h1

Η Αθήνα στην υγρή της όχθη

Δεκέμβριος 30, 2012

Στους τοίχους τ’ αγγελτήρια ξεπλένονται, πουλάω και ψάχνω και κανείς δεν αγοράζει τις ημέρες εκείνες.

Οι ολόμαυρες γάτες πληθαίνουν, οι φίλοι χάνονται κι ύστερα βρίσκονται, λίγο βαρύτεροι ή ελαφρείς σωπαίνουν. Άλλος με κάποια αισθητική κι άλλος με μιαν ησυχία, λόγια φορτώνονται και ξεφορτώνονται στις πλάτες μας κι ύστερα λες τι μικρός που είν’  ο κόσμος. Στην όχθη του Αμαζονίου αναγνωρίζεις ένα δικό σου επιφώνημα, μιλάς την γλώσσα με μια ριπή, εν μια νυκτί συνεννοείσαι με τα ξωτικά σου πρόσωπα. Ακούς μια μουσική και δεν είναι ο Ερμής, είναι ο ελέφαντας που παίζει.

Το βράδυ στο δρόμο με τα συνεργεία ο περίγυρος ερημώνει και μένουν οι ήχοι απ’ τις σοφίτες μου. Φύλακες αποθηκών, ζευγάρια στο ξεκίνημα κι ένα δωμάτιο τυφλό, αιρετικοί που επιδιώκουν μια παύση αχανή. Μπορεί κάποιος να τραγουδάει, την ώρα που μαγειρεύει να μιλάει, ίσως να παίζει το ραδιόφωνο κι είναι κλειστά τα μαγαζιά, μια φυσαρμόνικα σε σολ κι έχουν μείνει τα μαυρισμένα τα κατώφλια τους: τα γράσα της παραγωγικότητας, οι αμέλειες της βιασύνης, έχω δουλειά και χαιρετώ σας.

Μένουν οι ποντικοί στις οροφές, αρκετές γάτες στις γωνίες των εσοχών κι αναρίθμητα πεζοδρόμια.

Μετά έρχονται οι λάμπες οι στρογγυλές, πότε ροζ και πότε λευκές, άλλες σαν μάτια τέρατος κι άλλες σαν γλόμποι που σε θωπεύουν, σε πλανεύουν. Καμμιά φορά προδίδεται και το κίτρινο: σ’ ένα μπαλκόνι τα χρυσάνθεμα, στο πεζοδρόμιο τα πρώτα λεμόνια προσγειώνονται, οι κλέφτες μπαίνουν στις αυλές, κάνουν το ρούχο τους ποδιά κι ύστερα φεύγουν κυοφορούντες τη λεία τους. Είναι τα λάφυρα τ’ ονείρου, ψυθιρίζει ένας δραπέτης.

Πριν ξυπνήσω και μετρήσω ως το εκατό, νομίζω πως ξεκίνησα να φτιάχνω παγωτό, δεν άντεξα μετά την κόψη του μαχαιριού, η φλούδα τσακίστηκε και ράγισε, ξεχύθηκαν στάλες ελαίων εσπεριδοειδούς καταγωγής κι αν δεν είναι το λεμόνι είναι ο χρυσός στο στήθος του βραδινού κατορθώματος. Αν δεν είναι ο πανάρχαιος μύθος, θα ‘ναι η έλλειψη ασβεστίου, οι ξεχασμένες ιστορίες για το σκορβούτο, η αναγκαστική παρένθεση της ημέρας πάντως με ξεσκεπάζει και διατάσσει έναν ύπνο ενεργό. Σαν τα μωρά που κοιμούνται οπουδήποτε ετοιμάζω το πρωινό μου και δεν υπνοβατώ φυσώντας τον αχνιστό καφέ. Σκάλωσαν, όμως, φύλλα, κλαδιά και λεμονανθοί στην μπλούζα μου, έχουν σκιστεί τα μανίκια μου και κανείς δε με πιστεύει.

Advertisements

3 Σχόλια

  1. σε πιστεύω εγώ…


  2. τάδε έφη το βάλσαμο

    καλή πρωτοχρονιά



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: