h1

Ο λυγμός του δρόμου

Σεπτεμβρίου 30, 2009

Ο ‘δυσσέας ήξερε τι έκανε. Ο δούρειος ίππος είχε στρογγυλοκαθίσει μέσα του, παρόλο που λέγεται ότι τα άλογα ποτέ τους δεν ξαπλώνουν, κοιμούνται όρθια και πέφτουν καταγής, μόνο όταν πεθαίνουν. Όχι,  ο δούρειος ίππος του καταφρονεμένου μας Οδυσσέα, οξυδερκής από τον Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ενστικτώδης από τον Πόε. Τρομακτικός, όσο κι ο Λουί Ντε Φινές, σπουδαίος όσο κι ο Θανάσης Βέγγος. Τιμή του και κανένα καμάρι δεν παίρνει από τον περαστικό. Στο μετρό αγνοείται από τα τηλέφωνα, χάνουν το σήμα και δημιουργούν τη νεύρωση της απώλειας στους ανθρώπους, μικροί θάνατοι αποτυπωμένοι σε ρυτίδες των εκπλήξεων. Στη σκάλα, σαγηνεύεται. Δυο πόδια γαζέλας ακούγονται σαν τον Αγιο Νείλο. Σωπαίνει κι η πόλη εξυπακούεται, στο πεζοδρόμιο την διαπιστώνουν τα παιδιά της. Λάσπη και βροχή κι είναι βράδυ. Ονειρεύεται ένα ατμόπλοιο στον Ιλισσό, ο Πουαρό τον υποδέχεται στο γυαλισμένο κατάστρωμα άκαπνος, φρεσκοξυρισμένος κι ορεξάτος για κολύμπι. Η Μαδαγασκάρη του μέλλοντος είναι η καταγωγή του, σπουδαίος, σπουδαίος, άξιος και τόσο λυπημένος. Ψάχνει την επαγγελία του κι ας ξέρει, ο παρών, ότι στο τέλος είναι η ιστορία που γυρνάς στο σπίτι. Κι οι τσέπες, τι να πεις στη μάνα σου, είναι τρύπιες και θέλουν μπάλωμα κι είσαι χαζός που δεν την έβλεπες, τότε που έβλεπε κι όλο γάζωνε, ήσουνα τόσο ηλίθιος που δεν έκατσες να μάθεις την τέχνη της τεχνικής: όλα χρειάζονται. Κι όλα πρέπει να εφευρεθούν. Όλα οφείλεις να τα έχεις, να τα δώσεις, άκλαυτε άγιε, όταν σου ζητηθεί. Προσφέρεις δανεικό κρασί, πώς να σε χαστουκίσω εγώ μετά, πώς να σε τοποθετήσω; Η μάνα σου τώρα θέλει μα δεν μπορεί, είν’ η σειρά σου να καταπιείς το στυλιάρι του καθήκοντος, βάλε την εξυπνάδα σου, παιδί μου και συνάνθρωπε ακαθόριστε, καθηλώνεις το απρόσμενο στη γωνία της Αμερικής. Φόρεσε το κοστούμι του πιθανού -όσο κι αληθινού- εαυτού σου. Σου ταιριάζει, μην ανησυχείς, έχει σταυρωτό δέσιμο και κόβει στη μέση, είσαι γύφτος εσύ. Του τίποτα και του παντού, ποτέ στο πάντα. Μα δεν σε χωράει η οικουμένη, σε ποιο παγκάκι να ερωτευτείς, σε ποιο συντριβάνι να λογοδοτήσεις; Και πού να πας πώς να σου πω εγώ, έλα μαζί μου, τι άλλο να πω κι εγώ, έχω φτιάξει ρεβυθόριζο άμα θες, να σου βάλω για τον δρόμο. Όταν φύγεις, κλείσε την εξώπορτα, καραδοκούν οι ελπίδες του γιασεμιού πάνω στο κεφάλι της νύφης. Ο ματωμένος γάμος μιας Ισπανίας σε περιέχει δίχως το μελόδραμα και δίχως το ψέμμα της αναπαράστασης, στα χαρακώματα μυρίζεις τη βιασύνη. Ο κόσμος σε κατατρώει κι η ψυχή σου κατατρώγεται με σένανε, τι άτυχος και τι αλήτης.  Δικαιολογείσαι κι όχι, δεν κλαις. Παραμερίζεις στην ενιαία μοίρα των φτωχών, σοφός ανήξερος, ο Κλουζό μπουρδουκλώνεται κάπου στο Παρίσι. Λιγουρεύεσαι λίγη σιγουριά απ’ τις βιτρίνες, σε καλύπτει το νόημά τους, σε παρηγορεί. Όλα τα φώτα κι η νύχτα που βρέχτηκε, τώρα κρυώνει. Σε μια κυρία που τουρτουρίζει, εσύ να το προσφέρεις το σακάκι σου, είναι αυτό που μιλάει για όνειρα που μετοίκησαν στις τσέπες του, όλοι κάπου πάμε. Μην ανησυχείς, η μάνα σου ακόμη ακούει κι ο δρόμος είναι πάντα ίδιος για το σπίτι.  Δεν κλαις, μην κλαις, ποτίζεις τον κήπο της Φροσύνης. Θα ανθίσουν κάποτε τα γιασεμιά και δεν είναι εύκαιρη να τα περάσει στην κλωστή. Μην ξημερώνεσαι ακόμη, η ανατολή είναι πάντοτε υπομονετική.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. ποσο φοβαται εκεινο το ξασπρισμα της μνημης που συμβαινει οταν πεθαινει κανεις,φαντασου ν αναστηθει και να μην βρισκει το δρομο να γυρισει σπιτι.


  2. Θα τον βρει γιατί το σπίτι είναι ο ίδιος, προσοχή, μια χελώνα στον δρόμο



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: