h1

Παράπλευρη απώλεια

Ιανουαρίου 13, 2010

Θέλω να γράψω, αλλά να μη φανεί ότι γράφω κι αν «φανεί μέσ’ απ’ το πέλαγο πανί«*, να κάνω ένα παραπέτασμα, με τα μαλλιά,

με το οπισθόφυλλο,

μη δει η διπλανή,

ούτ’ η Ασπασία,

ούτε και η Αντωνία.

Ούτε καν η Έφη1,

με τίποτα και η Φαλιά,

ούτε και ο Μήτσος.

Το μαύρο μου μπουφάν του το χάρισα, τσιγάρα τον κέρναγα, την ώρα όμως που έγραφα, (ακόμη κι όταν ξεπατίκωνα το γαλλικό διαφωτισμό), ό,τι κι αν το σκάλιζα δεν ήθελα κανένας να το δει, ωσότου βάλω μια τελεία. Δεν είχαν νόημα τα αποκαλυπτήρια, μιας κι ακόμη δεν είχε ολοκληρωθεί το όραμα της απομνημόνευσης. Ούτε κι όταν η έμπνευση με έκανε μικρή κι ανύπαρκτη, ούτε και τότε θέλησα να εκτεθώ στο βλέμμα, που εγώ θεωρώ παρείσακτο εκείνη τη στιγμή. Όχι ενοχλητικό, αλλά περιττό.

Αντιθέτως, αν ζωγράφιζα, θα ‘θελα πολύ μια παρέα, να μιλώ και να γελώ, όσο γεμίζω τα κενά των σχεδίων. Παρέα σε μια αναγκαστική αναμονή, καθώς το αποτέλεσμα προδιαγράφεται κι εσύ είσαι περίπου το εργαλείο που διεκπεραιώνει την εφαρμογή, την δική σου εφαρμογή βεβαίως. Ωστόσο, τα γράμματα έχουν μια αποτελεσματικότερη συνοπτικότητα, ειδικότερα δε, όταν τα βάζεις με ενδιαφέροντα τρόπο δίπλα – δίπλα. Οπότε, το αποτέλεσμα, η βίωση της πειραματικής εφαρμογής συμβαίνει να γίνεται, παρά να εικονοποιείται σε κάποιο σαφές αντικείμενο, έτσι ώστε να πει κανείς, ότι μπορεί να συναντηθεί με τον συγγραφέα ενόσω εργάζεται και γράφει μια αράδα. Κατ’ ουσίαν, ο λόγος βιώνεται και γι’ αυτό η δυναμική του δύσκολα χάνει την πρωτοκαθεδρία της, αλλά να μην ξεχνάμε πως βιώνεται περισσότερο από τον ίδιο που την εκφέρει, παρά από τους δέκτες που τον ακούν ή τον βλέπουν ή τον διαβάζουν και ούτω καθεξής, μην έχουμε αυταπάτες. Επομένως, το κείμενο είναι ο συγγραφέας του, αφού σταματήσει να το γράφει. Μα κι εκείνη η τελεία που κάποτε θα βάλει, είναι δύσκολο να σηκώσει την αυλαία, διότι σπάνια ακουμπήθηκε με απόλυτη τη συναίνεση του συγγραφέα, είναι αναγκαίο πολλές φορές να εφευρεθεί, η τελεία μπαίνει εκεί που σταματούν τα λόγια που πρόλαβες να πεις. Ίσα – ίσα για να πλαισιωθεί το κείμενο με τις στοιχειώδεις του διαστάσεις. Για να λέμε την αλήθεια, λοιπόν, το κείμενο είναι τόπος συγκεκριμένης θέσης και με την τοπική του χλωρίδα, την εδώδιμη ατμόσφαιρα, το δικό του τρένο για τις διαδρομές. Την ώρα που γράφεις εσύ μες στην παρένθεση, στήνεις τον κήπο που θα ‘ρθει ο κόσμος να τον δεχθείς, ετοιμάζεις έναν χώρο για μια συνάντηση, το σκηνικό για την παράσταση, πριν ανάψουν οι προβολείς. Και δεν είναι ότι δεν καταδέχεσαι την άλλη ματιά, είναι που εσύ ξέρεις καλύτερα τα κατατόπια των παραγράφων αυτής της ιστορίας, τις αρχιτεκτονικές δομές των κομμάτων. Θέλει μια σιωπή και να μην σκοντάψει κανένας, δίχως μπούσουλα και στα σκοτεινά, επάνω στις κουίντες. Δεν πρέπει να χαλάσει η ψευδαίσθηση των θεατών που περιμένουν απ’ έξω από το εγώ. Την ώρα που γράφεις, συνυπάρχεις με τους γύρω και, παράλληλα, ενυπάρχεις σε αυτό που κατασκευάζεις και λέξη – λέξη εκστομίζεται. Αποστέλλεται η διαταγή στο νεύρο, που με τη σειρά του θα πει: πιάσε το μολύβι κατ’ αυτόν τον τρόπο ή κατ’ εαυτόν τον τρόπο.

Θέλει μια σιωπή, ώστε να γίνει ακουστό το προτελευταίο κουδούνι, να σωπάσουν οι ανάσες, να σιγήσουν οι ψίθυροι κι οι τελευταίες συνεννοήσεις, να σβήσουν τα κινητά, να πάψουν τα φώτα της πλατείας, όσο τα φύλλα εμφανίζονται ένα -ένα μπροστά, εκεί που φέγγει το φωσάκι**. Εκεί που πέφτει το βλέμμα και μια ψυχή στη σκηνή σου λικνίζεται. Έτσι ακριβώς, λικνίζεται. Δεν χορεύει, δεν έχει ρυθμό, σα να ριγάει περισσότερο και δεν δακρύζει. Μονάχα βουρκώνει, ελαφρώς υγραίνεται, υπάρχει μια ψυχραιμία στην ίδια, αλλά όχι σε αυτά που θα πει. Κι αυτά που λέει, όσα λέει ή όσα πρόλαβες ν’ ακούσεις την ώρα εκείνη, είναι αυτά που εσύ μπόρεσες και είδες. Ουσιαστικά, είσαι εδώ φιλοξενούμενος κι αφήνεσαι στο όνειρο με την καθοδήγηση ενός άλλου***, αλλά και πάλι, εσύ ονειρεύεσαι και πάλι μπερδεύεσαι, είμαι εγώ ή εσύ ή ο άλλος ή το όλο; Είμαι το τίποτα ή το παντού ή ο καθένας; Είμαι ο ένας ή εγώ όταν δεν είμαι; Ο ξένος τόπος, μάλλον σε προσδιορίζει άμα τη επιλογή του από σένα, ο τόπος του κειμένου είναι μια ολοφάνερη διαπίστωση του ανήκειν ανενδοίαστα, η προσταγή μιας ακολουθίας προτάσεων υποτακτικών και δευτερευουσών, μια γεωμετρική ανάλυση των σκέψεων, μια ανεφάρμοστη άλγεβρα με το μοιρογνωμόνιο λοξό, στην κόγχη του ματιού ορίζεται η άτοπη γωνία.

Ναι, κανένας στα κιτάπια μου όσο τα θεωρώ. Κι υπήρξα στο βλέμμα του διπλανού τόσο σνομπ και σπασικλάκι, ώσπου να ηχήσει το stop του εξεταστή, τι να προλάβει να δει κι ο πλαϊνός συμμαθητής, αγχωμένος, κουμπούρας και συμπαθέστατος. Είχα μόλις λουστεί με το μελάνι που ανασύρθηκε, πώς να του πω, πως δεν επρόκειτο καθόλου για αδιαφορία ως προς τον βαθμό που θα πάρει, η άδεια του σελίδα μου φαίνεται σαν ένα κομψοτέχνημα. Πώς να του πω, πως για μένα έγραψε άριστα, εγώ που τέλεσα με ακρίβεια πολλή την αποστήθιση του εαυτού μου; Εγώ που έκλεβα από το ίδιο μου το μυαλό την απάντηση, πως είναι δυνατόν να ξέρω κάτι παραπάνω από τον ίδιο για το μάθημα, που υποχρεωθήκαμε να διδαχτούμε;

Δυο αράδες, η λεία του.

Μια ξορκισμένη τελεία κάπου στα μισά. Ένα όνομα, το τμήμα του, το θέμα της ερώτησης κι η αγωνία του. Η κραυγή της ψυχής, που θα δικαστεί με τον νόμο της άγραφης σελίδας: λευκό ίσον τίποτα.

Λευκό ίσον αξιόποινη μομφή, μαθητής που δεν ντράπηκε και βρέθηκε απροετοίμαστος, σε σχέση με έναν μέσο μαθητή, της ηλικίας του έστω. Απαράδεκτος, λεπτός και μηδενικός, ιταμός. Ναι. έτσι μας εννοεί η καθηγήτρια και το κόκκινο στιλό που βαθμολογεί, έτσι αδέκαστο. Δε βρίσκει χαμόγελο, όπως και τότε, σαράντα χρόνια πριν, που είπε ο Διαμαντής το περιβόητο «Κυρά δασκάλα, δε με διάβασε το μάθημα η Φωτεινίτσα μας, άμα μου το μαθ’ θαν’ έρθω να στο πω». Δεν λυγάει το σφυρί του δικαστή, τέτοια μαύρη και τόσο κωμική μας ώρα. Δίνει χαστούκια, βαράει με χάρακα. Μετράει με εκατοστά τις γραμμές των απαντήσεων, απαριθμεί μονάχα τους χαρακτήρες και τα νοήματα εξαλείφονται στη ζωή που ποιεί κι ας τιμωρείται.

Με το κουδούνι να χτυπά, σηκώνω τα μαλλιά μου, αχρείαστα πλέον, μπορεί να δει ο Μητσάκος ό,τι θέλει, μπορώ να προλάβω να τονε βοηθήσω μες στο σαματά. Αλλά, σάμπως του το λέω;

Σχεδόν με μισεί ο διπλανός μου τώρα δα, μα δεν φαντάζεται πού έμπλεξα όσο με παρακάλαγε: είναι αναντικατάστατος ο ειρμός και του σκλαβώνομαι. Μάλλον με συγχωρεί, καθώς χώνει τα μάγκικα χέρια του στο δικό του μαύρο μπουφάν, που του το χάρισα πριν ή μετά. Κι εγώ δεν έχω τσέπες στο παλτό που μου απέμεινε, δεν έχω πού να κρύψω τα τσιγάρα. Τα κρατώ στο χέρι και βγαίνω στο προαύλιο με τον κίνδυνο της τιμωρίας, τα φύλλα που τα ήθελα αόρατα φανερώνται, ανερυθρίαστα ξεφωνίζουν μες στου καπνού τα δαχτυλίδια. Ισχνή αποτυπώθηκε η τελεία στο τελευταίο φύσημα του κρυφού μου Prince, ευτυχώς δεν με κατάλαβαν κι έμεινε μόνο μια στάλα στο απολυτήριο, το στίγμα της εφηβικής ζωής στο πλάι του βαθμού.

Κάναμε στο τέλος και μια γιορτή αποφοίτησης λίγο αδιάφορη κι ανέραστη. Κανείς δεν διάβασε Καβάφη, κανείς να μας ξεπροβοδίσει ποιητικώ τω τρόπω. Κανείς δεν ασχολήθηκε με το τέλος της εποχής, μητ’ ένα λουλούδι στο εξαφανισθέν μας πέτο.

Φεύγουμε λίγο μετά τα αποκαλυπτήρια της πρωθύστερης ενηλικίωσης, με τη γεύση της εξόδου στο στόμα.

Λίγο πιο ‘κει από την ύστατη κουκκίδα, ξεβλασταρώνουν τα μάτια της σποράς, χώμα της μεγάλης κοινωνίας.

.                .               ..            .               …..                                      .

*Τ’ αστέρι του βοριά

θα φέρει ξαστεριά

μα σαν φανεί μεσ’ απ’ το πέλαγο πανί

θα γίνω κύμα και φωτιά

να σ’ αγκαλιάσω ξενιτιά

Και συ χαμένη μου πατρίδα μακρινή

θα γίνεις χάδι και πληγή

σαν ξημερώσεις σ’ άλλη γη

Τώρα πετώ για της ζωής το πανηγύρι

τώρα πετώ για της χαράς μου τη γιορτή

Φεγγάρια μου παλιά

καινούργια μου πουλιά

διώχτε τον ήλιο και τη μέρα απ’ το βουνό

για να με δείτε να περνώ

σαν αστραπή στον ουρανό

Ν. Γκάτσος

Μελοποιημένο από τον Μ. Χατζιδάκι.

** Ώρα καλή στου απείρου την καρδιά

γλάρε μου βράδυνε που φεύγεις -πλοίο

μετά από σένα η νύχτα, η σιγαλιά

η κάμαρά μου, ένα φωσάκι, ένα βιβλίο

Πηγαίνεις συ….Εγώ εκπεσμένο αλαργινό

αδέρφι σου νοσταλγικό εδώ μένω

ένα βιβλίο, ένα φωσάκι -και πονώ-

μια καμαρούλα -αδέρφι μου υψωμένο

Κι όλο πετάς ώρα καλή κι έχω δουλειά

στο χούμα δω που βρέθκαν οι καημοί μου

άσπρα να κάμω τα χρυσά μου τα μαλλιά

κι ύστερα να λυγίσω το κορμί μου

Γιάννης Σκαρίμπας.

Έχει μελοποιηθεί με απερίγραπτα ταιριασμένο τρόπο, από τον Σαράντη Κασσάρα.

***«Όταν διαβάζεις, ονειρεύεσαι με τον συγγραφέα να σε κρατάει από το χέρι». Φερνάντο Πεσσόα.

Advertisements

3 Σχόλια

  1. Κανονικά ταξίδια οι αναρτήσεις σου. Αλήθεια, τόση έμπνευση τι την δημιουργεί? Ταλέντο ή πλούσια ζωή?
    Καλημέρα! 🙂


  2. Έχω μια όρεξη να την δω πλούσια τη ζωή. Και είναι.
    Αλλά, μάλλον δεν πρόκειται περί έμπνευσης. Περισσότερο ένα παιχνίδι, που σου φέρνει την χαρά του να παίζεις

    Καλώς σε βρήκα, theorema


  3. Τι πιο κατάλληλο για να αναζωπυρώσει την όρεξη για παιχνίδι από το ίδιο το παιχνίδι? Πολύ ωραία σκέψη, μις. Θα την κρατήσω λίγο στο νου μου 🙂

    Καλώς σε βρήκα κι εγώ.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: