h1

Παραμένοντας με τον Godot

Δεκέμβριος 13, 2009

Ελπίζω, κάποτε να καταλάβεις πως δεν ξαναχειρονόμησε εκείνο το παραλυμένο χέρι, στο υπόγειο ενός απροσδιόριστου αστικού κέντρου και βάλε.

Έμεινα να πίνω Hennessy, στη θεωρία τουλάχιστον, διότι στην πράξη έχω μείνει στην ίδια στάση. Να κοιτώ εσένα, το άλλο, το είδωλο που μου χορεύει και με πιστεύει απόλυτα, είμαι εγώ χωρίς να το αντιλαμβάνομαι πως με βλέπω να φεύγεις, παρά λες πριν φύγεις «μόνο εγώ μπορώ να παραλύσω έτσι, να όπως εσύ, ολοζώντανος και το χέρι μου νεκρό, κοίτα πώς κρέμεται», με κοιτώ κι είσαι εσύ, πώς να το κάνω πιο κατανοητό, έτσι είναι, πώς αλλιώς να είναι, με κοιτούν. Ο μπάρμαν πάλι, ο θαμώνας που ξεχάστηκε κι αυτός μεσημεριάτικα, δεν καπνίζω, αναπνέω τον χώρο, το γύρω μου. Κι έχει γεύση σαν αυτή που μοιραστήκαμε, μια γλώσσα κοινή, που κρέμεται από το υποθετικό μας το καπέλο. Είπες γεια και δε χειροδίκησα, τίποτα, ούτε μια παλάμη δεν φίλησα ξανά, έμεινα μετέωρη σ’ εκείνο το καθρέφτισμα και στο δώρο να βρεθώ απέναντι κι είναι τόσο μεσημέρι, δεν έχει νύχτα να μας θολώσει την κίνηση, δεν έχει ούτε ένα στέκι για τη σκιά. Είμαι ολοζώντανη κι όμως το χέρι, που μου το ζήτησες σαν να ‘ναι δικό σου, περπατάει μονάχο του, σαν το Αραπάκι του Πάπου και ξοπίσω εγώ.

Κοίτα τι μου θύμισες: Φεύγεις σαν εκείνον. Στ’ αριστερά σου η πόλη. Στα δεξιά σου η θάλασσα. Είσαι σεβάσμιος και πιστός στη βόλτα σου, στην τσέπη μόνο ρεβύθια ξερά, στραγάλια και καραμέλες, να μην ξεχνιέται η γεύση. Μαζί και τα σκυλιά, χωρίς λουριά. Στο μονοπάτι του Δέλτα* πηγαίνετε ένας- ένας, εσύ, εγώ, η Τσίτα και το Αραπάκι κι είμαστε σιωπηλοί σε τούτη την παρέλαση, δεν έχει περιθώριο για κάποια συνεννόηση, χωράμε ίσα-ίσα. Λοιπόν, κατηφορίζουμε για την πόλη κι έχει η γειτονιά αυτή ένα δικό της ηχόχρωμα, κάπου-κάπου ένα πικάπ, της νοικοκυράς που ορέγεται σήμερα, της θυρωρού που πλέκει το ραδιόφωνο, η πίκρα στα σεντόνια που απλώνονται κι εκτίθενται, πότε-πότε ματωμένα. Ίσαμε πενήντα χρόνια πίσω η εικόνα σου, πριν γεννηθώ. Στου παλιού ταξιδιώτη την φιγούρα βαθαίνεις και σωπαίνεις κι αποχωρείς και το χέρι μου, Αραπάκι τρελό, σ’ ακολουθεί, είμαστε θρίλερ μιας στοργής, μιας αγάπης που φλόγεψε, λικνίστικε μπροστά στα μάτια μας, οι αθεόφοβοι, οι ανύπαρκτοι, οι ατελείς, εξόχως λησμονημένοι.

Μια μνήμη αδιαπέραστη παρακινεί τα δάχτυλα να προστρέξουν, να μην σε χάσουν τώρα που θα στρίψεις στη γωνία, το κονιάκ παγώνει στο ορφανό του ποτήρι, δεν το πίνω, δεν το ακουμπώ, δεν με ενδιαφέρει και τόσο. Σ’ ακολουθώ και τρέμω μην τρομάξει ο κόσμος, στέκω στον καναπέ σαν να ‘μαι στην ετοιμότητα μιας απάντησης, μα το χέρι μου εκεί, ξαπλωμένο στην κόχη του κορμιού μου, στην θαλπωρή του οικείου, μένω στο σπίτι κι όταν έρθει το βράδυ το μπαρ θα ζεσταθεί από τις παρουσίες, την πραγματικότητα, τους τολμηρούς με τα χρώματα, τις ναζιάρες με τα αρώματα, τα μεθυσμένα γέλια, τα καμάκια που αλλάξανε πλευρό, την πόρτα της τουαλέτας, που αναβοσβήνει κι ανοιγοκλείνει από μέσα ένα άσπρο φως, να βλέπουμε τι κάνουμε εδώ ή τι δεν κάνουμε, να ξέρουμε κι είναι λίγο θλιβερή η αναλαμπή που έρχεται από εκείνη την πόρτα. Ωστόσο, ο κόσμος θα περνάει καλά και σχεδόν με αγνοεί, που είμαι στην ίδια θέση. Οι βάρδιες αλλάζουν, το χάραμα έρχεται κι εσύ ξεπορτίζεις για το σήμερα κι έχω μπλέξει με κάτι καμώματα της ψυχής, χύνω μελάνι με τον ήχο της κλειδαριάς να σφαλίζει το υπόγειο, μπαίνει και λίγο φως απ’ έξω. Είμαι ακόμη εκεί, τα πράγματά μου εκεί, η τσάντα μου τόσο άθικτη, το παλτό, το τασάκι μου, το πικρό κρασί που απέμεινε, κι αυτό εκεί, άσπρο πάτο, λοιπόν.

Μπορώ τώρα να χειροκροτήσω ελεύθερα κι ακόμη δεν έφυγες, είσαι εδώ και με είδες που σηκώθηκα να πάω κι εγώ στα ενδότερα. Εισχώρησα μέσα στο άσπρο το φως και κάτι είπα, κάτι έκανα, με τόση θέαση δεν μπορείς να καταλάβεις και πολλά τελικά. Κάπως έπεσε το νερό στο μέτωπο, κάποιο κοίταγμα που με βρήκε πάλι απέναντι, υποτίθεται πως φρεσκαρίστηκα, πως διορθώθηκα και βγαίνω με το χαμόγελο της συνύπαρξης, που ξέρω λίγο να το περιορίσω στα ευγενικά πλαίσια της κατανόησης και να μην παρεξηγηθώ. Προσπερνάω τις πλάτες που σκύβουν για να μιλήσουν στο αυτί του διπλανού, τους αγκώνες που εξέχουν σαν κλαδιά στο στενό και υπόγειο διάδρομο, προγραμματικές δηλώσεις ζευγαριών ακούγονται, ένα δάσος άνθρωποι κι εδώ το ξέφωτο θέατρο. Λοιπόν, αν κανείς άλλος μπόρεσε να γίνει αόρατος σαν κι εσένα κι εμένανε, μάλλον με είδε. Σε κοιτούσα να με περιμένεις όσο έρχομαι να σε ξαναβρώ, παραμονές κι ανήμερα του ίδιου παρόντος.

*Δέλτα: γειτονιά της Χαλκίδας, στο βορειοανατολικό μέτωπο της πόλης προς την θάλασσα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: