h1

Σονάτα της ανεύρεσης μιας σημασίας

Φεβρουαρίου 6, 2010

Κάποτε έγραφα ασταμάτητα Α + Π = L.F.E.

Σαφώς δεν το εννοούσα. Δεν ήξερα καν τι είναι το L και το F το έβλεπα να είναι σαν τρύπα στο ξύλινο ηχείο, συμμετρικό σχέδιο στο πεντάγραμμο κλειδί του Φα. Λοιπον, και τι να ήξερα για το ever; Σημαίνει πάντα;

Μα πώς; Αφού ποτέ του δεν ισχύει, όχι τότε δεν ίσχυε, καθώς πήγε στο παλιάμπελο μια απόφαση, δεν είπαμε δες το φεγγάρι. Δεν κλάψαμε μαζί με τον ηδονοβλεψία, που την παίζει στην άκρη του λόφου και γαμάει παρέα μας τη θάλασσα, τι ηλίθιοι που είμαστε να λέμε ever και να γράφουμε εξισώσεις, σαν τα έξυπνα παιδιά που τα πιάνουν όλα στον αέρα και μπορούν να το πουν 1100 φορές, να το γράψουν σε κάθε περιθώριο. Κομπάζουνε τα γράμματα που χάσκουν ως αφετηρίες του ονόματος, ποιος είναι το Α, ποιος είναι μετά το συν, εγώ και κάποιος άλλος ισοδύναμοι -στα λόγια- αποτελούμε το αποτέλεσμα, απαντάμε στο ίσον της ζυγαριάς με το L και το F και το E κι ίσα που ξέρουμε από κάτι στιχάκια της Λέλας, σκαλισμένα στην άμμο της εκδρομής του ’90.

Η Λέλα που έγινε ψηλή ξανθιά με μάτια γαλανά και λίγο ακηλίδωτα, τη λένε τώρα Έλενα και είναι ’93, περίπου στο Γυμνάσιο της παρεκτροπής, που όλο θέλουμε να κλέψουμε προφυλακτικά και τα φυλάμε σ’ ένα κουτί κι όλο να λήγουνε. Απερίσπαστα. Κάπως έπρεπε να αποδειχθεί η εφηβεία μας, όχι ότι κλέβαμε για να επαναστατήσουμε, όσο για να πιαστούμε και να δηλώσουμε την ταυτότητα δια της λείας μας, αυτή είμαστε, κατάλαβες κι εγώ κι εσύ γιατί σε χλευάζουμε, όσο μας κοπανάς το βουτηγμένο cd; Δες τι θέλω να ακούσω μωρέ και μη βαράς, κάτσε λιγάκι κι αναρωτήσου γιατί διέτρεξα τέτοιο κίνδυνο, να με πούνε κλέφτρα για την κασέτα των Cranberries που την άρπαξε στη μέση της Αιόλου μια τρέλα.

Πεντ’ έξι γομάρια απ’ τα δίπλα μαγαζιά την τσάκωσαν, άνοιξε την τσάντα σου τώρα, η μουρλέγκω έβριζε, εγώ διατύπωνα κάτι ταχα μου δικαιώματα, βόθρος οργής το στόμα της, τα μάτια της κόκκινα, μωρή ηρέμησε κι ήταν μέσα η κασσέτα που την πηρε για μένανε και τις προάλλες της έχασα σε μια ξεκάρφωτη πλατεία εναν δίσκο, ποιο δίσκο, μαύρος ήταν ο δίσκος, μαζί με τα μέταλ τζάκετ που όλο φόραγε κι έβαζε ένα τραγούδι 188 φορές, σαν και μένα. -Μωρή, νομίζω πως άκουσα να κάνει ένα κρακ η κασέτα, έτσι όπως μου την κοπάνησε στο κεφάλι.

-Σοβαρά, μιλάς; (και δεν πονάς;)

-Μωρή σου λέω γιοκ η κασέτα, πήρε τ’ αρχίδια μου και το μουνί μου μαζί, η ψωλόγρια, η ξεσκισμένη πουτάνα.

-Ε, μια χαρά τότε.

-Α, μα το ευχαριστήθηκα. Πάμε για κανα πέτσινο;

-Μπα, εγώ δε θέλω.

-Την καργιόλα.

Και ψώνιζε κρυφά με την κάρτα του πατέρα της, τι ωραία τότε που μου φαινότανε, τόσο μαγική. Ιστορία μεγάλου μήκους, με βραδινά ροχαλητά που επαναλαμβάνονται αδιάκοπα, η επιχείρηση ανεύρεσης της κάρτας και του κωδικού. Έκτοτε, σε ανύποπτο χρόνο, η κάρτα πηγαινοερχόταν, όσο πρόλαβε δηλαδή, μιας και ήρθε ο λογαριασμός πάνω στο μήνα.

Παρόλα αυτά, παίρνουμε το τρένο και ξαναπάμε στα φτηνά Ζάρα – με όλη τη συγκατάθεση των γονέων μας πια, κάπου εκπνέει η δεκαετία. Καταλήγουμε να την ακολουθώ όσο ψωνίζει. Δεν ήθελα τίποτα, αλλά δεν είχα και τα χρήματα, μα ούτε  και την όρεξη να βάφω τα νύχια μου. Πήγε η τρέλα δυο -τρεις φορές για καφέ στο Χαϊδάρι, με ένα ζωγραφισμένο Χ στο μπράτσο της, το ‘κανε μόνη της μέσα σε ένα απόγευμα, μια μέρα που την είδε παλαβή.

Όλα τα στιχάκια που γράφτηκαν, για ν’ ακούσουμε τη λέξη love στα μπαρ και να νομίσουμε πως τώρα ξέρουμε περισσότερα. Η σημαδεμένη λέξη που σβήνεται από τις πατημασιές της επιστροφής, υπάρχει ως σημείο στο γράφημα της έννοιας. Εδώ, που νομίσαμε βλέποντας αυτό το πράγμα. Ο Π. που λυσσασμένα επεδίωκα να φανερώσω, σαν το βλαμμένο επάνω στο θρανίο, στα τετράδια, στις κασετίνες, στα μολύβια, παντού γραμμένο κι ήρθε η ώρα που χωρίσαμε κι έπιανα κι εσβηνα κι ήρθε καιρός που τον ξέχασα κι ακόμη έσβηνα, ε, ασταδιαλα.

Δεν έλεγαν να τελειώσουν τα γράμματα, που δεν είχαν καμμία σημασία, αλλά και που πλέον σήμαιναν αλλιώτικα πράγματα κι είχαν κι άλλη θεση στην αράδα. Ακόμη κι έτσι, έσβηνα τα κάπως ακατανόητα γράμματα, μη θέλοντας να προσδώσω παράταση στην παράσταση που περιέχει ετούτη η φράση. Άτοπο

Καθώς τα χρόνια πέρασαν κι ο Π. έχει τώρα το παιδάκι του, τον φαντάζομαι να το κρατάει στα χέρια, όσο περιμένει την πόρτα να ξεκλειδωθεί, μόνο αυτό, μια εικόνα του και τίποτε πιο μέσα από την πόρτα. Δεν έχω την έγνοια της αγάπης για την ύπαρξή του, δε με απασχολεί κάτι περισσότερο, δε συνυπάρχω κατά κανέναν τρόπο, διότι ποτέ δεν τον αγάπησα για περισσότερο από μια εικόνα και τιποτε άλλο.

Η Έλενα χάθηκε, έβριζε μαστουρωμένη στη μέση του δρόμου τη μάνα της, τη μάνα μου, στις πλάτες μου τα άλλοθί της με γδέρνανε. Κι ύστερα, το ever έγινε «παντού εκτός από εδώ» κι ίσως να είναι παρόμοια η δυναμική του.

Αλλά ναι, πώς θα μπορούσα ακόμη και τώρα να το πω, το κάθε γράμμα και το L το περιβόητο πάλλεται και αυτοκαθορίζεται συγχρόνως με μένα και δεν ξέρεις αν είναι κάτι που μπορεί να τεθεί υπό διαχείριση κι εσύ από τη μια μεριά κι ο άλλος από την άλλη μεριά, σε τούτο το θεώρημα που πάει να βρεθεί. Το ‘χουνε ξαναπει: είναι η ζωή και τα πέρατά της, τέρατα ονείρων και χοροί στο μπράτσο του Βήτα*.

*Ένα βάλς στην ασυνέχεια, με χρονική υποσημείωση για τους προχωρημένους.

Τικ – Τακ. Ο μετρονόμος ξεστομίζει πάνω στο μαύρο πιάνο. Τι δευτερόλεπτο είναι αυτό ακριβώς; 1 και 14; 1 και 02; Μετράμε με το ρολόι ή μετράμε το μέτρο κι αν ναι με το μέτρο, πόσες νότες χωράνε σ’ αυτό και πώς υποδιαιρείται στο διάβα της ο χρόνος; Στα 3/4, στα 5/8 ή στα τρίηχα, που αγγίζουν το ανέφικτο; Αν μπορείς, χώρισε με απόλυτη ακρίβεια ένα μέρος στα τρία. Είπε τικ – τακ κι αρχίζουν να τρελαίνονται στα πλήκτρα οι γοφοί και σπάει η μέση του βιρτουόζου απογεύματος, και κυνηγάμε τη μελέτη του μουσικού μας κειμένου, που το ‘γραψε πάλι ο Μότσαρτ. Και παίζεις το μάθημα και τους ακούς να σε ρωτάνε αν σκούπισες καλά τα χέρια σου, καθώς το άγχος κυλάει σταγόνα στο κορμί και κρατιέται περισσότερο στην κυρτωμένη σου λεκάνη. Λύγισε στα δυο η ψυχή με την χρονιά του 1795, σου κελαηδάει η ζωή που ποτέ δε φανερώθηκε, κοίτα ζωή, δες ζωή που βρέθηκε να εξιστορηθεί από τον άνθρωπο. Από τούτον που τώρα καθαρίζει το φιτίλι του κεριού, για να γράψει και σήμερα. Είναι ζωή; Είναι τέχνη; Δεν είναι μιλιά του μεσημεριού που κατακάθισε στο μελάνι;

Ένα πεντάγραμμο και δυο γουλίτσες Κιάντι. Η Ιταλία μπαίνει σφήνα στις συνήθειες, εδώ στο υγρό μας νύχτωμα με το σωρό από χαρτιά. Και οι συνάνθρωποι μας φωνάζουν ακατάδεχτους, που δε σηκώνουμε το κεφάλι. Σκύβω με προσήλωση που με ομορφαίνει. Μαθές αδιαπέραστη από το άλλο βλέμμα. Και τι με νοιάζει, ας με κάνει διάτρητη. Σκύβω με πλάτη όρθια στη στεγνή παρτιτούρα, χάρτινη και ψεύτικη μπροστά  στα πολυσήμαντα σημάδια της.

Τι σημασία να βρω στη στοιχειοθεσία και το δέσιμο, λοιπόν. Εγκαθιδρύθηκε η μελωδία τώρα χτες**.

**Ο Μ. Χατζιδάκις ντουέτο με την Αλίκη Καγιαλόγλου.

Ο Χορός των σκύλων

Μουσική: Μ. Χατζιδάκις. Στίχοι: Ν. Γκάτσος

Πέντε σκύλοι πεινασμένοι μια ζωή βασανισμένοι
μέσα σε βρισιές και γιούχα βάλανε καινούργια ρούχα
και με γιορτινή φορεσιά
βγήκαν να πάνε βόλτα στου παράδεισου την πόρτα
πίσω από την παλιά εκκλησιά

μέσα στην ζωή ποτέ μη ζητάς να βρεις ποίος είναι ο δικαστής
να περπατάς και πάντα να κοιτάς που θα πας να κρυφτείς

μεσ στην ερημιά του κόσμου ένα χέρι γράφει εντός μου

κάπου υπάρχει θεός

Πέντε πεινασμένοι σκύλοι στου παράδεισου την πύλη
περίμεναν απ τους πρώτους για να στήσουν το χορό τους
μα προτού η αυγή χαράξει στου ουρανού την Αγια τάξη
χωροφύλακες άγγελοι τους κρέμασαν στο τσιγκέλι

μέσα στην ζωή ποτέ μη ζητάς να βρεις ποίος είναι ο δικαστής
να περπατάς και πάντα να κοιτάς που θα πας να κρυφτείς

φίλοι σκύλοι μη κλαίτε μες στην σύμφορα να λέτε

κάπου υπάρχει θεός

κάπου υπάρχει θεός

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: