h1

Πρέπει να γράψω

Απρίλιος 22, 2009

Είναι καθήκον και δεν μπορώ να καταλάβω, ποιος ήταν αυτός που με έχρισε υπεύθυνη για τούτο το πράγμα. Μάλλον ο εαυτός, αλλά κι εκείνος κάπου ανήκει, μέχρι την απόδειξη του ενάντιου, μάλλον στον κόσμο ανήκει. Κι αν δεν ανήκει, απαρτίζεται ως μόριο του συνόλου, τελεία και παύλα, είμαι εδώ.

Και τώρα θα σας σαγηνεύσω, είναι η ώρα που χαμογελώ. Το ξέρω πως είμαι αποτελεσματική τώρα, ανασηκώνεις τις άκρες των χειλιών σου κι εσύ και όλοι μαζί. Ένα ζευγάρι πάνω σε μπλε παπί τρέχει με παγωτό χωνάκι στα χέρια και ο άνεμος στάζει βανίλια λιωμένη στα γόνατα, που και πού φράουλα σορμπέ στο πίσω παρμπρίζ. Τα φάσκελα χάσκουν ανάμεσα σε γαλάζιο ουρανό και πευκοβελόνες, παραλία κι επαρχία, φωνές ασυδοσίας μες στο έρμο το καταμεσήμερο. Η τραγωδία του παραθερισμού έρχεται την ώρα που γυρίζεις στο γρανάζι σου και στο σκαρπέλο. Μα εκείνη την ώρα που σαν γυφτάκι λερώνεσαι, κάτι μύγες ζουζουνίζουν γύρω από τις λιωμένες σταγόνες σου, το ψιχουλιασμένο φουντούκι της γαρνιτούρας σου πετάει και προσγειώνεται στην αποθήκη του μυρμηγκιού και τα μαλλιά σου δεν βρίσκουν άλλη παρομοίωση για να ξενοιάσουν: το μαλλί της γριάς σε εκπροσωπεί απόλυτο και εδραιωμένο. Εγώ κι εσύ κι ένα μεγάλο, μεγάλο πανηγύρι, που τα παιδιά δεν σε πίστευαν κι εσύ ο άσχετος δεν ήξερες τι να προσφέρεις, όταν σου ζητούσαν σαμπάνια.

-Σσαμμμ-πάνια, πουλί μου, όχι σαbάνια.

-Σαμbάνια!

-Σσσσσσ! Παχύ σίγμα, πουλί μου, Σσά! Σσαμμμμμ! Μι σκέτο, πουλί μου, σκέτο μι. Σσαμμ-πάνια. Καθαρό Πι. Κατάλαβες, πουλί μου;

-Μάλιστα, σαμbάνια. Την κοιτάει δειλά. Τον κοιτάει ανέκφραστη. 

-Σσαμμ-πάνια.

-Σαbάνια.

-Σσαμμ-πάνια.

-Σσαμμ-μπάνια! Μπάνια, μπάνια,μπάνια!

Και, τότε, είπανε πως τρελάθηκε αυτός ο μαθητής, ξημεροβραδιαζότανε στο λιμάνι και ζωγράφιζε τις πρύμνες με κάτι μάτια μεγάλα, πότε τα δικά του γουρλώνανε από δέος, πότε της πρύμνης ξανοιγότανε στο νερό για να το καλομελετήσει.  Πότε – πότε έρχονταν κι οι κοπέλες, που μόνο ο Ελύτης τις είδε «με τα μαγιό και τις ομπρέλες»* και τούτο που είπε με στοίχειωσε, θα πληρώνω πάντοτε γι’ αυτό τον ακούσιο συνειρμό. Κάπου-κάπου, γνώριζε μια απ’ αυτές, μία για κάθε καλοκαίρι, μία και μόνον. Την έκανε βόλτες βραδινές και μεσημεριανές με το παπί του το μπλε και την βάφτιζε στα εφηβικά του στέκια. Η βάρκα της παραγγελιάς περίμενε το απόσταγμα των ματιών της, ίσαμε που το δάκρυ( ή, μήπως, το χαμόγελο;) θα υπέγραφε την ώρα της φυγής. Καμμιά δεν επρόκειτο να μείνει παραπάνω, 15 χρονών και η υποχρεωτική εκπαίδευση περιμένει, πρώτα απ’ όλους για κείνην. Η βάρκα περίμένε και στο μεταξύ επιστέγαζε τα μικρομέγαλα παιχνίδια τους,  αυτά τα σχεδόν ενήλικα, τα πιο ενδιαφέροντα, τα σεξουαλικά. Κάτι δήθεν οργασμοί, που κείνη την ώρα είναι μαθές το κατώφλι του κόσμου, για να ‘ρθουν κατώφλια αλλεπάλληλα, που διαψεύδουν την πρωτοκαθεδρία της μνήμης σου. Λοιπόν, τούτα τα μάτια της, τα μελετούσε καλοκαίρι ολόκληρο, ο Σεπτέμβρης είναι ιδανικός καιρός για συννεφιασμένη ομφαλοσκόπηση, γρήγορα, όμως περνούσε στην αποτύπωση της εικόνας της, η βάρκα η φετινή λέγεται Ιθάκη, εκείνη την λένε Πόπη, ο Οδυσσέας απών, μέχρι που εκείνος πήγε στο σχολείο, ήταν ακόμη στην Τροία, σκεπτόμενος πώς στο καλό να μπει.

Τα απογεύματα τα χάριζε στη θάλασσα, μπάνια στο καινούργιο του σχολείο, έμαθε και μακροβούτια και όλα τα οστρακοειδή, που κολλάνε στα βράχια κι όλα τα ψάρια τα μικρά. Έμαθε τις εποχές και το φαϊ τους, έμαθε και για τα αστέρια των καιρών, για το γέμισμα του φεγγαριού και για την αμπώτιδα, για τα κατάρτια των καϊκιών και τα δολώματα, για τις σωστές κουβέντες και τα φιλιώματα, για τις υποχωρήσεις και τα ψέμματα. Και κάθε καλοκαίρι, σφουγγαράς της ψυχής της, βύζαινε την γνώση που της ξέμεινε, από έναν χρόνο ακόμη στα θρανία, όση γνώση μείνει, με τόσες παρενθέσεις από ραβασάκια και μάγουλα κόκκινα, από υποχρεωτικούς ύπνους στο ατέλειωτο μεσημέρι. Όση γνώση ξέφευγε από την αποστήθιση, χαριζόταν σε κείνον, χώνονταν ατέρμονες πληροφορίες στα διαλεγμένα της λογάκια, εκείνος την μάθαινε να ψαρεύει καραγκιόζηδες, είναι πρώτα ξαδέρφια της τσιπούρας, κοίτα τις ρίγες του, πιάσε κανέναν να φάμε το μεσημέρι. Τους ψάρευε η άξια ή η τυχερή, ποτέ δεν ξέρεις, αν δεν ψαρέψεις δεύτερη φορά, τους έφερνε στη βάρκα τους την ακούνητη κι αγέλαστη και μόνο που δεν άντεχε να τους ξεπιάνει από τ’ αγκίστρια. Φοβόταν ακόμη και τα λέπια τους, της φαίνονταν αγκάθια ανεπανόρθωτα, πάρτα μακριά κι άκου τι έγινε μια φορά στην τρίτη ώρα της Γεωγραφίας. Μάθαινε και για τα σκασιαρχεία της και τι ήταν αυτό που την ενδιέφερε πιο πολύ, μάθαινε και για το καλό κορίτσι που στρογγυλοκαθόταν μέσα της, ήσυχο και βέβαιο για τον ρόλο που θα παίξει σε αυτήν της την ζωή, αμέριμνο για τυχόν καθυστερήσεις κι αναβολές, έχει τα κιτάπια του γραμμένα με τα λόγια που θα πει, στην εκάστοτε στιγμή. Ερχόντουσαν οι πρώην συμμαθητές και τον βρίσκανε να ψήνει τα φρέσκα ψάρια του και τον ρωτάγανε πως είναι οι γυμνές κοπέλες, δίχως μαγιό, σαφώς ολόγυμνες και με τα μαλλιά λυτά, σαν τις γοργόνες. Τους δάνειζε την βάρκα του για να παίξουν τάχαμου τους γιατρούς, με τις αλήτισσες τις δικές τους, αυτές που μέναν πάντα στο νησί, οι μελλοντικές καταφρονεμένες της κοινωνίας τους, θα τις λιμπίζονται, ώσπου να γεράσουν και να τα πίνουν οικείοι στο καθώς πρέπει καφενείο τους.

Τώρα που τραβά την τελευταία γραμμή της βλεφαρίδας, σκέφτεται πως πρέπει να μην βρέξει σήμερα, να στεγνώσει το χρώμα καλά πριν βερνικώσει και τούτη την κυρά, αλλά δεν ξέρει ακριβώς πού βρίσκεται και ποιος είναι. Μπορεί να είναι και 18, τώρα που οι κοπέλες, πιο ελεύθερες του δίνονται και του κάνουν νύξεις για κάτι αποφάσεις, να μένανε λέει εδώ. Όχι, δε θέλω να μείνει καμμιά σας, δεν υπάρχω τον χειμώνα εγώ. Μπορεί και να ‘ταν στα 30, όταν η Μέμη του ‘πε πως θα ζήσει μόνο με Άνοιξη και Καλοκαίρι και Φθινόπωρο και δεν την νοιάζει ο χειμώνας. Όχι, το Φθινόπωρο δεν είμαι εγώ. Ίσως και πιο μετά, όταν η Αλεξάνδρα του είπε πως της φτάνει ο χρόνος ο μισός, αλλά όχι, ούτε και τότε. Απάντησε κάτι, πως μάλλον και την Άνοιξη δεν είναι εδώ.  Αυτή, που δέχτηκε μόνο τα καλοκαίρια του, ήταν εκείνη που τον συνάντησε ενήλικη για τα καλά και παρόλα αυτά, χωρούσε στη βάρκα του, που δεν έλεγε με τα χρόνια να μεγαλώσει όσο ψήλωνε κι αυτός. Χώνονταν από κάτω και κοιμόνταν και ξεχνούσαν να λύσουν τα δεσμά τους, στο μεταξύ η πατούσα γινόταν ένα ακόμη ύψωμα για την στρατιά των μυρμηγκιών, που αποτέλειωναν το βραδινό τους παγωτό, σκουπίδι και συνάμα θησαυρός και μια θάλασσα σκύλα να σε γλείφει.

Μείνανε στην παραλία τους και τα υπόλοιπα των εαυτών τους μαζέψανε τα συμπράγκαλα όπως – όπως. Περιμένει ο γυρισμός. Την ιδανική τους συνύπαρξη κρατήσανε μόνον, όλα τα άλλα, δυο ζωές και κάτι ακόμα, έχουν, ευτυχώς, παγιωμένους αρμούς να ανεβάζουν την άγκυρα του σήμερα.

Η καθέλκυση των ευχών τους έχει προγραμματιστεί ανήμερα της Αγιά Σοφιάς, μα να μη γίνει ένα θαύμα τέτοια μέρα, μα να μην ξυπνήσουμε στο όνειρο για μια μέρα, τώρα κιόλας, αυτοστιγμεί στη στροφή που πήραμε, να ξημερώσουμε στον τόπο μας, αλλοτινοί και ίδιοι.

*ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ
Έπεσα για να κολυμπήσω
κι άφησα την καρδιά μου πίσω

Άφησα την καρδιά μου χάμω
σαν το κοχύλι μεσ στην άμμο

Πέρασαν όλες οι κοπέλες
με τα μαγιό και τις ομπρέλες

Ύστερα πέρασαν οι φίλοι
κανείς δε βρήκε το κοχύλι

Χρόνους και χρόνους κολυμπάω
που να’ν’η αγάπη για να πάω

Έφαγε η θάλασσα το βράχο
κι έμεινε το νησί μονάχο

Οδυσσέας Ελύτης

Advertisements

4 Σχόλια

  1. Ήταν σά νά σέ πρόσμενα Κερά
    απόψε πού δέν έπνεε όξω ανάσα,
    κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ΄τά νερά
    κι από τά δάσα.

    Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
    αφού σπαρά τό μάτι μου σάν ψάρι
    καί θά μυρίζει φώτα και βροχή
    καί νειό φεγγάρι…

    (Ποιος το εγραψε αυτο?)


  2. Εύκολο σχεδόν, μου μυρίζει η πόλη πάνω στον τάφο του Σκαρίμπα


  3. καλημεριζω!
    μου αρεσει πολυ να σε διαβαζω, μιστουνου


  4. μήπως ήρθε η στιγμή που πρέπει να ξαναγράψετε?…



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: