h1

Αμπάριζα

Μαρτίου 7, 2010

Καταραμένη παιδική ηλικία. Σε σένα υφίσταται η πιο πηχτή ευτυχία του παρόντος. Σε σένα κι οι ρωγμές, οι γρατζουνιές όταν ο Πέτρος φωνάζει φτου και βγαίνω. Κι είναι χοντρός ο Πέτρος. Τρέχει από τέρμα σε τέρμα μανιωδώς κι έχει τα χέρια ανοιχτά και σε γροθιές τα φέρνει γύρω σαν όλεθρος. Ανεπίδεκτος μαθήσεως, κακομαθημένος και τεμπέλης, μόνο τρώει και χαχανίζει και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μου τρύπαγε το χέρι ανάμεσα στα μετακάρπια. Σειρά οι μολυβιές, σουβλιές η μία πλάι στην άλλη, λες και σχεδιάζαμε να παίξουμε τελίτσες όσο βαριόμαστε στο βαγόνι. Κι όμως, κάνουμε μάθημα κι ανάμεσα στον καρπό μου και τα απαλά μου δάχτυλα έχω τετράγωνο το σουρωτήρι της επιβολής του: κοίτα, είναι καινούργια και καλοξυσμένα τα μολύβια μου, ο μπαμπάς μου έχει βιβλιοπωλείο. Ώστε, ναι; Το πιο μεγάλο της πόλης, το ξέρω, βρε άθλιε. Μια δρασκελιά από το σχολείο είναι το μαγαζί και ξέρεις, η μάνα μου το έχει φανερό το πορτοφόλι της κι είναι γεμάτο με χάρτινα νομίσματα, διάφορα χρώματα και μυρίζει το αρωμα της εποχής και μου λέει: οποτε θελεις να πας στο βιβλιοπωλείο, να παίρνεις το πορτοφόλι μου το κόκκινο και να πηγαινεις, να μη ρωτώ, μαμά; Όχι, να μην ρωτήσεις τίποτα, μόνο άκουσε που σου είπα. Το παίρνω παραμάσχαλα και πάω, πότε μόνη, πότε με τον αδερφό μου, πότε κι οι δυο, ο καθένας στο πόστο του, γομολάστιχες και μολύβια με πόσα Η και πόσα Β, και Parker για τη μαμά, μαύρο ψιλό σαν το καλσόν, μωρέ κι αυτό; Κι αυτό, κι αυτό; Όλα θέλω να τα πάρω, να σκάσουν όλες από τη ζήλια και να λένε λογια μέλια για την κασετίνα μου, τα χαρτάκια που μυρίζουνε κι είναι ροζ σε σχηματα κατανοητά, στις τσέπες, στον κόρφο, στη ζούλα όσα γίνεται περισσότερα, μα γιατί κιόλας, είναι γεμάτο το πορτοφόλι. Είναι ακόμη γεμάτο και μπορώ να ορθώσω ένα πρόσωπο καλοπληρώνοντας, έχοντας ήδη να διαχειριστώ μοναχή μου τα χρήματα, της μαμάς, του σπιτιού μας.

Και τι να της πω; Όχι, εξομολογουμαι τώρα, τι να της πω; Δε μου φαινεται και τοσο σωστο να χρειάζομαι τοσα πράγματα, μα τα θέλω, πόσο τα θέλω και τα βουτάω περίτεχνα κι ολοφάνερα, με τις κωλότσεπες να ξεχειλίζουν και το χτυποκάρδι της παρανομίας, της εκδίκησης κιόλα, γιατί όχι; Που θα πάω τώρα στο διάλειμμα και θα δείξω τα χαρτάκια τα καινούργια, θα ‘ρθουν σμάρι από την περιέργεια κι όλες οι άλλες, μια ομάδα γύρω μου, στα καλά καθούμενα η αγέλη, πού να ορμήσει ο Πέτρος, όντως τη γλίτωσα από τα βάσανα προς το παρόν.

Αυτά τα μαρτύρια δεν λέγαμε με τίποτα να τα μαρτυρήσουμε, ήταν όντως τυχεροί οι τότε δάσκαλοι, που τους γλίτωναν οι μεταξύ μας σιωπηλοί βεντετισμοί, αρκεί να διατηρούνταν οι ισορροπίες. Όπως και να ΄χει, έλεγα πώς κι αμάν να την γλιτώσω και δεν έβρισκα την λύση μου με τίποτα. Με τα χέρια μου διάτρητα απ’ τις καινούργιες παραλαβές της stabilo, πάω και κλέβω ξανά-μανά την πίκρα μου πίσω, όχι πως ξεπληρώνομαι, διότι ιδέα δεν έχω πως σκοτώνω το μίσος για τον διπλανό μου τον Πέτρο, διακινδυνεύοντας το πρόσωπο και την εμπιστοσύνη. Συμμετέχω στην Αμπάριζα με το φυλλοκάρδι τρεμάμενο, η γροθιά του θωρηκτό απαρέγκλιτο, αντε γεια, πάω στο αδειανό μου θρανίο. Τα υπόλοιπα κορίτσια αποχωρούν επίσης,  σταδιακά εγκαταλείπουν το παιχνίδι, που καταλήξαμε να κάνουν όλα τ’ αγόρια τις κινούμενες γροθιές και να τρέχουν απ’ ‘ακρη σ’ άκρη στο προαύλιο. Εγώ με ελαφρά τα βήματα ανεβαίνω την απέραντη σκάλα, που στην Πέμπτη θα γλιστρήσω και θα πάθω παραλίγο διάστρεμμα και να η πράσινη επιφάνεια που μου ανήκει για λίγο. Είναι ήσυχα όσο λείπει αυτός. Είναι το θρανίο μου, η μεριά μου και τ’ απλωμένα χαρτάκια μου, πάρε συ, δώσε συ, και του Πέτρου αριστερά, κείντα μολύβια να είναι φρέσκα ή να καταστρέψω την ξύστρα του, βοήθεια. Η μνήμη καμιά φορά πάει για ύπνο και προχωράει γλυκά σαν αμαρτωλό πατατάκι και τσίχλα ατελείωτης γεύσης με φράουλα, δώσε ‘να kiss, τι λε ρε, εγώ τρώω μόνο toblerone, lila, lila pause, νεωτερισμοί κι ο Άγιος Ελευθέριος μοιάζει παροδικός κι ανύπαρκτος, είναι τόσο ψηλό το τζαμί.

Πελώριο και ακριβοθώρητο τζαμί, που δεν μας άφηναν να μπούμε, να το δούμε. Κι ήμασταν σίγουρα όλα μαζί, πως άμα τα καταφέρουμε και μπούμε εκεί μέσα,  θα δούμε τους μουεζίνηδες, εγώ στοιχημάτιζα στη Λωξάντρα, που όντως την πλήρωσα 270 δρχ. στο βιβλιοπωλείο, του μπαμπά του Πέτρου. Η Ασπασία έλεγε, πως σίγουρα κάποιοι πάνε τα βράδια και προσεύχονται, αχ μακάρι να τους δούμε πώς σκύβουν και πώς ψέλνουν και πώς λυγίζουν τα πόδια τους από τον ασπασμό. Ήταν πολύ πιο σιωπηλή η διαπίστωση για το τζαμί, που όντως τα καταφέραμε και μπήκαμε, εγώ κι η Ασπασία. Οι δυο μας και ο άδειος χώρος. Το τρέμουλο για το χτες, που στέκει μεγαλωμένο διαρκώς και με τα χρόνια, πάνω στον τρούλο το χτές που δεν βρήκε το μπόι τ’ ανθρώπου για ν’ ακουμπήσει στοιχειωδώς. Ιστορία που δεν μιλήθηκε κι είχε μόνο τους παλιούς φυλακισμένους απέναντι, που είναι πάντοτε το ίδιο σκεφτικοί και στην άλλη γειτονιά, με την Έλενα που βρίζει και κυνηγά με ρόπαλο τον τρελό που τη χούφτωσε στο δρόμο. Τώρα είμαι στο ταμείο κι έχω ήδη πολλούς περιπάτους στην γη του ενός και του άλλου, πόσο πολύ τα Κιμιντένια και η Σύμη κι η Ελευσίνα. Είμαι τώρα που βλέπω τον μπαμπά του Πέτρου στο ταμείο και να δίνει τα ρέστα του κι είναι πράος, τόσο καθαρός κι ειλικρινής. Τον κοιτάζω με τα χέρια μου όλο ψέμματα και το σώμα μου φορτωμένο τα λάφυρα, τα αόρατα κειμήλια που επιβεβαιώνουν ό,τι ακριβώς θεωρώ περιττό. Μες στην καινούργια λεία μου είναι αυτά που ξεπερνούν το μέτρο, το ορισμένο από εμένα και μόνον, αφού εγώ κρατώ το πορτοφόλι και δεν υφίσταται κανένας περιορισμός. Για λίγα λεπτά και κάθε φορά που πλησιάζω το ταμείο, με κλοπιμαία ή μη, αναρωτιέμαι αν το παιδί αυτό είναι όντως δικό του, είναι χαοτική η διαφορά των παρουσιών τους. Δεν θυμάμαι αν έχω τύψεις, θυμάμαι μόνο που πήγα ένα απόγευμα στη Γιωργία.

Πώς να το κάνουμε το κούρεμα;

Καρέ.

Κατάλαβες, καλέ; Να γλυκάνεις χωρίς να το καταλάβεις και να πάθει μια μικρούλα πλάκα, ο Πέτρος, που κοκκινίζει λίγο, ε και τράβηγμα στη φωνή, μήπως, όχι, για να δω. Και τον κοιτάω με τα χέρια λίγο πιο σηκωμένα, με παράλογο τρόπο, που δεν τον ξέρω, κάποια μνήμη τα τραβάει προς τα πάνω, ίσα με τα μάτια του έτσι όπως κάθεται στο θρανίο, που ήμαστε για έναν χειμώνα συμμαθητές. Όλη του η συστολή τον γλυκαίνει κι εκείνον, ώστε έπρεπε να ομορφύνω μάλλον, μα τα χέρια μου τώρα που σε συγχωρώ, γιατί τα σηκώνω σαν να πρέπει να μου τα φιλήσεις κι όσο στέκουν αφίλητα, μου θυμίζουν τον πόνο του γραφίτη που μπήγεται κι αφήνει τατουάζ δυο τελείες. Από τη ρίζα του μέσου δαχτύλου μια ευθεία ως την άκρη, η τελεία από το διάβασμα του απογεύματος.

Πρέπει να κάνω μάλλον μια ευθεία γραμμή από το πρώτο μου μαρτύριο, ως τη στιγμή που η δασκάλα μου ανυπομονεί να καταλάβω γρήγορα, είναι και μάνα μου και πρέπει κιόλας να με ταϊσει, δεν έχει χρόνο να με κοιμήσει, κατάλαβε τώρα πώς γίνεται μια γραμμή, μια ταραχή και σουβλίστηκα κατά λάθος μόνη μου. Εντάξει, δεν ήταν τίποτε το τρομερό, είχα συνηθίσει. Έμεινε μέσα μια τελεία, όμως, από εδώ ως εκεί κι ανάμεσα το πεπερασμένο.

Μα πώς χάθηκε; Πώς έγινε και πέρασαν τρία και τέσσερα χρόνια που ήταν σαν αόρατος, το ίδιο ευτραφής, το ίδιο κορδωμένος, ο Πέτρος, που υπήρχε, είμαι σίγουρη πως μεγάλωνε μαζί μου, δυο θρανία πιο ‘κει, πότε στο παράρτημα και πότε στο παλιό το κτήριο των φυλακών της πόλης, που μετακομίσανε και πήγανε στη γειτονιά που θα την βρω μεθαύριο, κάτι χρόνια μετά θα σουλατσάρω με την Έλενα κρατώντας από ‘να ξυλάκι παγωτό. Κι έμεινε ‘δω το άδειο μας το σπίτι. Που μας περιέχει 8 με 1, εμάς τις αγνές μας υπάρξεις μας, μας στοιχίσανε, μια γραμμή, όλοι μαζί στο τετράγωνο προαύλιο με κεφάλια κουκκίδες κι ενώσεις απρόβλεπτες. Μας βάλανε εκεί. Στα παλιά κελιά των πρώτων φυλακών, με το αναγκαίο παρεκκλήσι του προστάτη τους. Πόσο παράξενο, η ελευθερία να είναι το φυλαχτό τους, μα τους φυλάει ή τους φυλακώνει, πώς να ξέρεις άμα δεν κάνουνε το λάθος να βάλουνε τραγούδι στα μεγάφωνα μια μέρα;

Επανάσταση. Δώστε κι άλλο. Δεν έχει άλλο. Τότε ξανά, το ίδιο. Το ίδιο τραγούδι, πάλι και πάλι, δυομιση τραγούδια χωρέσανε στο διάλειμμα κι ήμασταν πόσα; Όλα. Όλα πιασμένα χέρι – χέρι, ρε ηλίθιοι, χέρι – χέρι πιασμένα όλα τα παιδιά της γης, ρε το πρώτο μάθημα της Γλώσσας μας ήτανε, μαύρα παιδιά και με μάτια γαλανά και ξανθά μαλλιά , κορίτσια με μάτια αμύγδαλα, όλα πιασμένα και περπατάνε σαν χάρτινη κορδέλα γύρω από τη μπάλα, μα εμείς έχουμε πλατεία με επίπεδα και διαφορετικά πλακάκια. Κι όμως πιανόμαστε και δεν γνωριζόμαστε και είμαστε για πρώτη μας φορά όλα μαζί κι οι δάσκαλοι ντραπήκανε και μαζί χαρήκανε. Δεν λέω, χαρήκανε. Μα δεν κατάλαβε, κανένας τους, ποτέ. Δεν την βίωσαν την σημασία και δεν ξέρουνε ότι η σκάλα που σκοντάφτουμε δίνει τον τόπο της στην οργή μας. Όλα μαζί φωλιασμένα στη σκάλα, ακριβώς δίπλα από το γραφείο που βρίσκεται ο πολύς διευθυντής. Θέλουμε κι άλλο, όχι, ξανά, κι άλλο φωνάζουμε και οι φωνές γίνονται φλεγόμενη βάτος που την παίρνει ο αέρας και σβουρίζει τυχαία. Επιμείναμε για το αυτονόητο κι αν όντως είχαν δίκιο, θα πρεπε να γνωρίζουν το βάθος της ανακάλυψης που θα το βρίσκαμε κατόπιν μόνο στον έρωτα, λες και μας ήταν πολύ να το βρούμε κι έτσι και τόσο νωρίτερα. Απλά και χωρίς κουβέντες πιαστήκαμε κι ήμασταν τόσα που δεν χωρούσε η ευθεία γραμμή και βγήκαμε έξω απ’ το προαύλιο, κι άλλοι, κι άλλοι μαζί, ανεβαίνουμε την πλατεία, τη φέρνουμε γύρω δυο – τρεις φορές, κατεβαίνουμε από την πλαινή της σκάλα και χορεύουμε τώρα στο παράρτημα, που είναι κάτι παράγκες εκτός του σχολείου, να χωρέσει το πλεόνασμα των παιδιών. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Ξέραμε να ζητάμε αυτά τα λίγα, ένα τραγούδι, μια εκδρομή και μόνον άμα μας έπειθαν ότι υποφέρουν το ίδιο, που δεν μπορεί να γίνει αυτό το χατήρι τελικά, μπορούσαμε να υποχωρήσουμε χωρίς να προδώσουμε το απραγματοποίητο. Να δούμε την κατανόηση για την μη εκδρομή, να δούμε πως νοσταλγήσανε την περασμένη άνοιξη, λίγη γραβιέρα και καφές στο Πάρκο του Λαού κι εμείς αλωνίζουμε στις σκληρές διαπραγματεύσεις μας, μεγαλώνοντας, όλο μεγαλώνοντας κι όχι, δεν μεγαλώνουμε, νομίζουμε πως ψηλώνουμε. Είμαστε όμως Τετάρτη δημοτικού κι εξαπολύουμε την φωνή δια παντός. Εννοείται πως έγινε το δικό τους. Μας σωπάσανε και συνεχίσαμε, περιέργως πώς. Αλλάξανε λίγο τα πράγματα. Εξανθρωπιστήκαμε σταδιακά, βλέπαμε το χάσμα με τους μικρότερους και μαθαίναμε το πέρασμα του χρόνου, διαπραγματευόμενοι τις εκάστοτε συλλογές αποκτημάτων. Βάλανε μόνο τα θρανία και λίγο ακρυλικό, βάλανε μάλλον καινούργιο κουδούνι για τα μέσα και τα έξω, μετακινούμενοι από χρόνο σε χρόνο, από αίθουσα σε αίθουσα και στεγαζόμαστε  μαζί με λέξεις κι αριθμούς. Κι ο δήμιος εκείνης της εποχής εξαϋλώθηκε με το ίδιο του το κοίταγμα. Πώς άλλαξε έτσι, ίσως σκέφτεται πως τόσο που άλλαξα μάλλον κι εκείνος άλλαξε, πως όσο δεν τον έβλεπα ήταν αφανής.

Την ώρα που λύθηκε ο δεσμός της εξουσίας, τα χέρια μου, ιδίως το δεξί, ανασηκώθηκε χωρίς να το θέλω και δεν τον χαστούκισα, ούτε και του ‘πα τίποτα, μόνο χαμογελούσα και υπενθύμιζα τον τόπο του μαρτυρίου, αυτό, τι θα κάνουμε με αυτό, που θυμάται μονάχο του κι έχει το δικό του μυαλό και τις απορίες του. Έχει κι ανάγκη έκφρασης, να μιλήσει για τα πρώτα καρφιά, που ήταν από ξύλο. Μίλαγε μόνο του το χέρι μου, υψωμένο και παράλυτο, αναζητώντας την απάντηση που δεν μπορεί να την δώσει ποτέ ο μετανιωμένος.

Την απάντηση την έχει μόνο η πρόταση που είναι αληθής.

Advertisements

3 Σχόλια

  1. Εξαιρετικό!…


  2. Γεια σου εκπληκτικό θεώρημα


  3. exposing Islam and its war against the west.  In this rather lengthy article, Geller dissects the interview of Imam Rauf (Ground Zero Mosque) done by Bill O’Reilly on the “no spin zone&#… today.  (Highlights added.)  She explains some key concepts in both the Imam’s thinking



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: