h1

Τι ξέχασε η Λιλά

Νοέμβριος 12, 2010

Εκεί στη Δροσοπούλου άφησε την επιστροφή. Σε τούτο που είναι φύσει αναμενόμενο, μα ποτέ του δεν έγινε. Ένα ποτήρι νερό και λίγη βανίλια στο κουτάλι, μην κλαις. Μη λυπάσαι που θυμάσαι την αναπαράσταση του καλωσορίσματος, πού θες; Να σε πάω, άμα είναι.

«Που λες, τον χαιρέτησα και με τα μάτια του φούσκωσε, με το βλέμμα στην πιθανότητα είπαμε τα γράμματα της λέξης». Ψιθύρισε την ψυχή της σαν τυφλός γέρος που συλλαβίζει τον Αλή Μπαμπά. Μπήκε στο λεωφορείο κάθε μέρα,ήπιε καφέ και κοιτούσε τον κόσμο να περνάει πάνω – κάτω.

-You τζάμι, της φωνάζει.

-Τι;

-You.

-Εγώ;

-Ναι, τζάμι. Και την δείχνει με τα δυο του χέρια, μια εξίσωση και το ίσον παράλληλο κατευθύνεται σ’ αυτήν. Γελάει εκείνη και ντρέπεται κι όταν έπαψε η απρόσμενη αργκό καταμεσήμερο στο Βυζάντιο, παίρνει κάτι εκφράσεις απορίας.

-Είναι που είσαι τόσο άσπρη, γι’ αυτό σε θέλουνε, είπε η μαμά της.

Περάσαμε όλοι μας σε συμπεράσματα της ώρας, όχι από εκείνα που είναι να τα υποτιμάει κανείς, αλλά από εκείνα που μιλάνε μονάχα για το εδώ του τώρα. Δεν βλέπουμε παραπέρα από τούτη τη στιγμή, δεν ξέρουμε τι γίνεται πιο ‘κει τώρα που αναλύουμε τα γεγονότα.

Βρέχει και ξέχασε την ομπρέλα της, θυμάται την ποίηση για την βροχή, την επανάσταση του γυμνού κούτελου κάτω απ’ τις σταγόνες. Θυμάται την μελοδραματική της διάσταση σε τόσες σκηνές, στην πλατεία με το συντριβάνι, απόγευμα και χωρίζαμε τα χνότα μας εξηγώντας. Βρέχει και βιάζεται.

Ελέγχει τον δρόμο, το φανάρι, περνάει απέναντι, η Πέλλη που δεν πρόλαβε ν’ ανεβεί στο πεζοδρόμιο, το περίπτερο ανοιχτό, ο φούρνος στο μισόφωτο, ανηφορίζει.

Έχει και λίγο κρύο δίχως κουκούλα, δίχως τον εαυτό σου φασκιωμένο, δίχως την αδιάβροχη βόλτα σου, οι τσέπες παράδεισος για τους κόμπους των χεριών που ψάχνουν τα κλειδιά, άνοιξε σουσάμι.

Συλλαβίζει το όνομά της, σαν τον γέρο που δακρύζει από το θάμπος της σπηλιάς. Είναι κουφός, μα μέσα στα γράμματα του μύθου ακούει τα πέταλα των αλόγων κι είναι σαράντα.

Τώρα τρέχει, με το ένα χέρι ασφαλίζει την τσάντα της, το άλλο μένει στη ζεστή του προφύλαξη, με τα μάτια δεκατέσσερα όπως πάντα.

Λέει η μνήμη του παραμυθιού κοίτα πόσο με στοίχισε κι έχω για πάντα τα θηρευτικά μου ένστικτα, η ταχυπαλμία του θηράματος είναι ίδια.

Έρχεται η δικαιοσύνη της ιστορίας κι όλοι κοιμόμαστε κάπως το βράδυ, άλλος πολύ και άλλος λίγο.

 

Advertisements

2 Σχόλια

  1. Κι άλλος καθόλου ίσως;…
    Πολύ όμορφο κείμενο, μις.


  2. Αυτοί που δεν κοιμούνται καθόλου, ίσως ονειρεύονται περισσότερο, θεώρημα..

    Χαίρομαι πολύ να σε βλέπω εδώ



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: