε και να λύγισε το παιχνίδι του, οι αρθρώσεις των γονάτων σαν να λιώσανε και να μακρύνανε, θυμήθηκε πως ναι, ήταν δυνατόν να γίνει αυτό, ο Τιραμόλα το έκανε κατά βούληση, ο καθένας μας μπορεί και τούτος ο άκαμπτος Πινόκιο μπορεί, ο δικός του Πινόκιο που παρατήθηκε σε λίγη υγρασία και ρίζωσε πεισμωμένος στο μέλλον.

Είπε να τον ζωγραφίσει, μα όχι πάνω του, ποτέ. Άφησε τα ρούχα να ξεβάφονται αργά, καθώς το φως τα καυτηρίαζε με μιαν ύπαρξη φυσική και λιτή. Φαντάστηκε μιαν αγκαλιά γαρύφαλλα μονάχα και η ακινησία γέμισε με πορφυρά βολάν, με κλακέτες που εξοβελίζονται σε πιρουέτες και λευκό που συγχέεται με κόκκινο αλώβητο.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. αρχιζω σιγα σιγα να συνειδητοποιω οτι τα γραπτα σου μου θυμιζουν ονειρα. μας τραβολογουν απο την οχθη της πραγματικοτητας ,στην οχθη της φαντασιας, μας σπρωχνουν στο γκρεμο του υποσυνειδητου πριν μας ξεβρασουν στις ακτες της συνειδησης.. ενα συνεχες πηγαινε ελα …
    δεν ειχα ποτε μου πινοκιο αλλα ειμαι πεπεισμενη οτι περιγραφεις τον δικο μου


  2. Γεια σου, mondouble, με το ζουζούνισμα της ζωής παρασύρεσαι κι εσύ, στο ρέμα του πέρα και του δώθε, να κοιτάμε τα χέλια του ποταμού. Πάντα ατρόμητοι σαν τα παιδιά και γερνώντας καινούργιοι.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: