h1

Σερενάτα για την σειρήνα

Ιανουαρίου 2, 2013

Σειρήνα, serena, serenata

αν ήμουν στην θέση σου θα το σκεφτόμουν περισσότερο

αν θα προτιμούσα τα βράχια της βόρειας θάλασσας

αν θα καθόμουν στην ιχθυόσκαλα με τους πρωινούς αθλητές

λαχανιασμένοι κι ασθμαίνοντες διηγούνται τα χτεσινά τους

η δίαιτα, η πίεση, χειμερινό κολύμπι οπωσδήποτε

Μάλλον θα πήγαινα σε τόπους με παραδείσια πουλιά

να μην πιστεύω από την ομορφιά

να μην αναπνέω από την έκπληξη

να σβήσω με τα βράγχια στεγνά

να αντισταθώ στην αμφίβια υπόστασή μου

Κι όμως δε γίνεται

ή βάφεις τα νύχια σου ή δεν τα βάφεις

γρήγορα θα γυρνούσα στα λόγια σου

θα ‘ψαχνα έναν καταρράκτη

ναι στον Νιαγάρα και μην απορείς που σπαταλάω εδώ τα νι

εσύ τα λόγια σου τα έχεις μετρημένα

κι είναι η φωνή που περιπλέκει την υπόθεση

εκεί στηρίζεται η κρισιμότητα του αγώνα

Οπότε δεν θα στερούσα από τον εαυτό μου ένα υγρό περιβάλλον

θα έπαιρνα τον αέρα μου στον μοναχό μου βράχο

ύστερα θα βουτούσα σαν τις φώκιες

στη Μήλο ναι, στις σπηλιές θα κοιμόμουν

Θα περνούσα κι από ένα βαθύ καθαρό ποτάμι

θα προσπαθούσα πολύ γι’ αυτό

και στις Πρέσπες με μεγάλη βεβαιότητα θα στεκόμουν

αν και γρήγορα θα κινούσα για τα θερμά χάδια της Ταϊλάνδης

μεγάλο σχολείο στην πλάνη

στο Βόσπορο για χάζι μέσα στο ψαροκάικο

τι ωραία που τα λέω

μα αν ήμουν στη θέση σου, ομολογώ, θα το σκεφτόμουν

h1

Η Αθήνα στην υγρή της όχθη

Δεκέμβριος 30, 2012

Στους τοίχους τ’ αγγελτήρια ξεπλένονται, πουλάω και ψάχνω και κανείς δεν αγοράζει τις ημέρες εκείνες.

Οι ολόμαυρες γάτες πληθαίνουν, οι φίλοι χάνονται κι ύστερα βρίσκονται, λίγο βαρύτεροι ή ελαφρείς σωπαίνουν. Άλλος με κάποια αισθητική κι άλλος με μιαν ησυχία, λόγια φορτώνονται και ξεφορτώνονται στις πλάτες μας κι ύστερα λες τι μικρός που είν’  ο κόσμος. Στην όχθη του Αμαζονίου αναγνωρίζεις ένα δικό σου επιφώνημα, μιλάς την γλώσσα με μια ριπή, εν μια νυκτί συνεννοείσαι με τα ξωτικά σου πρόσωπα. Ακούς μια μουσική και δεν είναι ο Ερμής, είναι ο ελέφαντας που παίζει.

Το βράδυ στο δρόμο με τα συνεργεία ο περίγυρος ερημώνει και μένουν οι ήχοι απ’ τις σοφίτες μου. Φύλακες αποθηκών, ζευγάρια στο ξεκίνημα κι ένα δωμάτιο τυφλό, αιρετικοί που επιδιώκουν μια παύση αχανή. Μπορεί κάποιος να τραγουδάει, την ώρα που μαγειρεύει να μιλάει, ίσως να παίζει το ραδιόφωνο κι είναι κλειστά τα μαγαζιά, μια φυσαρμόνικα σε σολ κι έχουν μείνει τα μαυρισμένα τα κατώφλια τους: τα γράσα της παραγωγικότητας, οι αμέλειες της βιασύνης, έχω δουλειά και χαιρετώ σας.

Μένουν οι ποντικοί στις οροφές, αρκετές γάτες στις γωνίες των εσοχών κι αναρίθμητα πεζοδρόμια.

Μετά έρχονται οι λάμπες οι στρογγυλές, πότε ροζ και πότε λευκές, άλλες σαν μάτια τέρατος κι άλλες σαν γλόμποι που σε θωπεύουν, σε πλανεύουν. Καμμιά φορά προδίδεται και το κίτρινο: σ’ ένα μπαλκόνι τα χρυσάνθεμα, στο πεζοδρόμιο τα πρώτα λεμόνια προσγειώνονται, οι κλέφτες μπαίνουν στις αυλές, κάνουν το ρούχο τους ποδιά κι ύστερα φεύγουν κυοφορούντες τη λεία τους. Είναι τα λάφυρα τ’ ονείρου, ψυθιρίζει ένας δραπέτης.

Πριν ξυπνήσω και μετρήσω ως το εκατό, νομίζω πως ξεκίνησα να φτιάχνω παγωτό, δεν άντεξα μετά την κόψη του μαχαιριού, η φλούδα τσακίστηκε και ράγισε, ξεχύθηκαν στάλες ελαίων εσπεριδοειδούς καταγωγής κι αν δεν είναι το λεμόνι είναι ο χρυσός στο στήθος του βραδινού κατορθώματος. Αν δεν είναι ο πανάρχαιος μύθος, θα ‘ναι η έλλειψη ασβεστίου, οι ξεχασμένες ιστορίες για το σκορβούτο, η αναγκαστική παρένθεση της ημέρας πάντως με ξεσκεπάζει και διατάσσει έναν ύπνο ενεργό. Σαν τα μωρά που κοιμούνται οπουδήποτε ετοιμάζω το πρωινό μου και δεν υπνοβατώ φυσώντας τον αχνιστό καφέ. Σκάλωσαν, όμως, φύλλα, κλαδιά και λεμονανθοί στην μπλούζα μου, έχουν σκιστεί τα μανίκια μου και κανείς δε με πιστεύει.

h1

Η ζήλεια βγήκε παγανιά

Δεκέμβριος 27, 2012

Οι απέναντι έπλυναν την αυλή και το πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι τους. Έχει υγρασία κι είναι κιόλας βράδυ, τα βρεγμένα πλακάκια σκουραίνουν στο ημίφως, μεθαύριο πανσέληνος ή αύριο;

Του διπλανού η λεμονιά είναι πιο γλυκειά, πιο κίτρινη, πιο φουντωτή. Το ξένο κεραμίδι και το φωτισμένο παράθυρο, αυτό που εσωκλείει το τυχερό του περιεχόμενο, είναι ποθητό αν είσαι από ‘κείνους που περπατούν μες στο κρύο και με τα χέρια στις τσέπες.

Κι οι τριανταφυλλιές, κι αυτές υπερτερούν, φροντισμένες κι ανθισμένες, ψηλές σαν δέντρα, σαν αχλαδιές που κορυφώνονται ευθύς επάνω.

Ο κόκκορας που με κοιτάει λοξά, επιθεωρεί τον χώρο του κι είμαι μια ξένη σκιά, περαστική απ’ τον δρόμο με τους πρόχειρους φράχτες.

Η ανοιχτή πόρτα στα γύφτικα, μέσα μια σόμπα και γύρω παιδιά, μια τηλεόραση κι ένα κυρτό φουγάρο, φυστικί περβάζια και ροζ παραθυρόφυλλα. Τώρα μικραίνουν οι ώρες κι η ξαστεριά λευτερώνει τα φώτα της πόλης, δε μένει μια στάλα αξόδευτη, φεύγει κι η θέρμη του τόπου κι εκτοξεύεται στην άκρη του ορίζοντα, δε μένει μια στάλα να ζεσταθεί το κόκκαλο, να ζεσταθούν τα σωθικά.

Το παρακάτω περιβόλι, οι παραπέρα κάμποι, έχει λωτούς εκεί κι ήρθε ο συγγραφέας να τους ορίσει έναν ιδιοκτήτη που φρουρεί με το δίκαννο κι εσένα κλέφτη που μόλις πείνασες. Ο συγγραφέας, επίσης, σε πρόλαβε πριν απλώσεις το χέρι να κόψεις τον καρπό και σου λέει πως οι λωτοί που βλέπεις είναι άγουροι. Έχουν ξεμείνει κάνα δυό στα σκόρπια, γυμνά τους, κλαδιά, ξαλαφρωμένα κι αυτά με την σειρά τους, πεταρίζουν ανάλαφρα σε κάθε ριπή του ανέμου.

Παρά τα σκάγια που σε παραφυλάνε παραμερίζεις τις προειδοποιήσεις και μπαίνεις στο ταψί της πείνας σου, χορεύεις για το ένστικτο της σίτισης, της τροφής την προσταγή. Λέει, λοιπόν, ο συγγραφέας πως σε πρόφτασαν οι οργανωμένοι κλέφτες, αυτοί που δεν πεινούν τώρα δα, μα έχουν καρότσια και τσουβάλια, έχουν διαθέσιμα χέρια και οχήματα, έχουν αποθήκες και ψυγεία για να τ’ αφήσουν να ωριμάσουν κι ύστερα να τα βγάλουν στην αγορά. Τώρα οι λωτοί, αύριο τα ροδάκινα, όλα τους άγουρα για να μην χτυπηθούν πολύ κατά την μετακίνηση.

Όσο τον αφήνεις τον συγγραφέα τόσο συνεχίζει με δαιδαλώδεις προσθήκες και λεπτομέρειες, έρχονται σύντομα κι οι αναλύσεις με τα σχετικά αποτελέσματα, σχεδόν απελπίζεσαι και περισσότερο αναρωτιέσαι, πώς να τα βγάλεις πέρα στην χώρα των λωτοφάγων; Με τα χέρια στις τσέπες πάλι φεύγεις νηστικός.

Κι ύστερα ψάχνεις πώς να μπεις σ’ έναν φούρνο, να ‘τανε λέει κι ένα ζαχαροπλαστείο κλειστό, να βουτήξεις το χέρι στα αφράτα μακαρόν, να ‘τανε λέει κι ένα τσάι ζεστό, ένα σημείο να σταθώ, να  ζεσταθώ, να μου φτάσει ο εαυτός και για τους άλλους.

h1

O Οδυσσέας στην Ελευσίνα

Νοέμβριος 20, 2012

Κι αν μπορέσει κανείς να χωρέσει την σκόνη που σηκώνει το μεταφερόμενο άγαλμα

αν μπορέσει να στερεώσει τα μεγάλα χέρια του ή τον μαρμάρινο λαιμό σ’ ένα προσκέφαλο

τώρα που βρέχει κι η καρότσα περνά μπροστά απ’ τα μαγαζιά

τόρνοι και ψιλικά, υφάσματα και γυαλικά, ένας φούρνος, ένα γραφείο τελετών

ένα κυκλάμινο

η αφέλεια του Κούρου

πέτρες αρχαίες σκεπασμένες με το παλτό

του καιρού το δέος

το σπίτι του τρελού το μαυρίζει η υγρασία κι η καπνιά

το πατημένο χώμα

τα ξεχασμένα μνήματα

αν μπορέσεις να φιλήσεις την απόσταση

από την αισιοδοξία της δημιουργίας ως την τέχνη της τεχνικής

αν μπορέσεις να βρεις χαμόγελο που ν’ αντιστέκεται στους αιώνες

να ‘ναι λοξό και να σέρνει πειρασμούς

να ‘ναι με τα δόντια σε προσοχή ή υπό απόκρυψη

ας είναι μισό κι ας μην γνωρίζει

ας είναι δειλό, μα να το βρεις

με τον τρόπο της ρίζας και την ικανότητα του σπόρου

ας είναι μια πολυλογία

μια πρόταση σε δυσκολία

αν μπορέσεις να φιλήσεις την απόσταση

η κοπέλα και το στόμα της

τι είπε πάλι, τι έκανε πάλι

έχουν φυτρώσει λεμονιές στο δέρμα μου

τι μου ‘πε πάλι

βλασταίνω οπωροφόρα πολύτιμα, να ‘χει να χαίρεται η κοπέλα μου

ποιος είναι πάλι

ποιος είπε για την άνοιξη του παραθυριού, ποιος είπε να γυρίσουμε δυο μοίρες ανατολικά

η κοπέλα με το στόμα της, αυτή η σειρήνα μου.

h1

Εργασίες στην οδό Αιόλου

Νοέμβριος 17, 2012

Θα χωθώ σ’ έναν τόπο, όπου δύσκολα θα τον καταλαβαίνεις, θα σου φέρνω μηνύματα απ’ τους αλλοτινούς και θα σκοτίζεσαι, γιατί τι άλλο είναι το παρελθόν από μια συννεφιά στη μέση της ημέρας, σε δροσίζουν οι τύψεις σου, βρίσκεις καταφύγιο από το φως της ευτυχίας κι είναι καλά μες στα λαγούμια σου, μα δύσκολο να ΄ρθει κανείς εκεί.

Παρόλα αυτά, θα σου φέρνω τα τιμήματα, τις κινήσεις των συζητήσεων, τις συνήθειες των ασβών, τα προβλήματα των μυρμηγκιών, κατόπιν ξεφυτρώνουμε σ’ ένα βυθό κι ανεβαίνουμε ευθύς για την ανάσα των θηλαστικών, δέκα μαλλιαροί ποντικοί μεσοπέλαγα και τι θα κάνουμε.

Θα μοιάζουν με όνειρα αυτά που θα λέω, ωστόσο εσύ θα με πιστεύεις και θ’ αγωνιάς για την φελούκα ή το μαδέρι που τους κράτησε ή όχι στον αφρό, με ρωτάς κιόλας τι απέγιναν και σου απαντάω ποιοι, οι δέκα ποντικοί, η ιστορία που μου έλεγες εσύ και σε κοιτώ με την ακατανόητη απορία του αλλόγλωσσου, αυτού που βρίσκεται έτη φωτός νοτιότερα, σου μιλάω για τον Ωρίωνα που φαίνεται δεξιά, σου φέρνω τα μιλήματα του σπαθιού, την τρομερή νύχτα, το έρεβος, το κρυμμένο φεγγάρι και τις αναλαμπές, το καθρέφτισμα στο σύννεφο, που βάφτηκε πορτοκαλί επάνω απ’ την Αθήνα σου.

h1

Για τον γύρο του κόσμου

Οκτώβριος 25, 2012

Μαύρη γάτα, αίλουρος, το ‘χω ξαναπεί, μη νομίζεις πως δεν την ξέρεις πάνω στο καπώ, που κάθεται και πλένεται ώσπου να αρκεστεί, μη νομίζεις ότι δεν οσμίζεται τον φόβο σου, την ιπτάμενη γρουσουζιά επάνω απ’ το κεφάλι σου, εκείνο το σύννεφο που θα σ’ ακολουθεί.

Κι ύστερα λες, βεβαίως, συννεφούλα μου, μου είσαι απαραίτητη, σκέψου να ήμουνα ολημερίς στον ήλιο.

Η σκαμπαβία δεν μας χώρεσε και πώς θα κουβαλήσουμε τόσους απόντες, εμείς οι παρόντες πώς θα συνεχίσουμε, οι επιζήσαντες πώς θα κοιταχτούμε για να γλιτώσουμε απ’ το ατελείωτο πέλαγο.

Κι αυτός ο ορίζοντας δε στέλνει τη φωνή, δεν βιάζεται και δεν υποχωρεί το μήκος της απόστασης, στον Ειρηνικό το καρυδότσουφλο των ναυαγών ακινητοποιείται, στο γαλήνιο φιλί της νηνεμίας ξελογιάζεται, νομίζει πως είναι ένας ήμερος ωκεανός και τον βαπτίζει κατά πώς κατάλαβε εκείνη την στιγμή, αυτήν που του μερίμνησε η τύχη η καλή και μας ξεγέλασε.

Ξαναπεράσαμε θριαμβευτές, απ’ το ίδιο το μπουγάζι ξεκινήσαμε, τις ίδιες ξέρες αποφύγαμε, με τους γνώριμους πλέον ιθαγενείς, βρεθήκαμε ψωνίσαμε καλαφατίσαμε, με τις ζημιές μπαλωμένες κινήσαμε, κόντεψε το νερό το κήτος να μας καταπιεί, δυο φορές το ξάρτι μας κι άλλο τόσο ως τα κύματα, η πλώρη βασανίζεται, πλευρίζει ταλανίζεται, τρίζουν τα ξάρτια και το τιμόνι γυρίζει χωρίς σταματημό.

Είδαμε και πάθαμε, βγάλαμε τα ρούχα πανί καινούργιο ράψαμε, πότε δυτικά πότε νότια μας γυροφέρνουν οι κυκλώνες. Μας κυνηγά το ουράγκαν μεσόπλωρα και δεν ορίζουμε, πώς θα ξημερωθούμε δεν τολμούσαμε, αν θα μας υποδεχθούνε δοξασμένους στο Περού, στις όχθες της Πορτογαλίας ξεβρασμένους, αν θα τριτώσει το κακό ή αν θα μείνουμε στον σκιερότερο βυθό, υπό το βάρος των περιστάσεων τεθλιμμένοι.

Στο τέλος φτάσαμε, μετά από δυο φουρτούνες ακόμη φτάσαμε, δεν μας γνωρίσανε, από την όψη μας ούτε ελεημοσύνη δεν μας άξιζε, πήρε πολύ για να μερώσει η πείνα μας, χρειάστηκε μερόνυχτα για να ξυπνήσουμε και να βαδίσουμε ήσυχοι στο φως.

Μιλήσαμε, είπαμε τα καθέκαστα και αναθάρρησαν οι περιπέτειες, οι σειρήνες των θρύλων μας περιφρούρησαν ολοταχώς και λυγίσαμε. Πήγαμε τουλάχιστον στον κουρέα μας και τακτοποιήσαμε τις περισσότερες από τις υποθέσεις. Είκοσι δύο τόνοι πιπέρι και γλυκάνησο, ρούχα, καπέλα και χτένες με τα καθρεφτάκια τους, στην Καραϊβική και στις Ινδίες να μας περιμένεις με τα χρυσάφια σου, με το χαμόγελο στα χείλη των Παταγόνων.

Πάλι σταθήκαμε και πάλι γυρίζουμε, ύστερα μόνο που χαιρετίζουμε και μακαρίζουμε, σε κατάσταση κωμική.

h1

primus circumdedisti me

Οκτώβριος 16, 2012

Και να πάω πού, ποιητή μου;

Στο βορινό μπαλκόνι, αν έχω;

Στον ατάραχο ύπνο του κόσμου;

Ως την πλατεία για παγωτό

ως το πλατάνι να εκδικηθώ

να θυμηθώ τρικλοποδιές

στο μέτωπο τα ράμματα και στην πληγή καφές.

Να πάω πού, αγόρι μου;

στην άκρη της ταράτσας

στης παναγιάς τα ράχτα

στο τέλος

να μιλήσουμε κι ας μην έχει φεγγάρι μεγάλο.