h1

Σχολαστικό σχόλιο σχόλης

Μαρτίου 29, 2009

Σκασιαρχείο το λένε, επιμένει ο παπούς κι εγώ του απαντώ ευθέως, πως απλώς έφυγα νωρίτερα για καλοκαίρι, δεν έκανα τίποτε κακό, λίγο νωρίτερα έφυγα, για να ‘ρθω στο περιβόλι.

-Δηλαδή, σκασιαρχείο; επέμενε χαμογελώντας, υπέγραφε δια της συναίνεσης σε μια μικτή συνωμοσία. Σαφώς και τα γράμματα σπουδαία είναι, κοίτα με που σκάλιζα στις πέτρες τα κολλυβογράμματα, νιώσε που δε μ’ άφηναν να πάω στο σχολειό. Μάθε την πρώτη απόρριψη των ευχών σου: οι γονείς πρόοριζαν άλλον για δάσκαλο, ο πρωτότοκος και μοναχά. Δες με, μοναχός μου σκαλίζω αντιγραφή, απ’ το παραπεταμένο τετράδιο, που ‘γινε γρήγορα φουσκή*. Ο πρωτότοκος έχει άλλες έγνοιες, δεν θέλει καν να είναι δάσκαλος, μοναχά το αύριο και η σοδειά. 

Δεν κάνω εγώ σκασιαρχείο, πεισμώνω, όχι, είναι φυσικό που είμαι εδώ και δε με νοιάζει το απολυτήριο. Εμείς, έτσι το λέγαμε, όταν ξεχνούσαμε να πάμε στο σχολείο, συμπλήρωσε. Και εγώ τότε αφέθηκα στο κύμα του γέλιου, μα σήμερα θέλω να τον ρωτήσω, όταν έπαψε τη Β’ Δημοτικού για να βαράει στρούγκες**, δεν έκανε σκασιαρχείο; Όχι, λέει, το σκασιαρχείο περιέχει την επιλογή σου, το άλλο είναι η δουλειά και τίποτε άλλο. Κι όταν λύγιζες τις κουλούρες***; Τούτο ήταν η μαστοριά μου, λέει, έπρεπε να το κάνω. Κι όταν σκάλιζες γκλίτσες και ρόκες; Τούτη ήταν η τέχνη μου, άντε ρώτα εκείνην. Έτσι λέει. Όταν έφτιαχνες φλογέρες; Ήταν η αναμονή μου, θέλει ώρα για να θρέψεις το κοπάδι. Όταν τραγούδαγες, παππού; Τότε βίβλιζα, ναι, λέει. Κι όταν φυσάς μελωδίες και ιστορίες, παππού, τότε τι είναι; Σκασιαρχείο δεν είναι, πάντως.

Ειν’ υποχρέωση η ζωή, παππού; Είναι το πλήρωμα του χρέους σου.

Πάντα χρωστάς, παππού; Πάντα οφείλεις την ανάσα σου.

Και τίποτε άλλο, ε, παππού; Κάτι ακόμα: Να συζητάς, είν’ ένα σκασιαρχείο. 

 

*φουσκή: η κοπριά

**βαράω στρούγκα: φροντίζω να μην περάσει το κοπάδι από κάποιο σημείο

***κουλούρες: στην ορεινή Αργολίδα, τα παλιότερα χρόνια, υπήρχε η τέχνη του κουλουρτζή, ο οποίος έφτιαχνε ξύλινα περιλαίμια για το λαιμό των προβάτων ή των γιδιών. Οι κουλούρες φτιάχνονταν από ένα ευλύγιστο ξύλο, που αν το κάψει κανείς κοκκαλώνει παίρνοντας το σχήμα που του δίνεις. Επάνω σε αυτές, προσαρμόζονταν τα κουδούνια, για κάθε ζώο διαφορετική τονικότητα. (Μοναδική στιγμή στην νεοελληνική λογοτεχνία, η περιγραφή ενός καραβανιού, που με τα κουδούνια του γίνεται μυσταγωγία, «Αιολική Γη», Ηλίας Βενέζης -θα επανέλθω σχετικά με τις εκδόσεις και αριθμό σελίδας, προς το παρόν, σκασιαρχείο και μια καληνύχτα).

Advertisements

2 Σχόλια

  1. ouden sxolio…


  2. update: Συνεννόηση εννοούσε κι όχι συζήτηση
    Μ’ έκανες να το σκεφτώ περισσότερο, mondouble, ευχαριστώ



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: