h1

Αποβάθρα τώρα

Νοέμβριος 20, 2009

Περιμένουμε να φύγουμε. Ο καθένας με την βαλίτσα του κι όμως άγνωστοι μεταξύ μας. Θα ‘πρεπε να υπάρχει ένας τρόπος, ώστε οι αποσκευές να έχουν όνομα και το περιεχόμενό τους, ορατό σ’ εκείνον που τo κουβαλά, κρεμασμένο στα σκουλαρίκια της κοπέλας όσο σέρνει τα ροδάκια κι είναι βέβαιο πως πάει στα υπεραστικά της Λιοσίων. Έτσι κι ο κύριος που περνά, αφήνει να εννοηθεί πως κρατά κάποια συμπεράσματα κάτω από την μασχάλη, ο ιδρώτας της βίωσης τον μαρτυράει, καθώς μόλις βούτηξε από τον κάδο των αχρήστων ένα μάτσο παλιά γράμματα. Απευθύνονται σ’ εκείνον που τα πέταξε, αλλά δεν διαφεύγουν από τούτη την αποβάθρα, επιμένω να τρυπάω τις εκφράσεις των άλλων, λίγο κάτω από την επιφάνεια, όσο η κρούστα φουσκώνει απ’ τον ατμό, όλες οι ανάσες που δεν προλάβανε, κάτω από τα πρόσωπα. Αποκτώ διαμιάς έναν κόσμο, όπου όλοι γνωρίζουμε αρκετά ώστε να απουσιάζουμε, σέβεσαι τα τιμαλφή, δεν τα κλέβεις, τα μπαγκάζια έχουνε μιλιά κι ορκίζονται, πως είναι αλήθεια τούτη η διαδρομή, έχει μάρτυρες πολλούς η ιστορία. Κατά κάποιον τρόπο, είμαι παρούσα, έτσι μου λένε, καθώς καταφτάνει στον τερματικό η φουρνιά των ανθρώπων, από εδώ προς τα εκεί, όσοι πρόλαβαν και να χωθούν μέσα στο επόμενο λεπτό της αναμονής μας. Εμείς, είμαστε απέναντι και περιμένουμε, να κάνουμε στα γρήγορα ένα ταξίδι στο μέρος απ’ όπου ήρθαν, να εξιχνιάσουμε τους λεκέδες, τα ακουμπισμένα βλέμματα, τις έγνοιες που αγνοήθηκαν, τα τυπικά που τηρήθηκαν, κάθε πειστήριο πως, όντως, πέρασαν, κάθε αντωνυμία που ειπώθηκε, στον δρόμο εκείνο που θα τον πάμε ανάποδα.

Φτάνουν τεθλιμμένοι, οι απέναντι, το μετρό τους ξέβρασε κατηφείς, τελείωσε το ραχάτι που σ’ έχωσε στο κάθισμα κι είχες την τύχη να συναντηθείς μ’ ένα καινούργιο άρωμα και μ’ ένα παλιό, που σου θυμίζει τι δεν πρόκειται ποτέ ή τι στο καλό συμβαίνει με σένανε, φτάνεις στον τερματικό κι οφείλεις την αποβίβαση, τόσο οικτρή και τόσο πολλά υποσχόμενη για τα επόμενα, τα αφού πατήσεις το πόδι σου στο οδόστρωμα και πρέπει να βιαστείς. Λοιπόν; Κάποιοι απ’ αυτούς, πιο άτυχοι και πιο τυχεροί, ξεχάσαν να κατέβουν εκεί που έπρεπε, έρχονται να μας βρουν, μπαιλντισμένοι μα και παρηγορημένοι από την μαγεία του βαγονιού, ένας φίλος μου βλέπει το μικρό αγόρι που δέεται, με τα μάτια του δίνες ρουφάει την αμαξοστοιχία που καταφτάνει, τα φώτα της, αχ τα μάτια της τον κοιμίζουνε σε όνειρο περιπέτειας, πόσο περισσεύει τώρα ο φακός. Εμείς χειρονομούμε χαμογελώντας, στους απέναντι, που φεύγουν και μας παραδίδουν το ίδιο βαγόνι που μπήκανε κι εκείνοι. Ναι, όσο να πεις «εικοσιένα»*, το σκουλήκι ή το ολόλαμπρο φίδι πήγε και γύρισε, κιόλας μας άνοιξε την δυνατότητα μιας κάποιας κατεύθυνσης, αλλά οφείλεις μια επιβίβαση κι εσύ.

Και προσοχή στις αποσκευές: Αν τις ξεχάσεις πουθενά, μπορεί να θεωρηθούν ως βόμβες. Να τις σέβεσαι πιο πολύ, είναι τα πειστήρια της διερχόμενης ζωής, κιβωτοί που περπατούν μπροστά μας τώρα.

Άραγε, να ‘χανε μιλιά ή, καλύτερα, ποτέ να μην υπήρχαν; Ποιος ξέρει. Η μάνα μου έλεγε να μην σπαταλάω τον χρόνο μου και την άκουσα. Από τότε όλο και ονειρεύομαι κι άλλο τόσο αναρωτιέμαι κι όλο πρέπει να βγάζω κόλλα και χαρτί στον ίδιο τον εαυτό μου καθηγητής, ηγούμενη της παρουσίας μου κι όσο να πεις ταβανοπαγκόταβλα** η οδηγός φαίνεται καθιστή μέσα στο κουβούκλιο, στο δικό της κουτί κι έχει ένα κουμπί για να μας ανοίξει τις πόρτες κι άμα δεν ανοίξουν πώς εμείς θα μπούμε, πώς θα πάμε εκεί που θέλουμε, λες και παίζει το μικρό παιχνίδι της εποχής που διάλεξε κι αναρωτιέμαι, μιας και δεν θέλω να χαραμίζω τον χρόνο μου, σκέφτομαι, άραγε να ‘θελε ένα τσιγάρο πριν την αφετηρία της, μια γουλιά καφέ λες να πρόλαβε ή σιχτιρίζει την ώρα και την στιγμή, που το άλλο σκουλήκι έφτασε γρηγορότερα και ξέρασε άλλους θλιβερούς και θλιμμένους, πρέπει να του αδειάσω την γωνιά και πώς αλλιώς θα συνεχίσουμε να γυρίζουμε όλοι γύρω – γύρω;

Μα, ωστόσο, μπήκα. Ήταν ήσυχα, ως να πεις Πανεπιστήμιο έφτασες εδώ.

* Από το βιβλίο «Η Μυρτώ και ο λήσταρχος Καραμπούμ», Ντιμίτερ Ινκιόφ, Εκδόσεις Πατάκη, 1984, σελ. 38, κεφ. Η κούκλα μαθαίνει πόσο κρατάει μια βδομάδα. (Η Μυρτώ, είναι μια πολύ ακριβή κούκλα, που έχει παράπονο μεγάλο, να ‘ρθει η μέρα που κάποιος θα την αγοράσει, ένα κοριτσάκι, που θα γίνει η μαμά της. Με τα πολλά, ας τα διαβάσετε, συναντά την Ανίτα, που της υπόσχεται πως θα κάνει οικονομίες και θα πηγαίνει κάθε εβδομάδα να την βλέπει, ώσπου να μαζέψει τα λεφτά, περίπου στα Χριστούγεννα. Της έδωσε το όνομα Μυρτώ και με το που έφυγε, η κούκλα μες στην τρελή χαρά πανηγυρίζει, αλλά κι αυτομάτως αγχώνεται, θέλει να μάθει πόσο κρατάει μία εβδομάδα. Έχει έναν καλό φίλο εκεί, τον ληστή Καραμπούμ, η Ανίτα, έχει ήδη υποσχεθεί, πως θα τον αγοράσει κι εκείνον μαζί, για να μείνουν παρέα. Τώρα, πως τα κανόνισαν όλα αυτα; Θα τα μάθετε, ελπίζω και θα τα διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι. Πάντως, τώρα που η Μυρτώ θέλει να μάθει πόσο κρατάει μια εβδομάδα, ο φίλος της ο Καραμπούμ, προτείνει να ρωτήσουν τον κούκο του ρολογιού και ιδού τι τους είπε):

» – Κουτή ερώτηση. Μια βδομάδα, κούκλα μου,  κρατάει μια βδομάδα. Ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο. Δηλαδή, εφτά μέρες. Από Δευτέρα ως την Κυριακή. Η κάθε μέρα έχει είκοσι τέσσερις ώρες. Η κάθε ώρα κρατάει εξήντα λεπτά και το κάθε λεπτό έχει εξήντα δευτερόλεπτα. Κατάλαβες τώρα;

-Όχι! είπαν η κούκλα κι ο ληστής μαζί.

-Τότε θα σας το ξαναεξηγήσω από την αρχή. Ξέρετε πόσο κρατάει ένα δευτερόλεπτο;

Όχι!

-Τότε πείτε είκοσι ένα.

-Είκοσι ένα.

-Ώσπου να το πείτε το είκοσι ένα, πέρασε ένα δευτερόλεπτο. Ένα λεπτό έχει εξήντα δευτερόλεπτα. Μια ώρα έχει εξήντα λεπτά. Ένα μερόνυχτο έχει είκοσι τέσσερις ώρες. Μια βδομάδα έχει εφτά μερόνυχτα. Το καταλάβατε τώρα;

-Όχι!

-Καλύτερα δεν μπορώ να σας το εξηγήσω. Ο κούκος ήταν όλο νεύρα. Πρέπει να μετρήσετε ως το εξήντα.

-Και τότε θα έχει περάσει μια βδομάδα;

-Όχι, θα χει περάσει ένα λεπτό. Όταν μετρήσετε εξήντα φορές ως το εξήντα, τότε θα ‘χει περάσει μια ώρα. Αν αυτό το επαναλάβετε είκοσι τέσσερις φορές, θα χει περάσει ένα μερόνυχτο. Κι όταν όλα αυτά που είπαμε τα επαναλάβετε εφτά φορές, τότε θα ‘χει περάσει μια βδομάδα. Το καταλάβατε τώρα;

-Όχι!

-Αμάν πια! απελπίστηκε ο κούκος. Εγώ βγαίνω κάθε ώρα και λέω τι ώρα είναι κι εσείς δεν έχετε ιδέα τι είναι χρόνος. Γιατί, λοιπόν, κουράζομαι;»

**Γλωσσοδέτης: Τάβλα καλή ταβανοπαγκόταβλα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: