h1

Εν μέρει

Φεβρουαρίου 14, 2010

Το ιδεώδες σπίτι, βρίσκεται απέναντι από το Αρτεμίσιο. Κι όμως, δεν το βλέπει. Πρέπει να βγεις στην αυλή του. Να βρεις τη γωνία με την πρόσφορη οπτική. Να γείρεις μπρος το σώμα σου, σαν να πηγαίνεις σήμερα να βρεις το αύριο. Και πρέπει να στρέψεις αριστερά το κεφάλι κι είναι εκεί η κολοβή κορφή που ποτέ σου δεν ανέβηκες, όπως κάποιοι άλλοι. Τα παλιότερα παιδιά την είχαν για βόλτα. Ο παππούς την είχε για βίγλα. Εμείς, δηλαδή όχι εγώ, αλλά κάποιοι στη γενιά μου, την είχαν ως τη μία και μοναδική τους ανάβαση, με κάθε σύγχρονή τους περιπέτεια. Ο αδερφός μου δεν βρήκε νερό να πιεί όταν δίψασε. Ανέβηκε μαζί με τον παππού μου ένα πρωί τ’ Αυγούστου με την ζωή του παρελθόντος να λέει «έχει πολλά νερά εκεί πάνω, τι ανάγκη έχουμε;». Το βουνό αλλάζει και το μαθαίνουμε μονάχα από τα περπατήματα πάνω του, στερεύει κι όσο το βλέπουμε, τίποτα δεν θα καταλάβουμε αν δεν το διαβούμε. Αν δεν το ζήσουμε ως χώρο των κινήσεων της ημέρας μας. Αν δεν παίξουμε τσουλήθρα με τις κωλότσεπες γεμάτες χώμα και πέτρες που σκοντάφτουν «πάνω σε μύες και τένοντες»*.

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε, μια πέτρα ξεκόλλησε κι έπεσε στη βεράντα μας κι έμεινε μια γουβα διακριτική στον τοίχο. Ο τοίχος είναι ένα σπίτι ακόμα, φλούδα του εσωτερικού μας χώρου και μέσα εκεί φωλιάζουν οι πραμάτειες στα ντουλάπια, που είναι παράξενες, καθώς έχουν πολύ αλεύρι για την πείνα. Μέσα στη γούβα φωλιάζει μια σαϊτα, ποιος ξέρει από πότε φερμένη κι έχει τρία αυγά που διαπιστώνονται τώρα δα και τι θα κάνουμε, που άλλαξαν τα πρότυπα και δεν υπάρχει το στοιχειό;

Το φίδι και τ’ αυγά του έγιναν αντιληπτά, ένα μεσημέρι πριν κάτσουμε να φάμε, τότε που επιχείρησα ν’ ανοίξω το ένα παράθυρο και ν’ αγνοήσω παντελώς τον κάμπο που απλώνεται μπροστά του. Έγειρα μπρος κι ο τοίχος φαρδύ πεδίο για το κέντρο βάρους μου, αδύνατον να πέσω στο τέλος, όντως πηγαίνω στο αύριο. Και γυρίζω αριστερά κι ίσα που άκουσα μια φωνή, μόνο γυρίζω δεξιά μου απότομα και την είδα. Ν’ ανοίγει τα παράξενα φτερά της και να πετά στο ύψος μου, πράσινη αμφιβολία και μια ευτυχισμένη μου διαπίστωση, που βρέθηκα τόσο κοντά στο ιπτάμενο ερπετό.

Ευλογημένη εμφανώς, είπα πως το βουνό είναι εμείς κι όλα τα υπόλοιπα, μάταιο να το κοιτάς και ν’ ασχολείσαι μαζί του. Το κουβαλάς με την αναπνοή κι είσαι μια ατελής κορφή, που όταν την βρεις θα πρέπει να έχεις κάνει όλα τα υπόλοιπα, δε γίνεται να φύγεις από κεί. Δε γίνεται, διότι δεν αξίζει τέτοια θέα να περιοριστεί σε χρονικές επαναλήψεις. Δε γίνεται να πάρεις κανένα μολύβι και κανένα χαρτί. Είσαι η ακμή της κορφολογημένης σου ύπαρξης κι είναι πολύ πιθανό να διασαλευτεί η αρμονία της ζεύξης αυτής, εσύ στην άκρη της πρότασης, η τελεία.

Αυτό το σπίτι στο πλάι του βουνού, λέει πως βλέπει την ίδια παράσταση μ’ εκείνο. Εισχωρεί με τον τρόπο του στην ίδια ατμόσφαιρα, σαν να είναι θεατής πλάι στον εαυτό του. Από κάτω τα μικρότερα βουνά που χωράνε τις στροφές για το πήγαινε και το έλα, οι διαβρωμένοι δρόμοι από τις ρεματιές, μαθηματικοί που υπολογίζουν πιθανότητες συντριβής στο γκρεμό. Ό,τι είμαστε ως τώρα εκφέρεται από χτύπο σε χτύπο, όσο πηγαίνουμε κουτρουβαλώντας, φορτωμένοι σαν τους γύφτους πάνω σε μια καρότσα. Κι είναι όλα μας τα υπάρχοντα μαζί, το αλεύρι που λέγαμε, τα σεντόνια κι οι κουβέρτες, το ζυμωμένο ψωμί ως να ψήσουμε φρέσκο, το φαϊ της πρώτης μέρας, την κατσίκα μας και την δική της τροφή, υπολογισμένη μες στο τελάρο με τα χτυπημένα και σκάρτα αχλάδια. Μόνο για να πάμε, έπρεπε να θυμηθούμε τι θέλουμε να τρώμε, τι χρειαζόμαστε για να κοιμηθούμε, πώς θα μεταφέρουμε μια κατσίκα που έντρομη από τη μετακίνηση γουρλώνει συνεχώς τα κατακίτρινα μάτια της και παράλληλα κατουρεί και χέζει κάτι μπιλάκια ασταμάτητα κι έπρεπε μόνο να την ανεβάσουμε τελευταία στιγμή, μπας κι αποφύγουμε τα πολλά προβλήματα. Κι έπρεπε να γίνουμε για λίγο κωμικοί και ν’ αναπαραστήσουμε τι θα πουμε σε καμια τροχαία, όταν μας σταματήσει:

-Τι είσαστ’ εσείς;

-Γιούφτοι είμαστε, γιούφτοι.

Ο πισινός της κατσίκας γυρισμένος κατά έξω, καθώς είναι δεμένη στα κάγκελα του πίσω τζαμιού, του μουσταρδί τογιότα. Όσος χώρος απομένει στην άλλη γωνιά, στην πλευρά του οδηγού δηλαδή, είναι πιασμένος από ένα βαρέλι που περιέχει όλο μας το ρουχισμό και στ’ ακριανό κάγκελο δεμένη μια παλιά κεραία, μπας και καταφέρουμε την τηλεόραση να πάρει εμπρός, στη νέα μας ουτοπία. Και πάμε και κατρακυλάμε στις ανηφόρες και τις κατηφόρες, τρεις νοματαίοι μπροστά, ο παππούς που οδηγεί, η γιαγιά και η θεία. Πίσω εγώ με το θείο στη μια πλευρά, εκεί που οι πιθανότητες και η αεροδυναμική μας βεβαιώνουν πως δε θα μας έρθει κατά δω η κοπριά. Η κατσίκα, ταύρος του Πικάσο, στη δική της οχλοβοή παρατρεχάμενη, θα ξεχάσει όλο αυτό το μπουρδούκλωμα γρήγορα, θα δεθεί από κάτω απ’ το σφεντάμι και θα συναντήσει τράγους και θα κάνει χιλιάδες σκέρτσα όσο κοιμόμαστε και τα μυρμήγκια κατοικούν το σπίτι μας, δίχως όμως να περπατούν επάνω σ’ εμάς. Μπαίνουν από τις χαραμάδες των φαγωμένων αρμών κι ακολουθούν από το πάτωμα μέσα μια άλλη διαδρομή ως το ταβάνι του υπογείου κελαριού, ως τα άχρηστα εργαλεία και τα ξεχασμένα σπόρια που πέσαν από τα κιούπια μιας εποχής μας.

Αυτό το σπίτι που βρεθήκαμε, ξεχασμένο πια από την κοινωνία στην οποία θεμελιώθηκε, υπάρχει μαζί με το βουνό που όλο εκεί είναι, δίπλα μας είναι, απέναντι είναι και πάνω είναι και κάτω με τρόμο όταν κοιτάς είναι και καθόλου δεν είναι όσο κι εμείς στεριώνουμε τη στιγμή μας.

*»Πάνω σε μύες και τένοντες / πουλιά που όρνια εφτάσαν […] Γ. Σκαρίμπας

Advertisements

5 Σχόλια

  1. …!!!…


  2. Ένα θαυμάσιο βουνό σε μια έρημο από τελείες, θεώρημα


  3. Τι να πω κι εγώ, δηλαδή…
    Μετά από τέτοιο κείμενο!


  4. Τίποτα να μην πεις -βάζω κιτρολέμονο κι ετοιμάζω καφέ- σαν στο σπίτι σου


  5. Εντάξει. Το κλείνω και περιμένω 🙂



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: