h1

Η ζήλεια βγήκε παγανιά

Δεκέμβριος 27, 2012

Οι απέναντι έπλυναν την αυλή και το πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι τους. Έχει υγρασία κι είναι κιόλας βράδυ, τα βρεγμένα πλακάκια σκουραίνουν στο ημίφως, μεθαύριο πανσέληνος ή αύριο;

Του διπλανού η λεμονιά είναι πιο γλυκειά, πιο κίτρινη, πιο φουντωτή. Το ξένο κεραμίδι και το φωτισμένο παράθυρο, αυτό που εσωκλείει το τυχερό του περιεχόμενο, είναι ποθητό αν είσαι από ‘κείνους που περπατούν μες στο κρύο και με τα χέρια στις τσέπες.

Κι οι τριανταφυλλιές, κι αυτές υπερτερούν, φροντισμένες κι ανθισμένες, ψηλές σαν δέντρα, σαν αχλαδιές που κορυφώνονται ευθύς επάνω.

Ο κόκκορας που με κοιτάει λοξά, επιθεωρεί τον χώρο του κι είμαι μια ξένη σκιά, περαστική απ’ τον δρόμο με τους πρόχειρους φράχτες.

Η ανοιχτή πόρτα στα γύφτικα, μέσα μια σόμπα και γύρω παιδιά, μια τηλεόραση κι ένα κυρτό φουγάρο, φυστικί περβάζια και ροζ παραθυρόφυλλα. Τώρα μικραίνουν οι ώρες κι η ξαστεριά λευτερώνει τα φώτα της πόλης, δε μένει μια στάλα αξόδευτη, φεύγει κι η θέρμη του τόπου κι εκτοξεύεται στην άκρη του ορίζοντα, δε μένει μια στάλα να ζεσταθεί το κόκκαλο, να ζεσταθούν τα σωθικά.

Το παρακάτω περιβόλι, οι παραπέρα κάμποι, έχει λωτούς εκεί κι ήρθε ο συγγραφέας να τους ορίσει έναν ιδιοκτήτη που φρουρεί με το δίκαννο κι εσένα κλέφτη που μόλις πείνασες. Ο συγγραφέας, επίσης, σε πρόλαβε πριν απλώσεις το χέρι να κόψεις τον καρπό και σου λέει πως οι λωτοί που βλέπεις είναι άγουροι. Έχουν ξεμείνει κάνα δυό στα σκόρπια, γυμνά τους, κλαδιά, ξαλαφρωμένα κι αυτά με την σειρά τους, πεταρίζουν ανάλαφρα σε κάθε ριπή του ανέμου.

Παρά τα σκάγια που σε παραφυλάνε παραμερίζεις τις προειδοποιήσεις και μπαίνεις στο ταψί της πείνας σου, χορεύεις για το ένστικτο της σίτισης, της τροφής την προσταγή. Λέει, λοιπόν, ο συγγραφέας πως σε πρόφτασαν οι οργανωμένοι κλέφτες, αυτοί που δεν πεινούν τώρα δα, μα έχουν καρότσια και τσουβάλια, έχουν διαθέσιμα χέρια και οχήματα, έχουν αποθήκες και ψυγεία για να τ’ αφήσουν να ωριμάσουν κι ύστερα να τα βγάλουν στην αγορά. Τώρα οι λωτοί, αύριο τα ροδάκινα, όλα τους άγουρα για να μην χτυπηθούν πολύ κατά την μετακίνηση.

Όσο τον αφήνεις τον συγγραφέα τόσο συνεχίζει με δαιδαλώδεις προσθήκες και λεπτομέρειες, έρχονται σύντομα κι οι αναλύσεις με τα σχετικά αποτελέσματα, σχεδόν απελπίζεσαι και περισσότερο αναρωτιέσαι, πώς να τα βγάλεις πέρα στην χώρα των λωτοφάγων; Με τα χέρια στις τσέπες πάλι φεύγεις νηστικός.

Κι ύστερα ψάχνεις πώς να μπεις σ’ έναν φούρνο, να ‘τανε λέει κι ένα ζαχαροπλαστείο κλειστό, να βουτήξεις το χέρι στα αφράτα μακαρόν, να ‘τανε λέει κι ένα τσάι ζεστό, ένα σημείο να σταθώ, να  ζεσταθώ, να μου φτάσει ο εαυτός και για τους άλλους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: