h1

Νυχτοβασία

Νοέμβριος 3, 2009

Μου είπαν πως μια νύχτα χώρισα τα μαξιλάρια ενός βασιλιά και του είπα «αυτά δικά σου, αυτά του αδερφού μου». Κάποιος ήρθε εντωμεταξύ, να βοηθήσει στην επίλυση του ζητήματος, μόλις είχα βγει από ένα όνειρο, στο οποίο απαιτούσα την ίση κατανομή του ύπνου, τα ίδια δικαιώματα στην ανάπαυλα του κόσμου. Ξυπνούσα από το παραμιλητό μιας δικής μου διαδήλωσης και διεκδικούσα την αμοιβή του ζωντανού: να απλωθεί το μαύρο στερέωμα πίσω από τα βλέφαρα, να γίνουν τα λόγια ζωή, καθώς ξαναρχίζουν οι ρόδες να τσουλάνε στην πολιτεία πίσω από το κούτελο. Μια λεωφόρος ανάμεσα στα μάτια εκείνου που ζει μια ζωή εδώ, μια ζωή εκεί, ένα σπίτι για τη μάνα μου, ένα σπίτι για την αγάπη μου, ένα πεζοδρόμιο για τον έρωτα, που περιμένει κάτω από το φροντιστήριο ή μέσα στο πρώτο σου αυτοκίνητο ή στο κατώφλι μιας παλιάς κλωστής, θεία που ήταν ό,τι είμαι, στη μορφή της το μέλλον μου ονειρεύομαι. Μπορώ να κοιμηθώ σε αυτό της το δωμάτιο, με τα σκουρόχρωμα συνολάκια κρεμασμένα μεθοδικά, πλάι στις φούστες που μυρίζουν αχρησία και ιστορική συνέπεια. Μέσα από την ντουλάπα βγαίνουν οι αφηγήσεις για την κάθε ραφή, όλα αυτά που άκουσαν οι γιακάδες, όλα αυτά που κρύφτηκαν στο πέτο.

Μια πλατεία το στέρνο του ανθρώπου. Τώρα που υφαίνεται το κέντημα απ’ την ανάποδη, οι χτύποι της καρδιάς θεσπίζουν μια αναγκαία χρονική ροή, απαραίτητη για την επιβίωση σε αυτόν τον τόπο. Μόλις τώρα, χρειάστηκε να απωθήσω με κλωτσιές και μπουνιές έναν διαρρήκτη, μου είπαν πως κοιμόμουν, αλλά εγώ διέφυγα με ένα παραπέντε κι ας είχα προσευχηθεί να πετάξω δίχως φτερά. Απέδρασα και πέρασα τα σύνορα.

Στο μαξιλάρι που θεσμοθέτησα τον ύπνο μου, μια μικρή Ασία κατοικοεδρεύει και μου ζητάει, κάθε φορά, το ίδιο διαβατήριο, την ίδια φωτογραφία μου, την ώρα που κοιμήθηκα και πότε σκοπεύω να ξυπνήσω. Κάθε φορά της απαντώ «δεν ξέρω» και βάζει μια σφραγίδα επάνω στις βλεφαρίδες μου. Για όσο είμαι εκεί, απαρνούμαι τις ιστορίες του ματιού και προσδοκώ έναν βίο που θα λησμονηθεί δια ζώσης, μου είπαν πως έλεγα κάτι ακαταλαβίστικα, μα κοιμόμουν, απάντησα. Μόνο τότε ξέρω σανσκριτικά.

Μια συνοικία με σπίτια ρηχά, μονόπατα και μικρά, το πρόσωπο του κοιμισμένου. Ίσα που να δρασκελάς και ν’ ανεβαίνεις στις ταράτσες τους, να φωνάζεις μέσα από κεί όλα σου τα συνθήματα, κάτω από το μάγουλο οδύρεσαι ή ειδοποιείς τους συγχωριανούς, βαράς τις καμπάνες του προφήτη κι αντιλαλείς ως τους πόρους του δέρματος, κάτω απ’ την ανάσα του κοιμώμενου πλάσματος μια ζωή που καταδιώκεται και βροντοχτυπά, εφευρίσκεται από στιγμή σε στιγμή, μια βάρκα που πλέει ανάποδα τα ρουθούνια, δυο σπηλιές και δυο ζώα που κάνουνε έρωτα. Άκου τον πυροβολισμό του πάθους, όσο μαίνονται οι οδομαχίες στους κροτάφους. Πίσω απ’ τα δόντια τα χαρακώματα, στο κάτω χείλος ένα δωμάτιο φτιαγμένο για την προσμονή. Επάνω στο πηγούνι μια μισοτελειωμένη μακέτα, «Η αυλή των ονείρων εις την Καισαριανή» ή κάπως έτσι λέγεται το έργο της αποψινής επιθεώρησης, δεν προλαβαίνουμε τώρα να το παίξουμε, το ζήσαμε άλλωστε και τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: