h1

Στη σκιά της γιορτής

Ιανουαρίου 25, 2010

Γιατί ένα οποιοδήποτε χαρτί μου φαίνεται πολύ πιο ενδιαφέρον, από το φύλλο ενός ημερολογίου; Λέω για ένα κυριολεκτικό ημερολόγιο, με τις μέρες, τους μήνες, τις φάσεις της σελήνης και τα ονόματα που γιορτάζουν. Δεν είναι καν, ένα τετράδιο, που εγώ το όρισα ως ημερολόγιο αυτής της εποχής.  Είναι ένα κανονικό ημερολόγιο, πανέμορφο, τόσο που το διάλεξα για να το αγοράσω, μα όταν πλησίασα στο ταμείο, κάποιοι που τους αγαπώ με πρόλαβαν και μου το χάρισαν. Πάντως, βρέθηκε στα χέρια μου κι είχα μια βεβαιότητα , πως αυτό το ημερολόγιο θα γίνει λειτουργικό για μένα και δεν θα καταλήξει σαν όλα τα άλλα, ολοκαίνουργιο 15 χρόνια μετά. Αυτό για το οποίο μιλάω τώρα, έχει κι έναν άσπρο κύκλο για κάθε μέρα, άμα δεν σου πάει καλά τον μαυρίζεις τον κύκλο. Μετράς στο τέλος του μήνα τη δυστυχία σου ή την ευτυχία σου.

Και, καθώς το απέκτησα πριν αλλάξει ο χρόνος -επέδειξα, ύστερα από πολλά χρόνια, μια προνοητικότητα- στο χείλος του πέρυσι φορτώθηκα την προσμονή της χαράς, πότε θα ‘ρθει η Πρωτοχρονιά, ν’ αρχίσω να μη μαυρίζω τους κύκλους, να τους αφήνω άσπρους. Ωστόσο, όταν ήρθε ο φετινός μας χρόνος, βρήκα πολλές δικαιολογίες για να μην το χρειαστώ, τι να γράψω άλλωστε, χρονιάρες μέρες, που ‘χει κάτι τρελά πουλιά σα μαύρα σύννεφα που ψάχνουν να κουρνιάσουν στο δάσος.

Ναι και φυσάει, έρχεται καταιγίδα κι έχουμε στην παρέα ένα μωρό που -αναπόφευκτα- όλο μας εκπλήσσει, οπότε, τι άλλο μένει να κάνει κανείς, όταν έχει την ευκαιρία να αναρωτηθεί πάλι και πάλι, να πει, ρε πούστη, όντως στη γωνία έχουμε ένα μανάβικο, κάτω από το τραπέζι είναι όλη η κουζίνα μας. Όντως, οι καρέκλες γίνονται ντουλάπια για τις κουτάλες μας, κάτω από το τραπέζι μπουσουλά μια νοικοκυρά στη δική της κλίμακα, τριώ χρονώ.

Λοιπόν, τι καλύτερο έχει να μου πει οποιοσδήποτε άλλος στην παρέα, από την αφοπλιστική ειλικρίνεια του άμεμπτου παιδιού, που ήδη γνωρίζει πως έχει το δικαίωμα του άγραφου χαρτιού: μπορεί να πει ό,τι θέλει. Έστω για μια φορά στη ζωή του.

Είναι το αδιαφιλονίκητο δικαίωμα της ίδιας της ύπαρξής σου, καθώς εσύ είσαι ο κόσμος, το μωρό που σου μιλάει τώρα είναι, επίσης, ο κόσμος. Υπάρχεις σε έναν κόσμο που ανατρέφονται παιδιά. Είναι κλωνάρια που γνωρίζουν ότι εξαρτάται από τους άλλους το πότισμα. Και χαίρομαι τα παιδιά που αντιλαμβάνονται νωρίς την εν δυνάμει πατρότητα ή μητρότητα και των άλλων ανθρώπων, εκτός των γονέων τους. Να απαιτούν το πότισμα ή έστω να το θεωρούν αναμενόμενο, από τη γειτόνισσα που θα τα κρατήσει ως να πάει η μάνα τους στο γιατρό ή στο κομμωτήριο. Να θυμώμουν και με μένα για τον  τρόπο που διαχειρίζομαι -αντάμα- το παρόν τους, μα από την πρώτη στιγμή θα τους πω, πως είμαι και συμβία έτσι; Συμπάσχουσα από τον ίδιο τυφώνα των καιρών, είν’ η ζωή μου, το ρέμα που σε παρασέρνει και σένα κι εγώ κι εσύ κι όλα τα μωρά του κόσμου το ίδιο τρομάξαμε. Χαίρομαι εκείνα, που σε προκαλούν να στρέψεις το ενδιαφέρον τους σε κάτι που είναι εκτός του εαυτού τους. Που προτιμούν να γελάσουν μαζί σου παρά να σε κάνουν να γελάσεις εσύ με τα δικά τους τα καμώματα. Ακόμη και τότε, αντιλαμβάνεσαι ότι είναι πάλι εγωκεντρική αυτή τους η απόφαση, αφού αρέσκονται συχνά στο να διασκεδάζουν βλέποντάς σε κι εσύ, ίσως βαλθείς, την ώρα που κάνεις μια οικτρή απομίμηση της μαϊμούς, να εμφυσήσεις και μια παιδαγωγική σφήνα, με τρικλοποδιά όμως καταλήγεις να κάνεις τον κλόουν, κάθε μέρα και πιο ευρηματικός. Σιγουρεύεσαι για τα καλά, πως κάθε στιγμή θα πρέπει να βρίσκεις τη δύναμη  και να εφευρίσκεις λεπτομέρειες, που σαν ηλεκτρισμός θα διαπερνούν τα μέσα μάτια του, τίποτε φοβερό, μια ανάσα θα εκπλήσσεται ελαφρώς. Τίποτε από όλα αυτά δεν είναι κάτι παραπάνω από ένα μειδίαμα.

Πρέπει να έχεις την όρεξη να αυτοσχεδιάζεις, τόσο που να σε βαρεθεί κιόλας. Να ‘πα να δει τη Ντόρα την Εξερευνήτρια -μέχρι πρότινος, όταν άκουγα τα πιτσιρίκια να λένε πως θα πάνε να δούνε τη Ντόρα, Τετάρτη απόγευμα όλα μαζί, σκεφτόμουν ότι μάλλον πάνε να δούνε τη Μπακογιάννη κι ώσπου να μάθω ότι υπάρχει η Ντόρα η Εξερευνήτρια, ήταν ένα θρίλερ αυτή η πραγματικότητα και ειλικρινά, ούτε και της Εξερευνήτριας ξέρω τι της βρίσκουν ακριβώς.

Τέλος πάντων, όσο και να σκίζεσαι, τα παιδιά γρήγορα βλέπουν πως μόνο άμα παίζουμε τη γλιτώνουμε κι έτσι ξέρουνε πολύ νωρίς τι είναι ψέμματα και τι αλήθεια. Ξέρουν πολύ καλά πως παίζουμε όλοι θέατρο, μα έχουν πολύ καιρό ακόμα για να μάθουν πως παίζουμε μαζί τους το θέατρο κι ήμασταν κι εμείς κάποτε οι θεατές, που μας δόθηκε η ευκαιρία να ασκήσουμε μια κριτική στο έργο που βλέπουμε, το ίδιο άγραφοι κάποτε ξεστομίσαμε.

Εκείνη την ώρα, την ώρα που παίζεις κι είσαι ο πυροσβέστης με την άχαρη και βραχνή φωνή, κυλάνε τα λόγια μέσα στον χρόνο σου, ανασύρεις την ταλαίπωρη Μυρτώ, ω, βοήθεια, το σπίτι μας πλάκωσε, σεισμός, κυρ πυροσβέστα μας, σεισμός. Μέσα στην ζωή σου δυο λεπτά πηχτής ευτυχίας σταλάζει στο φυλλοκάρδι σου, όταν γελάς και ξεχνάς ότι γελάς, όπως συνήθισες να γελάς μετά τόσα χρόνια. Έχω μια πολύ καλή εμπειρία από τα παιδικάτα μου.

Τα πέρασα σ’ ένα περιβόλι κι έχω πει χιλιάδες λέξεις για τούτο, είν’ αμέτρητες, το θεμέλιο της ψυχής μου. Εκεί έσπειρα τη σοδειά, εκεί θέρισα κι ίδρωσα, καθώς έπεφτε ο ήλιος. Εκεί επαναστάτησα -που, τι, το πολύ-πολύ να φυσούσα πιο μανιασμένα τον καπνό- αλλά και τι στο διάλο να κάνει κανείς, όταν έχει ένα φεγγάρι όνειρο, ολόγιομο και τόσο γελαστό, άλλος κλόουν που μας έλαχε και η πίκρα μου τον κάνει σαρδόνιο, Πέρσης της εποχής, με την Αρτεμισία ξοπίσω να πλέκει τους θριάμβους; Εκεί, είδα την χαρά του εαυτού.

Αυτού που είναι εδώ με σάρκα και οστά κι εδώ ακριβώς απογειώνεται, με την πομόνα που στροβιλίζεται και τρέχει στον αμμόλακκο το κρύο το νερό να παρασυρθούμε. Σαφώς θέλουμε να παρασυρθούμε σώοι κι αβλαβείς και νομίζουμε πως τα μωρά κοτοπουλάκια αγαπούν το μπάνιο όσο κι εμείς, κι όταν τα βουτήξουμε μες στον κουβά με το νερό, πραγματικά στενοχωρηθήκαμε για τούτο το πράγμα, αλλά πώς μπορούσαμε να ξέρουμε πως το κοτοπουλάκι θα πεθάνει, όντως δεν το περιμέναμε κι όμως το ζήσαμε. Έχοντας μια ελευθερία να αλωνίζω σε μια άπλα από δέντρα, το δώρο του αφειδώλευτου χρόνου, το παιχνίδι έσβηνε με το φως του ήλιου κι ύστερα, πεινασμένοι στο τραπέζι να αποφάμε. Κι ύστερα να ξυπνήσουμε την ώρα που μας σκεπάζουν με τα σεντόνια, ν’ αστειευτούμε, πάλι να παίξουμε ή να δούμε κανένα καουμπόυκο. Το παιχνίδι σβήνει μονάχα με το φως του δωματίου, με το φως των ματιών. Το παιχνίδι, εγκαταλείπεται, περιττό, μόνο στο όνειρο -τι παραπάνω να ζητήσει κανείς;

Κι όταν έχεις πει κάτι τέτοιο, έστω μια φορά στη ζωή σου, τότε μόνο ως πατέρας ή μητέρα δεν μπορείς να υπάρξεις την ώρα που παίζεις μ’ ένα παιδί. Παίζεις, δίχως να θέλεις να θρέψεις τις στιγμές που δε θα ‘ρθουν ή θα ‘ρθουν, ούτε καν για τις στιγμές που δεν ήρθαν. Ξέρεις πως η ζωή μπορεί να σε λούσει με πληρότητα στο απόγευμα ενός σινεμά, ξέρεις την ολάκερη ευτυχία σου, το λούνα παρκ, το παζάρι, το πανηγύρι, το τώρα, η αγαπημένη σου μπαλαρίνα.

Κι έτσι, αφού πέρασαν οι χρονιάρες μέρες και τα φώτα κι οι γιορτές, μπήκα λίγο ντροπιασμένη στο τώρα μου, με το κυριολεκτικό μου ημερολόγιο αδειανό. Η ζωή δίπλα μου άρχισε να αδειάζει τον ίδιο κόσμο που άδειαζε και πριν, το μετρό επανήλθε στα καθημερινά του δρομολόγια, μια ντροπή που εγώ δεν είχα ούτε μια τυπική σημείωση αφήσει. Σκέφτηκα, πως για άλλη μια φορά, ένα κανονικό ημερολόγιο θα μείνει άγραφο. Αναγκαστικά, ξεπηδάνε σε άλλες επιφάνειες τα λόγια -καλή ώρα σαν και τώρα- αν και είναι, εκ των πραγμάτων, αδύνατον το καημένο το ημερολόγιο να χωρέσει σε μια μέρα τόσες λέξεις, ωστόσο χαμένο φαίνεται θα πάει το θέμα. Τ’ άνοιξα μόνο για να δω τις ετυμολογίες των ονομάτων. Για το δικό μου λέει πως είναι άγνωστης ετυμολογίας, αλλά, σήμερα δεν έχει και τόση σημασία και με πιάνει μετά μια λύσσα να καταλάβω πώς στο καλό αποφασίστηκαν τόσα εκατομμύρια ονόματα κι έπειτα γιατί τον ταδε τον είπανε έτσι και πώς πράγματι θα ήθελα να με λένε κι είπα πως μια χαρά μου αρέσει το όνομα που έχω κι αν καμιά μέρα το βαρεθώ, έχω κι άλλο -για το οποίο το ημερολόγιο ούτε λέξη- που καθόλου δε μου αρέσει, αλλά το αγαπώ κιόλας, μη λέω ψέμματα. Για να πω την αλήθεια, πιο πολύ τ’ αγαπώ για να θυμάμαι απαραίτητα πράγματα της ζωής, της οικογένειας, του δέντρου εκείνου, του μαχαλά το κλωνάρι, όπως όλοι.

Κι ύστερα; Τι να μαυρίσω και τι να αφήσω ακριβώς; Το ότι πάω σήμερα 23 του μηνός και παίρνω την απόφαση να το μουντζουρώσω ή μη, πόσο μπορεί να μοιάζει με κάτι ειλικρινές αυτό, όταν στις 24 του μηνός, ακριβώς δίπλα, άλλο ένα κυκλάκι περιμένει, τέλειο και λευκό, μια έτοιμη υπόθεση, μια μέρα που θα υπάρξει με ή χωρίς εσένα.

Και τί είναι αυτό ακριβώς, που μου φαίνεται μαύρο, ώστε να βγάλω το συμπέρασμα πως ο κύκλος θα μαυρίσει με τη μαύρη μέρα μου, δε γίνεται. Δεν πάει να το μαυρίσω όλο, θα το μαυρίσω δηλαδή, για να το κάνω απλώς μαύρο, διότι μου αρέσει και πολύ σαν χρώμα. Ειδικά πάνω στο λευκό. Ή μαζί με το λευκό, τέλος πάντων. Δεν μου πάει, δεν έχω τα μέτρα, τα σταθμά, τα μούτρα να ανακοινώσω, έστω και μυστικά, στον εαυτό μου πως σήμερα ήταν τόσο σκούρα τα πράγματα, δε μένει μουχρωμένο το αποτέλεσμα, διότι δεν υπάρχει κανένα αποτέλεσμα, ούτε και γεύση. Η μέρα πέρασε και ήρθε η νύχτα τώρα μόλις κι η ευτυχία του ύπνου που θα ‘ρθει οπωσδήποτε, ακόμη και τώρα -όσο μαύρη μπορεί να γίνει η νύχτα- η χαρά της ύπαρξης υπάρχει αδιαπραγμάτευτη. Μεγαλοπρεπής, όσο βρίσκει τη σημερινή της φούρια, συγχωρώντας αδιάψευστα όλες τις πληγές. Η απαρέγκλιτη αμνημοσύνη της ευτυχίας, η λησμονιά στο μειδίαμα μιας αγίας, όσο σε φιλεύει φρέσκο περγαμόντο στο καφέ της σαλόνι.

Κι όμως, θα έλεγε κανείς, πως πρόκειται για έναν έξαλλο ενθουσιασμό, η χαρά του παιδιού που δε λέει να απογαλακτιστεί από την ίδια την ψυχή σου.

Να, πώς να το πω, ακόμη και σήμερα μπορώ να θυμηθώ την προσμονή για το κέρασμα που ετοιμάζεται, ακόμη και τότε -εγώ βουβή κι αυτούσια- η γιαγιά με παίρνει παρέα να πάμε στη γειτόνισσα και ναι, θέλει καφέ, μα πώς τον πίνει δε χρειάζεται να πει, ούτε χρειάζεται να ερωτηθεί εάν επιθυμεί και γλυκό και ούτε κατά διάνοια να ρωτήσει η γειτόνισσα αν επιτρέπεται να δώσει γλυκό και σε μένα, παρόλο που ξέρει πολύ καλά, ότι η γιαγιά μου θα έλεγε μάλλον όχι, καθώς θέλει να με φέρει σε σωστή δίαιτα. Αλλά πώς να αρνηθείς;

Πριν ακόμη βάλει το μπρίκι για τον καφέ, ηχούν τα πιατάκια τα γυάλινα, το βάζο που ανοίγει. Είμαι σε αρκετά μικρή ηλικία για να μην ξέρω τι φρούτα βγάζει αυτή η εποχή, τα τρώω μεν, τα βλέπω που τα βράζουν, τα μυρίζω όσο λιώνει η ζάχαρη και τα προβιβάζει στο ράφι της συντήρησης, της λαχτάρας να διατηρηθεί ο καρπός, να μην πάει και χαμένος. Να βλέπεις νεράντζια και να τα φαντασιώνεσαι γλυκόπικρα και τραχιά και να μην ξέρεις τι μέρα είναι και τι μήνας, είσαι στη γιαγιά. Κι είναι κλάμμα τόση ευτυχία, πώς να την υπερεκτιμήσω και πώς να μην σταθώ να την ορίσω και να πω, πως όταν είναι τη βιώνω δίχως να το ξέρω τελικά, μα όταν παίζεις, σαφώς ξέρεις με τι έχεις να κάνεις: το παιχνίδι είναι μια απόφαση, είναι κάτι που πρέπει να γίνει από κάποιον ειδαλλιώς δεν υφίσταται. Είναι μια έννοια, μια λέξη και τίποτε άλλο.

Τα πιατάκια γεμίζουν από ένα γλυκό κι ευτυχώς είμαι αρκετά χαζό για να μην ξέρω τι πρόκειται να γευτώ σε λίγο και πιο πολύ δεν το πιστεύω ότι γίνεται, ότι σε λίγο μια λιχουδιά σα γιορτή θα μ’ ανταμώσει, έτσι αναπάντεχα, που, μη σου πω, ψιλοβαριόμουνα να ‘ρθω στη θεία Νίκη σήμερα, αλλά κοίτα την, έρχεται κι είναι τόσο ήσυχη. Μου αφήνει το πιατάκι και ξέρει ότι ηδονίζομαι, ξέρει για τι πράγμα μιλάμε, την απόλαυση της έκπληξης. Είναι μελιτζανάκι κι έχουμε Ιανουάριο κι έχει μέσα ένα ολόκληρο αμύγδαλο. Το λαδί του σιρόπι έχει γεύση ειρωνική. Λιτή, σαν σωφρονισμός με χίλια δίκια. Σαν επανατοποθέτηση. Το άδειο, πια, πιατάκι. Το νερό που με πρόλαβε κι είναι εκεί, στ’ ανατολικά του τραπεζιού. Εδώ, με τη γιαγιά και την συγγενή, που όλο αλλάζει πρόσωπα, όσο έρχονται οι ώρες που μεγαλώνουμε και δεν βολτάρουμε πλέον πολύ. Προτιμάμε το τζάκι μας, τα νώτα μας, να μας χωράει ο τόπος. Λικέρ μαστίχα κερνούσαμε εμείς. Πλάι στραγάλια δυο ειδών και σταφίδες. Έβλεπα κι εγώ το χόρτασμα της θειας της Βαγγελιώς, να απλώνει τα πόδια της στο δικό μας τζάκι, τα ίδια έργα με εμάς, το ίδιο βραδινό, τα ίδια καλαμπούρια, τα ίδια παραμύθια λέγαμε, εγώ τους τα έλεγα δηλαδή κι ήτανε βράδυ. Και ποιος μπορεί να πει σήμερα ότι είναι αλήθεια όλα αυτά; Πέρασαν τα χρόνια για να δω τον ξάδερφό μου, είκοσι χρόνια μικρότερο.

Στο ίδιο τζάκι τον νανουρίσαμε ρε και δεν έχει ιδέα από το όραμα της ζωής εκείνης της γιαγιάς που εκλίπει εμπρός μου αφάνταστα. Είναι εδώ και τη βλέπω να θολώνει σιγά -σιγά, οι ζωές οι πρώτες της ενθυμούμενες από την ίδια και μόνον πια. Οι μνήμες της γιαγιάς της, του προπαππού, του τάδε, πεθαμένοι όλοι και ζωντανοί και με τις κλωστές οπωσδήποτε από κάπου πιασμένες, να ξέρουμε έστω στο τέλος -τέλος από πού ξεκινήσαμε.

Η εποχή της ως γιαγιά τη βρήκε όταν ήταν τα πράγματα ξεκάθαρα, το σπίτι έτοιμο, το περιβόλι επίσης. Ακριβώς επάνω στην αδιάκοπη ρόδα της ζωής, όπως όλοι, κι όμως σταμάταγε η ρόδα και κατεβαίναμε και παίζαμε μουτζούρη τις Απόκριες κι έπειτα που ήθελα να παραμυθιάζομαι με την τηλεόραση, εκείνη καθότανε κι όλο σώπα ντέι ήτανε και μου ‘λεγε ύστερα τις ειδήσεις που δεν άκουγα κι όλο αναρωτιόμουν πώς στο καλό προλάβαινε να μιλάει και συνάμα να ακούει. Ήταν μάλλον που την κοιτούσα κι εγώ αυθύπαρκτη κι έβλεπα στις αντιδράσεις της όλη την σημασία. Πόσες ρυτίδες σούφρωσαν από τούτο το πρωτάκουστο κακό, τέλος πάντων.

Ακόμη και τότε, ο θρήνος γινόταν αυτό που είναι: εξιστόρηση. Το κακό βρισκόταν περισσότερο στην αφήγηση και όχι στη βίωση, όχι στην άμεση εμπειρία. Όσο κοντά κι αν ήταν το σκοτάδι της ευτυχίας, είχαμε τρόπο να το μιλήσουμε και να μη χρειαζόμαστε τίποτε άλλο από μια ιστορία ειπωμένη ζωντανά, μες στο βροχερό μας το απόγευμα, που όλο ίδιο μένει.

Στο ίδιο παράθυρο, το ξαδερφάκι μου βλέπει την πατρίδα και τη γιαγιά ως μια αντιφατική παρουσία μάλλον, παρά τη γιαγιά που ήταν ή αυτή που όντως είναι.

Και δεν είμαι καλύτερη, που νόμιζα για κάμποσο καιρό, πως η γιαγιά μου έχει να μου πει και να μου δείξει πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα από ό,τι θα μπορούσα τότε να διαλέξω. Δεν ήθελα να κάνω καλοκαίρια στην Χαλκίδα και να ψάχνω τους σχολικούς μου φίλους και τα πολλά μου ξαδέρφια και τις σιέστες στα ουζερί σαββάτο μεσημέρι με τους μπαμπάδες μας να μαζεύονται και να μεθούν και πορτοκαλάδες στο Κρηπίδωμα*, όσο το βράδυ εδραιώνεται πάνω στα σκέρτσα των ζευγαριών της προβλήτας. Εγώ παιδί, αρκετά μικρή, ώστε να ξέρω πως θα βρεθώ νομοτελειακά στην εικόνα που αντικρύζω. Όλα είναι προβλέψιμα σ’ αυτήν την πόλη και δεν ενδιαφέρομαι για πολλά – πολλά χρόνια.

Εκείνα τα χρόνια που ήθελα να δω τη ζωή της αγροτιάς και του κάματου για το τυρί που έπηξε, όλο το χρώμα της πρωινής μου γκρίνιας για την δροσιά που εκνευρίζει το δέρμα μου, το χώμα εκπνέει, οι κότες είναι αστείες, οι κατσίκες εμβληματικές και ξέραμε πώς τις σφάζουνε. Άπειρες φορές έκανα παρέα στον παππού όσο έγδερνε το μανάρι και ποτέ δεν ένιωσα την αποστροφή, την οργή ή τον πόνο για τον θάνατο που προηγήθηκε. Ήταν, όμως, κάτι που συνέβαινε σε συγκεκριμένα πλαίσια και με απόλυτη λιτότητα. Από αυτό το περιβόλι τρώγανε κρέας τρεις οικογένειες, χώρια οι συγγενείς και τα πεσκέσια που τους έκανε η γιαγιά, πάρε ένα μπούτι να το βάλεις στο φούρνο, ένα κοτόπουλο και τα λοιπά. Βέβαια, όταν ξέρεις ότι ένα γουρούνι θα φάμε τόσοι νοματαίοι για έναν ολόκληρο χρόνο, ε, τι να πεις, όχι μην το σφάζεις; Να το σφάξεις και να το τσικνίσουμε κι άμα θέλαμε όλοι τόσο λίγο κρέας, θα ήταν πιο ευτυχισμένα τα ζωντανά που δε χρειάστηκε να αναπαραχθούν ανάμεσα σε σωλήνες και αντλίες που τα αρμέγουνε και όλα τα υπόλοιπα. Ζούσαν εκεί, ημιελεύθερα, μόνο και μόνο για να μη χρειαστεί να πάνε στο χασάπη ο παππούς κι η γιαγιά. Αφού η ζωή μας στέριωσε εδώ, να μάθουμε να ζούμε μόνοι μας και τέλος οι αυταπάτες.

Κάπως έτσι, προτιμούσα να τον βλέπω να αφαιρεί με αργές και φυσικές κινήσεις την προβιά και τότε ήταν μια έκπληξη στην εικόνα κι ας μην έμαθα τίποτα άλλο από αυτό το απόγευμα, κάτω από τη γκορτσά.

Κι όμως, όλα αυτά, δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα ελαφρό μειδίαμα. Όσο απολαμβάνω το δικαίωμα του απλωμένου χρόνου -κάθε που συμβαίνει να συμβεί ή κάθε που επιλέγω να παίξω ή κάθε που λέω ότι πάω για ύπνο- δεν έχω παρά την έκφραση του ανθρώπου που δεν εκπλήσσεται και τόσο, μα όμως χάνομαι, δεν είμαι εγώ ακριβώς που παρακολουθώ τις θυσίες για την γιορτή της αντάμωσης. Ο κόσμος όλος, οι εκφράσεις που διώχνουν τη δυσκολία, το μαχαίρι που αστράφτει, το αίμα που στάζει στο σβολιασμένο χώμα, τα μάτια του, από το δέρμα του γουρουνιού έφτιαχνε κάποτε τα παπούτσια του, πώς να αποτρέψει κανείς τη δικαίωση αυτής της χρησιμότητας σήμερα;

Αν και μικρή, ήξερα ήδη, από κάτι πασχαλινά διηγήματα, πως τα παιδιά ονειρεύονται δυο καινούργια λουστρίνια, μα ‘καναν και γλίστρες στα χιόνια με τα γουρνοτσάρχουχα, η ζωή τα φύτρωσε εδώ ακριβώς, μια παύση στη ρευστότητα των συγκυριών. Μια θυσία και οι ίδιοι, στο δικό τους το γλέντι.

*Κρηπίδωμα: Το ένα άκρο της παραλίας της Χαλκίδας, που βρίσκεται στην πλευρά του βόρειου Ευβοϊκού κόλπου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: