h1

*

Φεβρουαρίου 13, 2010

Θέλω να μη χρειαστεί να πατήσω κανένα κουμπί και να ακουστεί μέσα στα αυτιά μου μια μουσική, ακριβώς όπως την αισθάνομαι, μια μουσική που θα είναι η φυσική απόκριση της στιγμής μου.  Ωστόσο, θα πω αυτά που θέλω να πω, δίχως τις ιδανικές συνθήκες, κατά τις οποίες γίνομαι αντιληπτή και σε μένα και στους άλλους. Οι ιδανικές συνθήκες φτιάχτηκαν για να μην υπάρχουν και να παλεύουμε μονίμως με την σύγκριση αυτή, τόσο ώστε να λέει κάπου, κάπως, κάποιος, πως ο άνθρωπος είναι η καταστροφή του. Να φαγωθεί από τους άλλους και τον καιρό και την ιστορία, μα και από τις συνθήκες. Κι έπειτα είναι οι συνιστώσες, οι πορείες που όσο τις αγαπάς, αρνείσαι να θέσεις τη συνισταμένη κι εδώ είναι ο άλλος που έρχεται και λέει τα δικά του. Μια ευθεία βολή το βλέμμα, που αξίζει να μην πέσει πάνω σου, αλλά σε αυτό που βλέπεις κι εσύ. Να βρεις μια συνισταμένη, ίσως και στιγμιαία, να βρεις ένα σημείο στάθμευσης μέσα στο άπειρο του κόσμου, να βρεις μια γωνία με του διπλανού το βλέμμα. Σε κάτι τέτοιες εποχές, έχεις μια γεύση από την ώρα που θα θέσεις όντως τη συνισταμένη της ζωής. Θα θυσιάσεις πολλές από τις αγαπημένες σου συνιστώσες, θα σταματήσεις να αναλύεις τις ακτίνες και να βρίσκεις μέσα στην κάθε μια κι άλλες ακτίνες, όλα αυτά θα τα κάνεις μια πρόταση. Τότε που ο χρόνος δεν έχει σημασία, ούτε αν έφυγε κι ούτε αν θα ρθει κι ούτε αν υπάρχει.

Μες στις ιδανικές συνθήκες μου είναι τώρα να έχω το βιβλίο με τα μονοπάτια των μικροαστών πάνω στο ράφι μου ξαπλωμένο. Ο χώρος που έπιασε μέσα μου, οφείλει να ορισθεί μες στο περιβάλλον μου, τοποθετώντας ένα βιβλίο κάπου με διαστάσεις τόσο επί τόσο και παραμερίζω, πραγματικά παραμερίζω γιατί είναι κι άλλα που με κατοικούν, που πρεσβεύουν τα συμβόλαια των κτημάτων τους μέσα μου. Όχι στο μυαλό μου. Σε μένα. Στη ζωή μου. Όπου και να πάω είναι, όπου και να πάνε είμαι. Μα πώς να το κάνουμε, μάλλον χρειάζεται το παιχνίδι των τελετών για όλα τα πράγματα. Να βρίσκουμε έναν τρόπο να δηλώνουμε αυτό που είμαστε και δεν ξέρω εάν έτσι πρέπει να είναι ή αν έτσι εγινε από κάποια στιγμή και μετά. Ξέρω μόνο ότι το ιδεώδες είναι μοναδικό, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να ανήκει σε κανέναν άλλο, εκτός από σένα, δηλαδή εμένα.

Μέσα στο ιδεώδες σπίτι με τους αμετάκλητους νόμους της επιτυχίας, είναι όλες οι εντυπώσεις όσων είσαι. Το κερί που χαρίστηκε τότε και γι’ αυτό το λόγο, νατο με μια ιώβεια υπομονή. Δεν το ανάβεις με τίποτε. Λειτουργεί ως φάρος ενός παλιού συντηρητισμού, που δείχνει το φως ενός περιβάλλοντος. Τότε, που ένας φόβος σε κάνει να τρέμεις, να μην τ’ ανάψεις το κερί, να μείνει εκεί αλώβητο ως απόκτημα. Και μόνον. Ενώ σιχαίνεσαι ώρες – ώρες την περισσή ανάγκη σου κι ενώ το ιδανικό του ιδεώδους σπιτιού σου είναι να μην προβάλλεται αυτό που θες να βλέπουν, αλλά αυτό που είσαι, στο σπίτι σου, που καταλήγεις ότι είναι ιδεώδες, το αγαλμα της υπόμνησης αυτής υφίσταται. Και λέω πως, μάλλον στην ουτοπία μου είμαι εγώ, που δέχθηκα να σκύψω το κεφάλι πλάι στην χαρά και το πανηγύρι, πλάι στο κλάμα πείνασα, νομίζω όπως όλοι.

Επιδιώκω, λοιπόν, να μιλήσω για το σκοτάδι της χαράς. Της χαράς, ναι, «λίγη χαρά σ’ αυτά τα σκοτεινά γραφτά», πανάθεμά μας.

Το σπίτι είναι όσο και μια ψυχή, όσες ψυχές και τα σεντόνια που αερίζονται κι εκλείπουν από την πόλη. Υποφέρω που δεν μπαίνει αέρας στα παράθυρα, που δεν χορεύει τόσο πολύ κι η σκόνη.

Ναι και δεν κάνω τώρα κανένα λογοπαίγνιο με το ψι και το χι, η ψυχή είναι ψωμί, που της λείπει να καθρεφτίζεται στο πόμολο, στις λεπτομέρειες. Μικρές σταγόνες μαγιάς στα δευτερόλεπτα που θέλουν πολλή συγκατάβαση, ζέστη για να φουσκώσουν, να γεννήσουνε την τροφή και το σήμερα. Θέλουν τα δευτερόλεπτα πολλή εξυπηρέτηση, φύσει απαιτητικά κι απορημένα. Παιδιά που όλο ρωτούν κι έχουμε ηλιοβασίλεμα στο σπίτι που έγινε τώρα μωβ κι ύστερα ροζ το πρωί κι ύστερα κατακίτρινο κι εσύ λες από ώρα σε ώρα, πού είμαι και ποιος είμαι μέσα σ’ αυτό το χρώμα που με περιβάλλει. Υπάρχω για λίγο με το χρώμα και θέλω να πω πως εδώ οι συνεννοήσεις εννοούνται και τίποτε δεν είναι φλύαρο, μήτε ακατάληπτο: οι βυθοί όμοιοι εικάζονται. Στα βάθη είναι ο άλλος που υπήρχε και υπάρχει και θα υπάρχει. Η θαλπωρή της αγέλης δεν αγνοείται εύκολα, τρυπώνει στα αυτονόητα και γι’ αυτό είναι αόρατη κι όσο προχωράς εν αγνοία της σε σκάβουν οι άνισες πιθανότητες της οικουμένης.

Να χα το 2 επί 3 μπαλκόνι για κάτι βεγγέρες που σα δεν ντρέπονται να ερωτοτροπούν μπροστά στο ποτάμι.  Να βγει μια όρεξη για πράσινα φορέματα και χορούς με σπασμένα γυαλιά στις ταράτσες. Με την ψυχή μας ήσυχη για την βεβαιότητα της παρουσίας της, κι όταν την πιάνουν τα λόγια τα πολλά, να κάνει μια γύρα και να βρει τα ίχνη της. Τι είπε εκείνος, τι της έμεινε, τι διαβάζει στο παγκάκι μια κοπέλα. Τι γεύση έχει, ας πούμε,  τώρα στα χείλη της και για ποιο σχήμα θα ήθελε να γράψει μια διατριβή;

Όλα τα σύνεργα να είναι απλωμένα, οι μουσικές να αιωρούνται σαν οντότητες, να τις διαλέγεις και να σε διαλέγουνε, να θέλει να σε διαβρώσει άμα το άκουσμα κι εσύ να λες, ναι, για πες. Μολύβια που θα ‘ναι πάντοτε ξυσμένα και σε κάθε πιθανή απόχρωση και δεν φαντάζομαι πως θα ήθελα να φτιαχτεί ένα και μόνον που θα επικοινωνεί με τις επιθυμίες μου και θα αλλάζει χρώμα αμέσως, εδώ και τώρα. Εκατομμύρια μολύβια πλακέ, σαν των μαστόρων, να γράφουν πάνω στο έλατο ή σ’ ότι μου ‘ρθει, σ’ ότι γράφεται, χωρίς όμως να θέλω να πω με αυτό ότι δεν προτιμώ το χαρτί. Και το χαρτί, να έχει έναν τρόπο να βρίσκει τη θέση του, εάν έχει κι εκείνο κάποια θέση στο πουθενά. Να πηγαίνει μοναχό του στο κλασέρ, να βρίσκει τα υπόλοιπα ομόλογα και να περιμένει την τύχη του. Αν θα βρει το μέλλον στο επόμενο κοίταγμα που θα πέσει πάνω του, αν θα πιάσω από κει ψάρι μικρό ή μεγάλο. Και τα ψάρια να μην αγκιστρώνονται, να κάνουν πεταλιές μες στο νερό, που είναι τώρα μαυρομπλε και με γυρίζουνε με τα φύκια ως άξονα. Να δω αν θα χωράει στη χούφτα μου ή αν θα με χωράει στη ράχη του να φύγουμε για άλλες θάλασσες, για πού; Όπου κυλήσει η γη.

Κι ένα καπέλο για μετά το κολύμπι, ατσαλάκωτος παναμάς που χρυσίζει σβησμένος μέσα σε κάποιο απόγευμα. Το ατελές κείμενο που δεν βρίσκει τον δίαυλο προς τον άλλο θέλει να βρει τους ρυθμούς της αναμονής του και ξέρει καλά πώς να περιμένει. Μια ομπρέλα για τον ήλιο ή τη βροχή, για να κάτσει από κάτω απερίσπαστος ο επισκέπτης. Θησαυροί του γιαλού περπατάνε στα πόδια σου και το φως που υποχωρεί κάνει το διάφραγμα να στενάζει. Σκουριασμένα ζουμ στα τραπέζια που αχρηστεύονται, πολυτέλειες, μικροστιγμές και παύσεις δικτυωμένες και χωρίς προβλήματα στο κυκλοφορικό.

Όλα να είναι όσο θέλουνε, ενεργοποιημένα από μόνα τους, ντροπαλά επειδή έτυχε, πεισμωμένα κι ακλόνητα επειδή τους αρμόζει. Κι οι ατέλειες εδώ, στο κείμενο που σπανίως γράφεται, είναι όσα μπορούμε να δεχθούμε, ό,τι αποφασίσαμε πως θα μείνει, για τις ανάγκες της πρότασης που οπωσδήποτε θα γραφτεί. Με ή χωρίς εμένα κι εσένα και τους άλλους.

Μα είναι και κανένα κείμενο ορφανό;

*Τούτο δω, είναι ίσως ορφανό από τον τίτλο του, με το καπέλο λοξό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: