h1

Στην άκρη του θρανίου

Οκτώβριος 30, 2009

Μια κατσαρίδα μαύρη μπήκε μέσα στην τσάντα μου.  Την ώρα που χτενιζόμουν και σκεφτόμουν πότε θα ρθει το μεσημέρι, κρύο νερό στο πρόσωπο, να ξυπνήσει το κορμί πρωί – πρωί. Χτενιζόμουν και δεν σκεφτόμουν, η παραζάλη της μάνας, η πολεοδομία του σπιτιού, ο φαρδύς νιπτήρας που ακόμη αντέχει το βάρος μου, θρονιάζομαι πάνω του για να ετοιμάσω εμένα. Μπήκε, που λες, ανάμεσα στα βιβλία μου, τρύπωσε μέσα στον στάβλο με τα ψίχουλα, είμαι λιγόφαγη, τ’ αφήνω και τρίβεται το φαϊ και σκορπίζεται, μέσα στο πρώτο τεύχος των ασκήσεων προγραφής μια σπανακόπιτα, που ξέμεινε στο ελάχιστο ξεραμένο φύλλο πλάι στη γραμμή. Μπήκε μέσα και περίμενε. Την στιγμή. Την τελεία εκείνη που θα την εξωθούσε κάποτε να βγει. Η στιγμή η τέλεια, ήταν εκείνη που δεν δίδασκε ο κύριος Αντωνίου, ούτε και ‘κείνη η Παριζιάνα με τα λόγια που παραδέχονται, ούτε κι ο μαθηματικός με την κουτσουρεμένη άρθρωση, μουτζούρα έξυπνη στο φετινό μας σινεμά. Ήρθε την ώρα που δε συνέβαινε τίποτα, η καθηγήτρια, ξανθιά με μπούκλες την θυμάμαι, κάποτε μες στη ραστώνη της αχανούς παρατήρησης που βυθίστηκα, τσίριξε, εκπαραθυρώθηκε σκυφτή επάνω στην έδρα, οι συμμαθητές τσιρίζουνε, κάνουν όπως εκείνη, μάλλον έτσι είναι το σωστό, την μιμούνται, μα αν θέλουν κιόλας το παραπιστεύουν το θέατρο που καλούνται να παίξουν, καθρεφτάκια μαγικά της αλήθειας. Χάθηκε να ‘χα μια μαϊμού; Στον ώμο, να ισορροπεί στο δισάκι μου, κατάλαβες, να κρέμεται από το κοντάρι που κρατώ, καθώς πηγαίνω στην ζωή μου, δευτέρα, κατά τις 10 η ώρα. Σκύβω και τώρα και συνδυάζω  το πανικόβλητο παραλήρημα  με τη μισάνοιχτη τσάντα μου, που μυρίζει λάπατα και τραχανά, το ταγάρι μου παραμελημένο χάσκει τα χείλια του στο πάτωμα, μια κατηφόρα και βγήκε έξω, που πήγε, τρέχω στα μάτια τους να δω πού κοιτάζουνε, γνωρίζω την προέλευση της αιτίας, αλλά δεν ξέρω πού είναι αυτήν την ώρα, εύχομαι μόνο να δω πού είναι κι αν υπάρχει πιθανότητα να φύγει από εδώ μέσα γρήγορα, πριν καταλάβει κανένας από πού ξεφύτρωσε και μου φορτώσουν τη μισή ποινή. Την άλλη μισή η κατσαρίδα, που ουδέποτε άλλοτε δεν μπόρεσα να την αγαπήσω τόσο, τώρα που περνάει ξυστά από το πρώτο θρανίο, γωνία 60 μοιρών με το σκαλοπάτι της έδρας.

Ο λάρυγγας εκείνης που ποτέ δε μου θύμισε τίποτα, εκτός από όλα αυτά, είχε παραδοθεί αυτούσιος στο τρέμουλο, ένα άγαλμα με τεντωμένο το πρόσωπο, με πιάνει ξάφνου μια αγωνία για την κατσαρίδα μου, ήταν εκεί, σ’ ένα βήμα σημειωτόν, να ανέβει πάνω ή να κάνει αριστερά προς την πόρτα; Η καθηγήτρια στο μεταίχμιο της απόφασης του λαθραίου επισκέπτη, ίσα που τολμάει ν’ ανοίξει τα μάτια, να δει έστω την κατάληξη του γεγονότος, πριν καταλυθεί η στιγμή. Η άνω στιγμή. Εκείνη που μπαίνει υπό του κειμένου και σταματάει τον χρόνο, η χαρά της ανακάλυψης μιας ανθρώπινης αποτύπωσης, λέω από μέσα μου φύγε γρήγορα από δω μέσα, να τελειώσει αυτό το μαρτύριο, ντρέπομαι κιόλας και συμφωνώ και μαζί τους, δίκιο δεν έχουν που τρομάζουνε τόσο με μια κατσαρίδα που τρέχει και ψάχνει ιλιγγιωδώς την διέξοδο; Τώρα μια μουσική, έτσι όπως ουρλιάζουνε στη μέση του μαθήματος, ο Τζουφά κι ο Σεβάχ, σκοντάφτουν καθώς τους κυνηγούν, ένα μπερδεμένο γαϊτάνι οι φωνές, μου ‘ρχεται να της πω «τι θες εδώ, μωρε», μα λίγο χώμα ήθελε και κάπως έτσι τα ‘φεραν τα βήματα και ζούμε το γοτθικό ταγκό με τον υπόνομο να σηματοδοτείται στην περαστική κατσαρίδα της γειτονιάς, που βρέθηκε στα ξαφνικά στο δάπεδο της Ιστορίας.  Ό,τι πιο σιχαμερό θα μπορούσαμε να γίνουμε, βρίσκεται εκεί, στη μαύρη τρεχάμενη κουκκίδα, στα δυτικά του μωσαϊκού.  Στη ράχη ενός εντόμου, που ακόμη δεν έλεγε να εξαφανιστεί, να δώσει την θέση του στην πρέπουσα τάξη. Σαν άγαλμα που έκλαιγε εκείνη, με τα ανθρώπινά της αναφιλητά και την ακινητοποίηση που την έκανε να πετρώνει επάνω στην έδρα, ο εαυτός της αλμυρός σαν αλάτι κοιτούσε εκείνη τη φορά, που τίποτε δεν συνέβη κι όλα ήταν ψέμματα, κι ήταν μια καθηγήτρια που κανείς δεν την θυμότανε, απούσα από τούτη τη σκηνή.

Όχι, δεν ανέβηκε στην έδρα, τι να κάνει άλλωστε εκεί, λίγο χώμα σαν αυτό που έχει η αυλή μου, δεν θέλει καν να είναι εκεί κι εγώ το ξέρω, την καταλαβαίνω που δυσαρεστείται  όσο ο Θοδωρής προσπαθεί να την πετύχει με τη βαρειά του σόλα. Έκανε κατα ‘κει και δεν θυμάμαι παραπέρα.

Ήταν που βρήκα μια παρένθεση να κοντοστέκομαι, να φτιάξω λίγο το κέντρο της φωτογραφίας.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. και μια κινηματογραφικη σεκανς


  2. Το ξέρω πως αγαπάτε πολύ τις φωτογραφίες, mondouble. Ειδικά αυτές που ποτέ τους δεν πρόλαβε να τις ρουφήξει το διαφραγμα της ματιάς



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: