h1

Για τον γύρο του κόσμου

Οκτώβριος 25, 2012

Μαύρη γάτα, αίλουρος, το ‘χω ξαναπεί, μη νομίζεις πως δεν την ξέρεις πάνω στο καπώ, που κάθεται και πλένεται ώσπου να αρκεστεί, μη νομίζεις ότι δεν οσμίζεται τον φόβο σου, την ιπτάμενη γρουσουζιά επάνω απ’ το κεφάλι σου, εκείνο το σύννεφο που θα σ’ ακολουθεί.

Κι ύστερα λες, βεβαίως, συννεφούλα μου, μου είσαι απαραίτητη, σκέψου να ήμουνα ολημερίς στον ήλιο.

Η σκαμπαβία δεν μας χώρεσε και πώς θα κουβαλήσουμε τόσους απόντες, εμείς οι παρόντες πώς θα συνεχίσουμε, οι επιζήσαντες πώς θα κοιταχτούμε για να γλιτώσουμε απ’ το ατελείωτο πέλαγο.

Κι αυτός ο ορίζοντας δε στέλνει τη φωνή, δεν βιάζεται και δεν υποχωρεί το μήκος της απόστασης, στον Ειρηνικό το καρυδότσουφλο των ναυαγών ακινητοποιείται, στο γαλήνιο φιλί της νηνεμίας ξελογιάζεται, νομίζει πως είναι ένας ήμερος ωκεανός και τον βαπτίζει κατά πώς κατάλαβε εκείνη την στιγμή, αυτήν που του μερίμνησε η τύχη η καλή και μας ξεγέλασε.

Ξαναπεράσαμε θριαμβευτές, απ’ το ίδιο το μπουγάζι ξεκινήσαμε, τις ίδιες ξέρες αποφύγαμε, με τους γνώριμους πλέον ιθαγενείς, βρεθήκαμε ψωνίσαμε καλαφατίσαμε, με τις ζημιές μπαλωμένες κινήσαμε, κόντεψε το νερό το κήτος να μας καταπιεί, δυο φορές το ξάρτι μας κι άλλο τόσο ως τα κύματα, η πλώρη βασανίζεται, πλευρίζει ταλανίζεται, τρίζουν τα ξάρτια και το τιμόνι γυρίζει χωρίς σταματημό.

Είδαμε και πάθαμε, βγάλαμε τα ρούχα πανί καινούργιο ράψαμε, πότε δυτικά πότε νότια μας γυροφέρνουν οι κυκλώνες. Μας κυνηγά το ουράγκαν μεσόπλωρα και δεν ορίζουμε, πώς θα ξημερωθούμε δεν τολμούσαμε, αν θα μας υποδεχθούνε δοξασμένους στο Περού, στις όχθες της Πορτογαλίας ξεβρασμένους, αν θα τριτώσει το κακό ή αν θα μείνουμε στον σκιερότερο βυθό, υπό το βάρος των περιστάσεων τεθλιμμένοι.

Στο τέλος φτάσαμε, μετά από δυο φουρτούνες ακόμη φτάσαμε, δεν μας γνωρίσανε, από την όψη μας ούτε ελεημοσύνη δεν μας άξιζε, πήρε πολύ για να μερώσει η πείνα μας, χρειάστηκε μερόνυχτα για να ξυπνήσουμε και να βαδίσουμε ήσυχοι στο φως.

Μιλήσαμε, είπαμε τα καθέκαστα και αναθάρρησαν οι περιπέτειες, οι σειρήνες των θρύλων μας περιφρούρησαν ολοταχώς και λυγίσαμε. Πήγαμε τουλάχιστον στον κουρέα μας και τακτοποιήσαμε τις περισσότερες από τις υποθέσεις. Είκοσι δύο τόνοι πιπέρι και γλυκάνησο, ρούχα, καπέλα και χτένες με τα καθρεφτάκια τους, στην Καραϊβική και στις Ινδίες να μας περιμένεις με τα χρυσάφια σου, με το χαμόγελο στα χείλη των Παταγόνων.

Πάλι σταθήκαμε και πάλι γυρίζουμε, ύστερα μόνο που χαιρετίζουμε και μακαρίζουμε, σε κατάσταση κωμική.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: